Η δίκη και η εκτέλεση των "6"

 15 Νοεμβρίου 1922

Μια γκρίζα μέρα, που περισσότερο θύμιζε χειμώνα παρά φθινόπωρο, σε ένα χωράφι ακριβώς δίπλα από το στρατόπεδο στου Γουδή, λίγα χιλιόμετρα από το κέντρο της Αθήνας. Τη στιγμή εκείνη, έξι άνθρωποι επρόκειτο να οδηγηθούν σε εκτέλεση. Είχε προηγηθεί η δίκη και η έκτακτη διαδικασία. Υπό την εποπτεία και εξουσία τους, ο ελληνικός στρατός υπέστη βαριά ήττα στο μικρασιατικό μέτωπο, με συνέπεια να χαθούν για πάντα οι περιοχές αυτές για την Ελλάδα και να ξεριζωθούν χιλιάδες Έλληνες από τις πατρογονικές τους εστίες.




γράφει ο Θάνος Δασκαλοθανάσης

Παρά το γεγονός ότι η πολιτική ζωή της χώρας ήταν γεμάτη από πραξικοπήματα, διχασμό, κινήματα, φυλακίσεις και εξορίες, δεν υπήρχε προηγούμενο θανατικών εκτελέσεων πολιτικών προσώπων. Και τώρα, μετά τις αποφάσεις του δικαστηρίου, υπήρχε η αίσθηση στον κόσμο ότι αυτές δεν θα πραγματοποιούνταν, ότι οι Μεγάλες Δυνάμεις θα επενέβαιναν.

Από την άλλη όμως, τίποτα εκείνη τη δεδομένη στιγμή δεν ήταν ίδιο με ό,τι είχε συμβεί στο παρελθόν.

Είχαν περάσει μόλις  δύο μήνες από μια τεράστια και οδυνηρή καταστροφή.Μια τραγωδία που στοίχισε σε εδάφη και προκάλεσε πολλαπλές κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις στην μεσοπολεμική Ελλάδα. Η Σμύρνη είχε χαθεί και μαζί της όλα τα μικρασιατικά παράλια στα οποία ο ελληνισμός κατοικούσε αδιάλειπτα για χιλιετίες. Όλα αυτά προκλήθηκαν από μια αποτυχημένη στρατιωτική εκστρατεία μεταξύ των ετών 1919 με 1922 που έθαψε οριστικά την Μεγάλη Ιδέα για απελευθέρωση των υπό οθωμανική κυριαρχία ελληνικών πληθυσμών.Η Μικρασιατική Εκστρατεία και η καταστροφή που ακολούθησε ήταν ευθύνη δύο διαφορετικών πολιτικών παρατάξεων (βενιζελικοί και αντιβενιζελικοί) που με τα λάθη και τις έριδες μετέτρεψαν το όλο εγχείρημα σε τραγωδία. 

Η καταστροφή ήταν τεράστια και κάποιοι έπρεπε να πληρώσουν για να έρθει η κάθαρση. Οι εξελίξεις είχαν τρέξει πολύ γρήγορα. Τα απομεινάρια του στρατού είχαν καταφύγει στη Λέσβο και τη Χίο. Με επικεφαλής τους Πλαστήρα, Γονατά και Φωκά, ξεσπά αντιβασιλικό στρατιωτικό κίνημα, στο οποίο προσχωρούν ολοένα και περισσότεροι στρατιωτικοί και άνδρες των Σωμάτων Ασφαλείας. Ζητούν την παραίτηση του βασιλιά, τη διάλυση της Βουλής και τη δημιουργία κυβέρνησης αρεστής στην Αντάντ. Η κυβέρνηση καταρρέει. Οι επαναστάτες φθάνουν στην Αθήνα και αναλαμβάνουν σχετικά εύκολα την εξουσία.

Η ηγεσία της Επαναστατικής Επιτροπής που είχε αναλάβει την εξουσία: συνταγματάρχες Γονατάς (κέντρο), Πλαστήρας (δεξιά) και ο πολιτικός σύμβουλος της Επανάστασης Γεώργιος Παπανδρέου.

Ο στρατός, αμέσως μετά την ανάληψη της εξουσίας, συλλαμβάνει έξι πολιτικούς, έναν στρατηγό, έναν ναύαρχο και έναν πρίγκιπα. Τελικά, μόνο πέντε πολιτικοί και ένας στρατηγός θα είναι αυτοί που θα πληρώσουν με τη ζωή τους για εγκλήματα κατά του κράτους. Στα τέλη του μήνα, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος παραιτείται υπέρ του γιου του Γεωργίου και φεύγει στο εξωτερικό, όπου λίγο αργότερα θα πεθάνει στο Παλέρμο της Σικελίας.

Οι κατηγορούμενοι, σε πολλές περιπτώσεις, στερούνται βασικών νομικών δικαιωμάτων, καθώς παραμένουν σε απομόνωση μέχρι την έναρξη της δίκης, χωρίς πρόσβαση σε κρίσιμα νομικά έγγραφα.Συγκαλείται Έκτακτο Στρατοδικείο, το οποίο εγκαθίσταται στο κτήριο της Παλαιάς Βουλής. Η υπεράσπισή τους στην αίθουσα του δικαστηρίου πραγματοποιείται κανονικά. Υπερασπίζονται τον εαυτό τους ενώπιον ενός δικαστικού σώματος που, κατά την άποψη πολλών, έχει ήδη αποφασίσει την καταδίκη τους. Θα χρειαστούν δεκατέσσερις συνεδριάσεις για να ολοκληρωθεί η διαδικασία και να οδηγηθούν έξι από τους κατηγορουμένους στην επιβολή της θανατικής ποινής.

Το κατηγορητήριο

Το κατηγορητήριο απευθυνόμενο προς τους κατηγορούμενους αναφέρει: 

«Από 1ης Νοεμβρίου 1920 και εφεξής μέχρις της 26ης Αυγούστου 1922, συναποφασίσαντες μετά των συνυπουργών υμών περί πράξεως εσχάτης προδοσίας, εκουσίως και εκ προθέσεως υπεστηρίξατε την εισβολήν ξένων στρατευμάτων, ήτοι του τουρκικού εθνικιστικού στρατού, εις την επικράτειαν του Βασιλείου, τουτέστιν εις την υπό της Ελλάδος κατεχομένη και διά της Συνθήκης των Σεβρών κατακεκυρωμένην χώραν της Μικράς Ασίας, παραδώσαντες άμα εις τον εχθρόν πόλεις, φρούρια, μέγα μέρος του στρατού και μεγίστης αξίας υλικόν πολέμου».

Συνιστούσε τη  βαρύτερη κατηγορία που μπορούσε να αποδοθεί, εκείνη της εσχάτης προδοσίας.Οι πολιτικοί και οι στρατιωτικοί ηγέτες της περιόδου κατηγορούνταν ότι με τις αποφάσεις και τις ενέργειές τους από τον Νοέμβριο του 1920 έως την κατάρρευση του μετώπου τον Αύγουστο του 1922, διευκόλυναν την προέλαση του τουρκικού στρατού και οδήγησαν στην απώλεια των ελληνικών εδαφών στη Μικρά Ασία, παραδίδοντας στον εχθρό πόλεις, στρατιωτικές δυνάμεις και πολύτιμο πολεμικό υλικό.

Τα πραγματικά "εγκλήματα" για τα οποία  δικάζονταν οι πολιτικοί και οι στρατιωτικοί ήταν για πολλούς η αναποτελεσματικότητα, η αποτυχία, ο πανικός, η διαφθορά, η ανικανότητα, αλλά και οι πολιτικές τους επιλογές και αντιλήψεις.Η "Δίκη των Έξι" υπήρξε δεν ήταν μια συνηθισμένη   δικαστική διαδικασία αλλά και μια προσπάθεια απόδοσης ευθυνών και εκτόνωσης της οργής που είχε προκαλέσει η μεγαλύτερη εθνική καταστροφή της νεότερης ελληνικής ιστορίας.

Η πιθανότητα παρέμβασης από το εξωτερικό και ιδιαίτερα από την Αγγλία κέρδιζε έδαφος και πολλοί την ανέμεναν. Πράγματι, ειδικός απεσταλμένος, ο Τάλμποτ, έφθασε στην Αθήνα ως εκπρόσωπος του Βρετανού υπουργού Εξωτερικών και προσπάθησε να αποτρέψει τις επικείμενες εκτελέσεις. Αυτό που τελικά κατάφερε ήταν να συμβάλει στην αποφυγή της θανατικής καταδίκης του πρίγκιπα Ανδρέα, ο οποίος κατηγορούνταν για ανυπακοή και μη εκτέλεση διαταγών κατά τη διάρκεια της Μικρασιατικής Εκστρατείας, όταν διοικούσε το Β΄ Σώμα Στρατού. Ο πρίγκιπας καταδικάστηκε τελικά σε ισόβια εξορία και εγκατέλειψε την Ελλάδα.Για τους υπόλοιπους κατηγορουμένους, η πραγματικότητα έδειξε ότι τίποτα πλέον δεν μπορούσε να ματαιώσει τις θανατικές εκτελέσεις.


Η απόφαση

Στις 15 Νοεμβρίου ο πρόεδρος του Έκτακτου Επαναστατικού Στρατοδικείου, Αλέξανδρος Οθωναίος διαβάζει την απόφαση:

«Ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων Γεωργίου Β’ τὸ Ἔκτακτον Στρατοδικεῖον συσκεφθὲν κατὰ νόμον, κηρύσσει παμψηφεῖ τοὺς μὲν Γεώργιον Χατζανέστην, Δημήτριον Γούναρην, Νικόλαον Στράτον, Πέτρον Πρωτοπαπαδάκην, Γεώργιον Μπαλτατζῆν καὶ Νικόλαον Θεοτόκην εἰς τὴν ποινὴν τοῦ Θανάτου.

»Τοὺς δὲ Μιχαὴλ Γούδαν καὶ Ξενοφῶντα Στρατηγὸν εἰς τὴν ποινὴν τῶν ἰσοβίων δεσμῶν.

»Διατάσσει τὴν στρατιωτικὴν καθαίρεσιν τῶν Γεωργίου Χατζανέστη, ἀρχιστρατήγου, Ξενοφῶντος Στρατηγοῦ, ὑποστρατήγου καὶ Μιχαὴλ Γούδα, ὑποναυάρχου καὶ ἐπιβάλλει αὐτοὺς τὰ ἔξοδα καὶ τέλη.

»Ἐπιδικάζει παμψηφεῖ χρηματικὴν ἀποζημίωσιν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου κατὰ τοῦ Δ. Γούναρη δραχμῶν 200 χιλιάδων, Ν. Στράτου δραχμῶν 335 χιλιάδων, Γ. Μπαλτατζῆ καὶ Ν. Θεοτόκη δραχμῶν 1 ἐκατομμυρίου καὶ Μ. Γούδα δραχμῶν 200 χιλιάδων. Ἐγκρίθη, ἀπεφασίσθη καὶ ἐδημοσιεύθη ἐν Ἀθήναις τῇ 15η Νοεμβρίου 1922.

ο Πρόεδρος – ο Γραμματέας
Α. Οθωναίος – Ιωάννης Πεπόνης»


Οι κατηγορούμενοι (από τα αριστερά), Μ. Γούδας, Γ. Μπαλτατζής, Ξ. Στρατηγός, Δ. Γούναρης, Ν. Στράτος, Ν. Θεοτόκης, Π. Πρωτοπαπαδάκης

Η εκτέλεση 

Tην 11 και 30 π.μ. της σήμερον εις τον παρά το Γουδή χώρον εξετελέσθη εν πλήρει στρατιωτική τάξει η θανατική εκτέλεσις των εξ καταδικασθέντων υπό του Εκτάκτου Επαναστατικού Στρατοδικείου, υπευθύνων της Μικρασιατικής καταστροφής, ήτοι των απαρτισάντων το Συμβούλιον των πέντε πολιτικών Π. Πρωτοπαπαδάκη, Δ. Γούναρη, Ν. Στράτου, Γ. Μπαλτατζή και Ν. Θεοτόκη, και του αρχιστράτηγου της ήττης Γ. Χατζανέστη.

“Tης εκτελέσεως προηγήθη η στρατιωτική καθαίρεσις και η Θεία Μετάληψις εν ταις φυλακαίς Αβέρωφ. Οι νεκροί, μεταφερθέντες πάραυτα εις το Α’ Νεκροταφείον, παρεδόθησαν εις τους οικείους των προς ταφήν.

”Προ της εκτελέσεως οι κατάδικοι ερωτηθέντες περί της υστάτης θελήσεώς των ουδέν είπον»

Στις 9.00 π.μ., ο επίτροπος Γρηγοριάδης ανακοινώνει στους κατηγορουμένους την απόφαση. Για τους περισσότερους, πλην των Στράτου και Χατζηανέστη, η ετυμηγορία είναι αναμενόμενη. Η επαναστατική κυβέρνηση έχει αποφασίσει η εκτέλεση να πραγματοποιηθεί άμεσα, καθώς υπάρχει ο φόβος ότι οποιαδήποτε καθυστέρηση θα μπορούσε να επιτρέψει νέα παρέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων.

Σύντομα φθάνουν οι συγγενείς των καταδικασθέντων και η ατμόσφαιρα βαραίνει. Πριν από την αναχώρησή τους για το Γουδί, επιτρέπεται στους συγγενείς να τους αποχαιρετήσουν. Οι μελλοθάνατοι μεταλαμβάνουν και ανταλλάσσουν τις τελευταίες τους κουβέντες με τα αγαπημένα τους πρόσωπα.

Λίγο αργότερα, οι έξι επιβιβάζονται σε δύο οχήματα. Προπορεύεται το αυτοκίνητο του φρουράρχου της εκτέλεσης, ταγματάρχη Σπαή, ο οποίος είχε καταθέσει ως μάρτυρας κατηγορίας στο Στρατοδικείο. Σε περίπου μισή ώρα, η πομπή φθάνει στον τόπο της εκτέλεσης, στο Γουδί. Εκεί τους περιμένουν 90 στρατιώτες. Ο Σπαής διαβάζει την απόφαση και διατάζει τους μελλοθάνατους να σταθούν στις προκαθορισμένες θέσεις. Κανείς από τους έξι δεν δέχεται να του δέσουν τα μάτια και κανείς δεν εκφράζει κάποια τελευταία επιθυμία. Στις 11.27 π.μ. ακούγονται οι πυροβολισμοί και οι έξι πέφτουν νεκροί…

Σύμφωνα με μαρτυρίες της εποχής, ο στρατιώτης που έδωσε τη χαριστική βολή ήταν ένας ακρωτηριασμένος βετεράνος της Μικρασιατικής Εκστρατείας. Ο ίδιος,αν και δυσκολευόταν να περπατήσει,με πατερίτσες φέρεται να έδωσε και το παράγγελμα της εκτέλεσης.Ήταν μια ακόμη πράξη  που αποτύπωνε το κλίμα οργής και εκδίκησης που επικρατούσε εκείνες τις ημέρες.

Έτσι γράφτηκε το τέλος της Μικρασιατικής Τραγωδίας. Την ίδια στιγμή, όμως, ο Εθνικός Διχασμός βάθαινε και παγιωνόταν, ενώ και οι πρωταγωνιστές της απόφασης και της εκτέλεσης δεν άργησαν να υιοθετήσουν μεθόδους και πρακτικές που όξυναν τις πολιτικές και κοινωνικές αντιθέσεις και συνέβαλαν στην οικοδόμηση ενός πιο αυταρχικού κράτους.                       

Γιατί όμως έπρεπε να εκτελεστούν οι Έξι; Η απάντηση δεν βρίσκεται μόνο στις αποφάσεις του στρατοδικείου, αλλά κυρίως στο εκρηκτικό πολιτικό, κοινωνικό και ψυχολογικό κλίμα που είχε δημιουργήσει η Μικρασιατική Καταστροφή. Η  στρατιωτική ήττα, η κατάρρευση του στρατού,η απώλεια των αλύτρωτων πατρίδων, ο ξεριζωμός εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων  είχαν προκαλέσει πρωτοφανή οργή στην ελληνική κοινωνία. Πολλοί θεωρούσαν ότι η χώρα μπορούσε να προχωρήσει μόνο αν αποδίδονταν ευθύνες και αν υπήρχε παραδειγματική τιμωρία των υπευθύνων.

Η Επανάσταση Επιτροπή του Πλαστήρα, βιαζόταν να επιβάλει την εξουσία της, αλλά και να δώσει ένα παραδειγματικό μήνυμα τιμωρίας.Η συντριπτική πλειοψηφία των στρατιωτικών, ιδιαίτερα των αξιωματικών που είχαν βιώσει την κατάρρευση του μετώπου, αλλά και οι εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες που είχαν χάσει τις πατρογονικές τους εστίες, απαιτούσαν την παραδειγματική τιμωρία όσων θεωρούσαν υπεύθυνους. Βάσιμα υπήρχε ο φόβος ότι η μη απόδοση ευθυνών θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέες πολιτικές και στρατιωτικές αναταραχές.

Οι εκτελέσεις θεωρήθηκαν από πολλούς ως μια πράξη κάθαρσης, η οποία θα επέτρεπε στη χώρα να αφήσει πίσω της την εθνική καταστροφή και να συσπειρωθεί γύρω από ένα νέο ξεκίνημα. Ταυτόχρονα, όμως, εξυπηρετούσαν και πολιτικές σκοπιμότητες, καθώς σηματοδοτούσαν την οριστική κατάρρευση του αντιβενιζελικού πολιτικού κόσμου που είχε κυριαρχήσει μετά το 1920.

Αμφιλεγόμενη παραμένει μέχρι σήμερα η στάση του Βενιζέλου. Πολλοί υποστηρίζουν ότι, αν το επιθυμούσε πραγματικά, θα μπορούσε να συμβάλει στην αποτροπή των εκτελέσεων. Άλλοι  πιστεύουν ότι παρά το τεράστιο πολιτικό του κύρος, οι εξελίξεις είχαν πλέον ξεφύγει από τον έλεγχό του,η  κατάσταση τόσο έκτακτη,η πίεση τόσο μεγάλη ώστε η ματαίωση των εκτελέσεων ήταν εξαιρετικά δύσκολη. Η συζήτηση αυτή παραμένει ανοιχτή και συνεχίζει να διχάζει ιστορικούς και ερευνητές μέχρι σήμερα.

Οι εκτελέσεις τελικά έγιναν και αρχικά προκάλεσαν μούδιασμα και αντιδράσεις στη διεθνή κοινή γνώμη, δημιουργώντας ένα στίγμα για την ελληνική πολιτική ζωή και δυσχέρειες στις σχέσεις της χώρας με τις Μεγάλες Δυνάμεις. Πάνω απ' όλα, παγίωσαν και διεύρυναν το πολιτικό σχίσμα που χαρακτήριζε την ελληνική κοινωνία ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα και το οποίο θα συνέχιζε να επηρεάζει τη χώρα για πολλές δεκαετίες, φτάνοντας μέχρι και τον Εμφύλιο Πόλεμο. Δημιούργησαν ένα ισχυρό αίσθημα αδικίας και εκδίκησης, δυσχέραναν την εθνική συμφιλίωση και ενίσχυσαν την αντίληψη ότι οι πολιτικές συγκρούσεις μπορούσαν να επιλύονται με έκτακτες διαδικασίες, στρατιωτικές παρεμβάσεις και πραξικοπήματα. Για μεγάλο μέρος της αντιβενιζελικής παράταξης, οι εκτελεσθέντες μετατράπηκαν σε σύμβολα και μάρτυρες, ενώ η Δίκη των Έξι συνέχισε να διχάζει την ελληνική κοινωνία και την ιστοριογραφία για πολλές δεκαετίες.



Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις