Η ναυμαχία στους Α Ι Γ Ο Σ Π Ο Τ Α Μ Ο Υ Σ (405 π.Χ.)
Η τελευταία Μάχη του Πελοποννησιακού Πολέμου
Η ναυμαχία στους Αιγός Ποταμούς αποτέλεσε το καθοριστικό γεγονός που οδήγησε στο τέλος του Πελοποννησιακού Πολέμου. Ήταν σχεδόν νομοτελειακό ότι για να λήξει ο μεγάλος αυτός εμφύλιος πόλεμος του ελληνικού κόσμου, μία από τις δύο αντιμαχόμενες δυνάμεις έπρεπε να επικρατήσει στο ισχυρότερο όπλο της αντιπάλου της. Για την Αθήνα αυτό ήταν το πανίσχυρο ναυτικό της, ενώ για τη Σπάρτη η υπεροχή της στον χερσαίο πόλεμο. Όσο καμία από τις δύο πλευρές δεν μπορούσε να εξουδετερώσει το βασικό πλεονέκτημα της άλλης, ο πόλεμος παρατεινόταν. Οι Σπαρτιάτες, εισάγοντας στις ελληνικές υποθέσεις έναν εξωτερικό παράγοντα, τους Πέρσες, εξασφάλισαν σημαντική οικονομική βοήθεια και με τον περσικό χρυσό δημιούργησαν έναν στόλο ικανό να αμφισβητήσει την αθηναϊκή κυριαρχία στη θάλασσα.
Λύσανδρος ο Πρωταγωνιστής
Ο Λύσανδρος είναι ίσως η πιο υποτιμημένη μορφή του Πελοποννησιακού Πολέμου. Είναι βασικός πρωταγωνιστής, καθώς χάρη στη δική του επιτυχή δράση ήρθε η νίκη των Σπαρτιατών. Είχε πολλά από τα χαρακτηριστικά του Αλκιβιάδη,την τόλμη,την αποφασιστικότητα,την εξαιρετική διπλωματική ικανότητα. Διέθετε όμως και στοιχεία που ο μεγάλος αντίπαλός του δεν είχε: αυτοπειθαρχία, υπομονή και επιμονή. Κατάφερε να εξασφαλίσει την οικονομική υποστήριξη των Περσών, γεγονός που επέτρεψε στη Σπάρτη να δημιουργήσει έναν ισχυρό στόλο και να αμφισβητήσει την αθηναϊκή κυριαρχία στη θάλασσα. Ο Λύσανδρος δεν στηριζόταν τόσο στη μετωπική σύγκρουση όσο στην προσεκτική προετοιμασία, στην εκμετάλλευση των λαθών του αντιπάλου και στον αιφνιδιασμό.
Ήταν ο μόνος που μπορούσε να βγάλει τη Σπάρτη από τη δύσκολη θέση μετά την ήττα στις Αργινούσες (Αύγουστος 406π.Χ.).Είχε ήδη διακριθεί ήδη διακριθεί από το 407 π.Χ. στην Ιωνία και στο νότιο Αιγαίο,είχε επιτύχει την αναδιοργάνωση του σπαρτιατικού στόλου,είχε εξασφαλίσει την υποστήριξη του Κύρου και είχε νικήσει στο Νότιο. Σύμφωνα με τους σπαρτιατικούς νόμους, η θητεία του ναυάρχου ήταν μονοετής και έτσι το 406 π.Χ. αντικαταστάθηκε από τον Καλλικρατίδα. Μετά τον θάνατο του τελευταίου στις Αργινούσες, οι σύμμαχες ιωνικές πόλεις ζήτησαν επιτακτικά την επάνοδο του στην ηγεσία του στόλου. Αν και τυπικά έφερε τον τίτλο του επιστολέα, ήταν εκείνος που ασκούσε την πραγματική διοίκηση του σπαρτιατικού στόλου.Μετά τη συντριβή του αθηναϊκού στόλου στους Αιγός Ποταμούς, ο Λύσανδρος εφάρμοσε ίσως τον πρώτο μεγάλο ναυτικο αποκλεισμο. Διακόπτοντας τον ανεφοδιασμό της Αθήνας με σιτηρά από τον Εύξεινο Πόντο και συνεργαζόμενος με τις χερσαίες δυνάμεις της Σπάρτης, οδήγησε την πόλη σε λιμό και τελικά στην παράδοσή της το 404 π.Χ. Με τον τρόπο αυτό τερματίστηκε ο Πελοποννησιακός Πόλεμος και η Σπάρτη αναδείχθηκε στην κυρίαρχη δύναμη του ελληνικού κόσμου.
Ο Λύσανδρος είχε κατανοήσει πλήρως ότι η αντοχή της Αθήνας στον πόλεμο εξαρτιόταν από τον έλεγχο των θαλάσσιων δρόμων. Όσο ο Ελλήσποντος παρέμενε ανοιχτός για τα αθηναϊκά πλοία και τα σιτηρά από τον Εύξεινο Πόντο έφταναν στην Αθήνα, η πόλη δεν επρόκειτο να παραδοθεί. Για τον λόγο αυτό μετέφερε το επίκεντρο των επιχειρήσεων στην περιοχή του Ελλησπόντου. Ήδη από το 411 π.Χ. οι Σπαρτιάτες είχαν αποκτήσει τον έλεγχο της Αβύδου, στην ασιατική πλευρά των στενών, γεγονός που τους παρείχε μια σημαντική στρατηγική βάση. Το καλοκαίρι του 405 π.Χ., ο Λύσανδρος, έχοντας εξασφαλίσει την οικονομική υποστήριξη του Κύρου του Νεότερου και τη συμμαχία πολλών ιωνικών πόλεων, απέπλευσε από τη Ρόδο και κατευθύνθηκε προς την Άβυδο, αποφασισμένος να δώσει το τελικό πλήγμα στην αθηναϊκή κυριαρχία.
Εκμεταλλευόμενος την απουσία του αθηναϊκού στόλου, ο Λύσανδρος κινήθηκε προς τον βορρά και κατέλαβε τη Λάμψακο, μία από τις σημαντικότερες πόλεις της περιοχής, στερώντας από τους Αθηναίους μια πολύτιμη ναυτική και ανεφοδιαστική βάση.Στον έλεγχο τους έμενε μόνο η Σηστός, στην ευρωπαϊκή πλευρά των στενών, απέναντι από την Άβυδο.
Ήταν μονόδρομος για τους Αθηναίους να κινητοποιήσουν άμεσα τον στόλο τους, προκειμένου να ανακτήσουν τον έλεγχο των στενών. Διέθεταν περίπου 180 αξιόμαχες τριήρεις, αριθμό αντίστοιχο με εκείνον του σπαρτιατικού στόλου, ενώ η πρόσφατη νίκη τους στις Αργινούσες ενίσχυε την αυτοπεποίθησή τους. Μειονέκτημα για την Αθήνα αποτελούσε η απουσία ηγετών του διαμετρήματος του Αλκιβιάδη. Από τους στρατηγούς τους ξεχώριζε κυρίως ο Κόνων. Ο αθηναϊκός στόλος διέκοψε τις επιχειρήσεις του στα παράλια της Ιωνίας και κατευθύνθηκε προς τον Ελλήσποντο, με πρώτη στάση τη Σηστό. Στη συνέχεια στρατοπέδευσε στους Αιγός Ποταμούς, στη θρακική ακτή, ακριβώς απέναντι από τη Λάμψακο. Στόχος των Αθηναίων ήταν να καταναυμαχήσουν τον στόλο του Λυσάνδρου και να ανακτήσουν τον έλεγχο του Ελλησπόντου. Το σκηνικό της τελικής αναμέτρησης του Πελοποννησιακού Πολέμου είχε πλέον στηθεί.
Θέσεις μάχης και αναμονή
Ζητούμενο και ερωτηματικό παραμένει η επιλογή της τοποθεσίας που διάλεξαν οι Αθηναίοι για να αγκυροβολήσουν όσο το δυνατόν πιο κοντά στη Λάμψακο, σε ένα μικρό και ασήμαντο λιμάνι στη θέση Αιγός Ποταμοί. Ούτε ήταν κατάλληλο για τον ελλιμενισμό τόσων πολλών πλοίων ούτε ήταν εύκολο για τους ναύτες να βρίσκουν τροφή και τα απαραίτητα τρόφιμα. Αναγκάζονταν, λοιπόν, καθημερινά να απομακρύνονται αρκετά από το στρατόπεδό τους για να προμηθευτούν τα αναγκαία. Κανένα τέτοιο πρόβλημα δεν αντιμετώπιζαν οι Σπαρτιάτες, οι οποίοι ήταν εγκατεστημένοι στην ασφαλή και πλούσια Λάμψακο. Οι Αθηναίοι θα μπορούσαν να είχαν παραμείνει στο ασφαλές λιμάνι της Σηστού,όπως τους είχε συστήσει και ο Αλκιβιάδης. Τι επιδίωκε όμως η αθηναϊκή διοίκηση; Ήθελε, σε αυτό το πολύ στενό σημείο του Ελλησπόντου, με πλάτος μικρότερο των τριών χιλιομέτρων, να προκαλέσει άμεσα τον αντίπαλο σε ναυμαχία. Λίγο καιρό πριν είχαν νικήσει στις Αργινούσες και υπήρχε βεβαιότητα, ίσως ακόμη και έπαρση, για την ανωτερότητα των αθηναϊκών πλοίων και των πληρωμάτων τους.
Για τις επόμενες τέσσερις ημέρες θα υπάρξει μια στάση αναμονής από τον Λύσανδρο.Οι Αθηναίοι στρατηγοί καθημερινά τον προκαλούσαν σε μάχη, αυτός όμως, με υπομονή και αυτοσυγκράτηση, είχε διατάξει να μην απαντά κανείς ναύτης στις προκλήσεις τους και περίμενε την κατάλληλη στιγμή. Κάθε πρωί τα αθηναϊκά πλοία απέπλεαν από το ορμητήριό τους και παρατάσσονταν απέναντι από τον σπαρτιατικό στόλο, προκαλώντας τον σε ναυμαχία.Το απόγευμα επέστρεφαν άπρακτα. Οι άνδρες, κουρασμένοι περισσότερο ψυχολογικά από τη συνεχή αναμονή παρά από τις επιχειρήσεις, διασκορπίζονταν στη γύρω περιοχή αναζητώντας τροφή και εφόδια. Τα πλοία τους έμεναν σχεδόν αφύλακτα. Ο Λύσανδρος, έχοντας αντιληφθεί αυτή τη συνήθεια των Αθηναίων, είχε δώσει εντολή να παρακολουθούνται καθημερινά οι κινήσεις τους από κατασκοπευτικά σπαρτιατικά πλοία.
Ο αιφνιδιασμός
Την πέμπτη ημέρα επαναλήφθηκε το ίδιο σκηνικό.Το κατασκοπευτικό όμως πλοίο των Σπαρτιατών, αφού βεβαιώθηκε ότι και πάλι οι Αθηναίοι είχαν αφήσει αφύλακτα τα πλοία τους, ύψωσε μια χάλκινη ασπίδα απέναντι στον ήλιο, στέλνοντας το προσυμφωνημένο σήμα στον Λύσανδρο. Oλόκληρος ο σπαρτιατικός στόλος απέπλευσε, ενώ ταυτόχρονα μια χερσαία δύναμη, η οποία είχε περάσει κρυφά στην απέναντι ακτή, κινήθηκε εναντίον του αθηναϊκού στρατοπέδου.
Ο αιφνιδιασμός ήταν απόλυτος. Οι Σπαρτιάτες, πλέοντας με μεγάλη ταχύτητα, κατέλαβαν σχεδόν χωρίς αντίσταση τα περισσότερα αθηναϊκά πλοία και αιχμαλώτισαν τους άνδρες που δεν πρόλαβαν να αντιδράσουν. Αρκετοί διέφυγαν προς την ενδοχώρα, ενώ μεταξύ των αιχμαλώτων βρισκόταν σχεδόν το σύνολο των Αθηναίων στρατηγών. Μόνο ο Κόνων αντιλήφθηκε εγκαίρως την κίνηση των Σπαρτιατών και κατάφερε να κινητοποιήσει οκτώ πλοία ,επτά τριήρεις και την Πάραλο, το επίσημο πλοίο της αθηναϊκής πολιτείας που χρησιμοποιούνταν για ειδικές αποστολές και να διαφύγει.
Ψύχραιμος, διέταξε αρχικά να κατευθυνθούν προς τη Λάμψακο, με σκοπό να καταστρέψουν τα ιστία και τα εξαρτήματα των σπαρτιατικών πλοίων, τα οποία συνήθως αφαιρούνταν πριν από τη ναυμαχία, αλλά ήταν απαραίτητα για την καταδίωξη. Αμέσως μετά, η Πάραλος απέπλευσε με προορισμό τον Πειραιά, για να μεταφέρει την τραγική είδηση της καταστροφής, ενώ ο ίδιος , φοβούμενος την αντίδραση του αθηναϊκού δήμου, κατευθύνθηκε προς την Κύπρο, στην αυλή του βασιλιά Ευαγόρα.
Εκείνο το απόγευμα του Σεπτεμβρίου του 405 π.Χ., χάρη στην υπομονή, την επιμονή και τη στρατηγική ευφυΐα ενός Σπαρτιάτη ναυάρχου, ο αθηναϊκός στόλος, το υπερόπλο πάνω στο οποίο είχε οικοδομηθεί η αθηναϊκή ηγεμονία, είχε πλέον πάψει να υπάρχει. Ο πόλεμος είχε κριθεί. Χωρίς τον στόλο της, η Αθήνα ήταν μια αδύναμη και ανήμπορη πόλη. Ο Λύσανδρος, ελέγχοντας πλέον απόλυτα τον Ελλήσποντο, είχε πετύχει τον πλήρη αποκλεισμό του ανεφοδιασμού της.
Η τύχη των περίπου 3.000 Αθηναίων αιχμαλώτων υπήρξε σκληρή. Κατόπιν απαίτησης των συμμάχων της Σπάρτης εκτελέστηκαν. Ο ίδιος ο Λύσανδρος ίσως θα ήθελε να απελευθερωθούν κάποιοι με προφανή λόγο.Αυτό έκανε με τις αθηναϊκές φρουρές που βρίσκονταν διάσπαρτες στην περιοχή. Τους επέτρεψε να επιστρέψουν στην Αθήνα, γνωρίζοντας ότι η συγκέντρωση μεγάλου αριθμού ανθρώπων στην αποκλεισμένη πόλη θα επιδείνωνε την έλλειψη τροφίμων και θα επιτάχυνε την τελική συνθηκολόγηση.
Μια τόσο μεγάλη καταστροφή κίνησε υποψίες προδοσίας. Αυτός που κατηγορήθηκε ήταν ο στρατηγός Αδείμαντος ότι είχε συνεννοηθεί με τον Λύσανδρο, καθώς ήταν από τους λίγους στρατηγούς που φαίνεται ότι γλίτωσαν την εκτέλεση . Ωστόσο, καμία αρχαία πηγή δεν παρέχει αδιάσειστες αποδείξεις για προδοσία. Η συντριβή των Αθηναίων οφειλόταν στην υπερβολική αυτοπεποίθηση των πληρωμάτων τους, στα σοβαρά λάθη της διοίκησης και στην εξαιρετική υπομονή, οργάνωση και στρατηγική ευφυΐα του Λυσάνδρου.
Η είδηση της καταστροφής του αθηναϊκού στόλου στον Ελλήσποντο έφτασε νύχτα στην Αθήνα με το πλοίο Πάραλος και προκάλεσε στην πόλη ένα δεύτερο, μετά τη Σικελική Εκστρατεία, σοκ. Σύμφωνα με τον Ξενοφώντα, μια «κραυγή θρήνου» διαπέρασε ολόκληρη την Αθήνα. Ο θρήνος ξεκίνησε από το λιμάνι και μεταδόθηκε από άνθρωπο σε άνθρωπο μέχρι το άστυ, καθώς οι Αθηναίοι συνειδητοποιούσαν ότι ο στόλος τους είχε καταστραφεί και ότι η ίδια η επιβίωση της πόλης βρισκόταν πλέον σε άμεσο κίνδυνο. Εκείνη τη νύχτα, όπως γράφει ο Ξενοφών, κανείς δεν κοιμήθηκε στην Αθήνα. Όλοι θρηνούσαν όχι μόνο για τους νεκρούς και τους αιχμαλώτους, αλλά και για την επερχόμενη καταστροφή της πόλης τους. Η κραυγή του θρήνου, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο ιστορικός, «ἐκ τοῦ Πειραιῶς διὰ τῶν Μακρῶν Τειχῶν εἰς τὸ ἄστυ διῆκεν ὁ οἰμωγή».
Οι Αθηναίοι βρήκαν το κουράγιο να επισκευάσουν τα Μακρά Τείχη, να τα επανδρώσουν με φρουρές και να φράξουν τα δύο από τα τρία λιμάνια του Πειραιά, αναμένοντας την πολιορκία.
Το τέλος του πολέμου
Οι Σπαρτιάτες συντόνισαν τις προσπάθειές τους για το τελειωτικό χτύπημα. Ο πελοποννησιακός στρατός, υπό τον βασιλιά Παυσανία, εισέβαλε στην Αττική και στρατοπέδευσε κοντά στα Μακρά Τείχη. Ταυτόχρονα, ο Λύσανδρος κατέφθασε με τον στόλο και απέκλεισε τον Πειραιά.
Οι Αθηναίοι πρότειναν τη λήξη των εχθροπραξιών και τη σύναψη "συμμαχίας" με τους Πελοποννησίους, επιδιώκοντας όμως να διατηρήσουν τα Μακρά Τείχη. Ο χρόνος, ασφαλώς, εργαζόταν υπέρ των νικητών. Μετά την παρέλευση τεσσάρων μηνών και ενώ ο λιμός θέριζε την πόλη, οι Αθηναίοι αναγκάστηκαν να αποδεχθούν όλους τους όρους των νικητών.
Είναι χαρακτηριστικό ότι οι σύμμαχοι των Σπαρτιατών, ιδιαίτερα οι Κορίνθιοι και οι Θηβαίοι, ζητούσαν την πλήρη καταστροφή της Αθήνας και τον εξανδραποδισμό των κατοίκων της. Οι Σπαρτιάτες, είτε εκτιμώντας όσα είχαν προσφέρει οι Αθηναίοι στους Μηδικούς πολέμους είτε από ανησυχία για την υπερβολική ενίσχυση της ισχύος, κυρίως των Θηβαίων, απέρριψαν αυτό το ενδεχόμενο. Η τελική συνθήκη περιλάμβανε την κατεδάφιση των Μακρών Τειχών, την αποχώρηση όλων των αθηναϊκών φρουρών από τις κτήσεις και τις συμμαχικές πόλεις, την παράδοση σχεδόν ολόκληρου του αθηναϊκού στόλου, την επιστροφή των εξόριστων ολιγαρχικών και την υποχρέωση των Αθηναίων να ακολουθούν τη Σπάρτη ως σύμμαχοι.
Όλοι οι όροι εφαρμόστηκαν στο ακέραιο. Οι Αθηναίοι διατήρησαν μόνο δώδεκα πλοία, ενώ τα Μακρά Τείχη κατεδαφίστηκαν υπό τους ήχους αυλών και πανηγυρισμών. Για πολλούς Έλληνες της εποχής, η λήξη του πολέμου θεωρήθηκε η «πρώτη ημέρα της ελευθερίας».
Η νίκη της Σπάρτης έθεσε στην κυριαρχία της Αθήνας μετά από σχεδόν επτά αιώνες. Οι Σπαρτιάτες εγκατέστησαν στην Αθήνα και σε πολλές άλλες ελληνικές πόλεις ολιγαρχικά καθεστώτα, τα οποία ήταν αυταρχικά και καταπιεστικά.Οι ίδιοι οι σύμμαχοί τους άρχισαν σύντομα να αντιδρούν.Η ηγεμονία της δεν επρόκειτο να αποδειχθεί ούτε σταθερή ούτε μακρόχρονη όσο η αθηναϊκή. Ο ελληνικός κόσμος κατακερματισμένος οδηγήθηκε σε νέες συγκρούσεις και ούτε η Σπάρτη, ούτε αργότερα η Θήβα, ούτε η αναγεννημένη Αθήνα κατάφεραν να επιβάλουν μια μόνιμη ηγεμονία.
Η πιο δραματική συνέπεια του Πελοποννησιακού Πολέμου ήταν η επάνοδος των Περσών στα ελληνικά πράγματα. Η προσφυγή, πότε της μίας και πότε της άλλης ελληνικής δύναμης, στην περσική αυλή για οικονομική και πολιτική υποστήριξη έγινε σταδιακά μια παγιωμένη πρακτική στον πολυδιασπασμένο και πλέον ανίσχυρο ελληνικό κόσμο. Η τελική κατάληξη αυτής της εξέλιξης ήταν η λεγόμενη Ανταλκίδειος Ειρήνη του 387/386 π.Χ., μια ιδιαίτερα ταπεινωτική συμφωνία για τους Έλληνες, καθώς αναγνώριζε τον Πέρση βασιλιά ως τον τελικό εγγυητή και ρυθμιστή των ελληνικών υποθέσεων.





Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου