Η Άλωση της Τριπολιτσάς, β΄ μέρος

 

Αύγουστος του 1821…Η πολιορκία της Τριπολιτσάς γίνεται ασφυκτική και η κατάσταση μέσα στα τείχη της πόλης είναι πλέον ιδιαίτερα δύσκολη για τους περισσότερους από τριάντα χιλιάδες κατοίκους της, ένοπλους και άμαχο πληθυσμό.

Οι Έλληνες, μετά και τη νικηφόρα μάχη της Γράνας, χάρη στη στρατηγική του Κολοκοτρώνη, έχουν καταφέρει να κλείσουν σχεδόν όλους τους δρόμους και τα περάσματα. Η πείνα, η έλλειψη νερού για ανθρώπους και ζώα,οι επιδημίες, η σωματική και ψυχολογική κόπωση, οι γκρίνιες και οι μικροσυγκρούσεις μεταξύ Τούρκων και Αλβανών επιδεινώνουν συνεχώς την κατάσταση και ανοίγουν τον δρόμο για διαπραγματεύσεις.

Οι πολιορκητές,περίπου είκοσι χιλιάδες που έχουν μαζευτεί μέσα και έξω από τα στρατόπεδα,  ανυπόμονοι για να εφορμήσουν,να σφάξουν,να εκδικηθούν,να λαφυραγωγήσουν, θα διακόψουν τις διαπραγματεύσεις και θα καταλάβουν την πόλη στις 23 του Σεπτέμβρη του 1821. Ο Κολοκοτρώνης που πρώτος και μόνος επέμενε σε αυτήν την επιχείρηση θα δικαιωθεί απόλυτα.

γράφει ο Θάνος Δασκαλοθανάσης 



 Η κατάσταση στην πόλη-Τα διλήμματα των Τούρκων

 Μέχρι τις αρχές Σεπτεμβρίου είχαν συμπληρωθεί περίπου τέσσερις μήνες πολιορκίας των Τούρκων και Αλβανών στην Τριπολιτσά.Οι Έλληνες,στην πρώτη ουσιαστικά μεγάλη στρατιωτική επιχείρηση του Αγώνα, είχαν ξεσηκωθεί ανοργάνωτοι και ξεκίνησαν την πολιορκία με άτακτο τρόπο, αλλά σιγά-σιγά άρχισαν να συνηθίζουν την πειθαρχία,να οργανώνονται καλύτερα και να πολεμούν πιο συστηματικά.Η καθοδήγηση του Κολοκοτρώνη και η παρουσία και των άλλων οπλαρχηγών σχηματοποιούσε για πρώτη φορά μια νέα κατάσταση,τη μετατροπή των χωρικών σε "στρατιώτες".

Για τους πολιορκημένους οι επιλογές ήταν δύο: διαπραγματεύσεις για την παράδοση της πόλης, προκειμένου να σώσουν τις ζωές τους και, αν ήταν δυνατόν, τις περιουσίες τους, ή προσπάθεια εξόδου και διαφυγής. Όλος σχεδόν ο Μοριάς βρισκόταν στα χέρια των Ελλήνων, οι καπεταναίοι στα νησιά έλεγχαν τους θαλάσσιους δρόμους, ενώ τουρκική στρατιά δεν φαινόταν να κατεβαίνει από τον βορά. Ανάμεσα στους πολιορκημένους υπήρχε σαφής διαφοροποίηση σχετικά με το πώς έπρεπε να κινηθούν.

Οι Τούρκοι της πόλης, με επικεφαλής τον Κιαμήλ μπέη της Κορίνθου, επιθυμούσαν συμβιβασμό και διαπραγματεύσεις.Οι Ασιάτες Τούρκοι στρατιώτες, με επικεφαλής τον Κεχαγιάμπεη και με τη στήριξη της Εσμά χανούμ,της γυναίκας του Χουρσίτ, υποστήριζαν στρατιωτική λύση, δηλαδή έξοδο προς το Ναύπλιο.Οι Αλβανοί, κυρίως μισθοφόροι και σύμμαχοι των Τούρκων, με κύριο κριτήριο το δικό τους συμφέρον, είχαν ήδη έρθει σε ξεχωριστή επαφή με τον Κολοκοτρώνη για την απρόσκοπτη αποχώρησή τους από την πόλη.

Οι διαφωνίες των Ελλήνων οπλαρχηγών-ο Υψηλάντης αποχωρεί

Ενόψει της επικείμενης επιτυχίας της πολιορκίας, ήταν φανερό ότι οι Έλληνες βρίσκονταν μπροστά σε κάτι πρωτόγνωρο. Μια ολόκληρη πόλη, μεγάλη και πλούσια, επρόκειτο να πέσει στα χέρια τους. Το ζήτημα της διαχείρισης της κατάστασης και της μοιρασιάς των λαφύρων ήταν ιδιαίτερα σημαντικό.

Στις 11 Σεπτεμβρίου, σε σύσκεψη των οπλαρχηγών υπό τον Δημήτριο Υψηλάντη, έγινε προσπάθεια για μια πρώτη συμφωνία σχετικά με το πώς θα μοιράζονταν τα πλούτη και τα λάφυρα, ώστε να ικανοποιηθούν οι στρατιώτες αλλά και να διατεθεί ένα μέρος για τις ανάγκες του Αγώνα, που βρισκόταν ακόμη στην αρχή του. Η πρωτοβουλία ανήκε στον πρίγκιπα, ο οποίος θεωρούσε αναγκαία την ύπαρξη πειθαρχίας και συντονισμένων κινήσεων κατά την είσοδο των ελληνικών δυνάμεων στην Τρίπολη.Ωστόσο, οι περισσότεροι οπλαρχηγοί, εκφράζοντας και τα αισθήματα των απλών αγωνιστών, δεν συμφωνούσαν με αυτή τη λογική.

Για τους Έλληνες της μακράς και βάρβαρης σκλαβιάς, των ατιμώσεων, των δεινών, της φτώχειας και της καταπίεσης, η Τρίπολη ήταν το άντρο της τουρκικής εξουσίας στον Μοριά. Η πόλη αυτή, τώρα που ο Μοριάς είχε επαναστατήσει, έπρεπε, στη συνείδηση των περισσοτέρων, να αλωθεί και να πάψει να θυμίζει οτιδήποτε τουρκικό.

Με αφορμή ειδήσεις για πιθανή κάθοδο τουρκικών δυνάμεων προς την Αχαΐα και την Κόρινθο, ο Υψηλάντης αποχώρησε από την πολιορκία λίγο πριν από την άλωση. Η αποχώρησή του συνδέεται τόσο με στρατιωτικές ανάγκες,αλλά κυρίως  με τις πολιτικές και στρατιωτικές διαφωνίες που υπήρχαν.


 Διαπραγματεύσεις 

Οι Τούρκοι ζήτησαν διαπραγματεύσεις.Στα χέρια τους κρατούσαν και τους φυλακισμένους πρόκριτους και αρχιερείς, οι οποίοι βρίσκονταν για μήνες στα μπουντρούμια. Ζητούσαν να τους επιτραπεί να αποχωρήσουν οργανωμένα, με τα όπλα και τα υπάρχοντά τους, με ασφάλεια και με πλοία, τα ναύλα των οποίων θα πλήρωναν οι Έλληνες. Μάλιστα, απαιτούσαν και την παράδοση 18 επιπλέον ομήρων ως εγγύηση για την τήρηση των όρων της συμφωνίας.

Οι τουρκικές προτάσεις απορρίφθηκαν σχεδόν εξ ολοκλήρου. Οι Έλληνες απαιτούσαν την καταβολή πολεμικών αποζημιώσεων για τις καταστροφές που είχαν γίνει μέχρι τότε, την κάλυψη των πολεμικών εξόδων, την παράδοση του πολεμικού υλικού της πόλης και την απελευθέρωση των ομήρων. Σε αντάλλαγμα, αναλάμβαναν την υποχρέωση να συνοδεύσουν τους Τούρκους με ασφάλεια μέχρι τα λιμάνια και να τους επιβιβάσουν σε πλοία.

Και ενώ οι επίσημες διαπραγματεύσεις οδηγούνταν σε αποτυχία, οι ξεχωριστές διαπραγματεύσεις των Αλβανών με τον Κολοκοτρώνη κατέληξαν σε συμφωνία. Ο αρχηγός των Αλβανών, Ελμάζ μπέης, συμφώνησε με τον Κολοκοτρώνη να αποχωρήσουν οι Αλβανοί με τα όπλα τους προς την Ήπειρο και να μην πολεμήσουν ξανά τους Έλληνες. Την επόμενη μέρα έστειλαν στον Κολοκοτρώνη 13 κιβώτια για φύλαξη, ενώ ο Φωτάκος βρισκόταν μέσα στην πόλη ως σύνδεσμος.

Η κατάσταση μέσα στην Τριπολιτσά ήταν τραγική. Κυρίαρχοι της κατάστασης είχαν γίνει οι ένοπλοι Αλβανοί, οι οποίοι είχαν εκμεταλλευτεί τη διάλυση της οθωμανικής εξουσίας. Πολλοί κάτοικοι, εξαθλιωμένοι, προσπαθούσαν να διαφύγουν, αλλά οι Αλβανοί πρώτα τους λήστευαν και στη συνέχεια τους άφηναν να βγουν. Οι Έλληνες τους απωθούσαν πίσω προς την πόλη και συχνά ακολουθούσαν πυροβολισμοί. Μερικοί, από απελπισία, έπεφταν από τα τείχη.

Παράλληλα, με την ανοχή των Αλβανών, υπήρχαν μέσα στην πόλη Έλληνες που λειτουργούσαν ως ανιχνευτές ή κατάσκοποι, μεταδίδοντας πληροφορίες και ειδήσεις στους πολιορκητές.

Με ενέργειες του Ελμάζ μπέη και ύστερα από συνεννόηση με τον Κανέλλο Δεληγιάννη, αποφασίστηκε η απελευθέρωση του αδελφού του, Θεόδωρου Δεληγιάννη. Κατά τη μεταφορά του όμως πέθανε, γεγονός που αύξησε την οργή στο ελληνικό στρατόπεδο.

Ενώ εκκρεμούσε η οριστικοποίηση της συμφωνίας θα συμβεί ένα απρόοπτο γεγονός που θα φέρει το το τέλος της πολιορκίας. 

  Οι Έλληνες μπαίνουν στην Τρίπολη 

Η Τρίπολη εσωτερικά στέναζε από την πολιορκία, αφού απ’ έξω οι πολιορκητές είχαν κλείσει ασφυκτικά την πόλη. Αρκετοί Έλληνες πλησίαζαν και αντάλλασσαν τρόφιμα με όπλα ή πολεμοφόδια, σε ένα ιδιότυπο παράνομο εμπόριο. Συνομιλούσαν με τους Τούρκους και μερικές φορές ανέβαιναν στην τάπια με σχοινί.

Ένας απλός Έλληνας στρατιώτης, ο Μανώλης Δούνιας, ήταν αυτός που με την πονηριά του έδωσε τη λύση. Γνώριζε καλά τουρκικά και, συνομιλώντας με έναν φρουρό σε έναν προμαχώνα, κατάφερε να κερδίσει την εμπιστοσύνη του. Κάθε φορά που ο συγκεκριμένος σκοπός είχε υπηρεσία, ο Δούνιας βρισκόταν εκεί, μιλούσε μαζί του και κάποιες φορές του έδινε και φαγητό. Το πρωί της 23ης Σεπτεμβρίου 1821 έπεισε τον Τούρκο σκοπό να του ρίξει ένα σχοινί, για να ανέβει στον προμαχώνα και να δει από κοντά το κανόνι. Ο σκοπός δέχτηκε.Μαζί με δύο συντρόφους του ανέβηκαν στα τείχη (ύψους περίπου 5,5 μέτρων), εξουδετέρωσαν τον φύλακα και άνοιξαν την Πύλη του Μυστρά.

Παράλληλα, 60 Αγιοπετρίτες και Τσάκωνες είχαν στήσει ενέδρα. Με το άνοιγμα της πύλης, οι Έλληνες εισήλθαν στην πόλη. Ο Δούνιας και οι άνδρες του σκότωσαν τους Τούρκους της τάπιας χωρίς να πειράξουν τους Αλβανούς, ύψωσαν την ελληνική σημαία και έστρεψαν ένα πυροβόλο προς το σαράι.

Ο Παναγιώτης Κεφαλάς υψώνει την ελληνική σημαία στο φρούριο της Τριπολιτσάς αμέσως μετά τη νικηφόρα πολιορκία.

Η αποχώρηση των Αλβανών

Οι Αλβανοί που ήταν έτοιμοι να αναχωρήσουν αιφνιδιάστηκαν από τις εξελίξεις και θεώρησαν ότι η συμφωνία έχει υπονομευτεί από τους Έλληνες.Με την προσωπική παρέμβαση και εγγύηση του Κολοκοτρώνη που απείλησαν όποιον Έλληνα τους χτυπήσει,διέφυγαν προς τη Βοστίτσα και τα Καλάβρυτα,συνοδεία ελληνικού τμήματος υπο τον Πλαπούτα και με Έλληνες ομήρους ως εγγυητές για την ασφάλεια του ταξιδιού.Η αποχώρηση τους αδυνάτισε ακόμη περισσότερο την ήδη εξασθνημένη άμυνα της πολιορκημένης πόλης.

Συγκρούσεις στην πολη

Η είσοδος των επαναστατών γενικεύτηκε, καθώς άνοιξαν και οι πύλες του σαραγιού και της Σπάρτης. Το τμήμα από την Κυνουρία κατέλαβε τη μεγάλη οικία του Μουσταφά μπέη, όπου ύψωσε τη σημαία και εγκατέστησε φρουρά. Μέσα σε πολύ λίγο χρόνο, όλες οι πύλες είχαν παραβιαστεί και οι Έλληνες εισέρχονταν μαζικά στην πόλη.

Ο αιφνιδιασμός των Τούρκων ήταν απόλυτος. Πολλοί κλείστηκαν στα σπίτια τους για να υπερασπιστούν τις οικογένειές τους, ενώ σε πολλά  σημεία άρχισαν συγκρούσεις.Οργανωμένη αντίσταση  εκδηλώθηκε στη Μεγάλη Τάπια, όπου είχαν κλειστεί επίλεκτοι Τούρκοι στρατιώτες και από εκεί πυροβολούσαν αδιάκριτα μέσα στο αναμειγμένο πλήθος, που περιλάμβανε τόσο πολιορκητές όσο και πολιορκημένους.

Οι πυροβολισμοί αυτοί, πέρα από το ότι δεν μπορούσαν να αλλάξουν την έκβαση της μάχης, μεγάλωναν την οργή και την εκδικητικότητα των πολιορκητών.Οι Οθωμανοί αντιστάθηκαν για περίπου δύο ώρες, αλλά στη συνέχεια κατέρρευσαν.Οι δρόμοι της πόλης είχαν πλημμυρίσει από μαινόμενοους πολιορκητές.Ακολούθησαν σφαγές και λεηλασίες.

Η μεγάλη σφαγή

Για τρεις  ημέρες στην πόλη επικράτησε πλήρης ασυδοσία. Οι νικητές επιδόθηκαν με μανία σε σφαγές, πυρπολήσεις και λεηλασίες. Σκοτωμοί και λαφυραγωγία συνθέτουν το σκληρό σκηνικό που επικράτησε.Παντού φωτιές,καπνοί,αίμα πολύ και θρήνοι  και οιμωγές από γυναίκες,παιδιά,άμαχους.

Η συμφωνία που αρχικά είχε συμφωνηθεί αγνοήθηκε από τους πολιορκητές που είχαν μεταβληθεί σε ένα απείθαρχο στίφος,κυριευμένο από τα άγρια ένστικτα της εκδίκησης.Στο στόχαστρο βρέθηκαν και οι Εβραίοι της πόλης που θεωρούνταν ότι ήταν εχθρικοί προς τον ελληνικό αγώνα αλλά και κάποιοι ΈΛληνες υποπτοι για προδοσία.

Γυναίκες, νεαρές κοπέλες, βρέφη, νέοι και ηλικιωμένοι κείτονταν ανάμικτοι στο έδαφος. Δρόμοι που κάποτε ήταν λιθόστρωτοι μετατράπηκαν σε πτωματοστρωμένους, με ανθρώπους και ζώα να πατούν πάνω σε νεκρά σώματα.Και όταν δεν υπήρχαν πλέον ζωντανοί άμαχοι, η βιαιότητα δεν σταμάτησε. Ακολούθησαν λεηλασίες και βεβηλώσεις, φτάνοντας ακόμη και στους τάφους· το κοιμητήριο ανασκάφηκε και οστά ρίχτηκαν στους δρόμους.

Την τέταρτη ημέρα στις 26 Σεπτεμβρίου, κατόπιν συνεννοήσεως και εντολής των οπλαρχηγών, διατάχθηκε  να σταματήσει η αιματοχυσία και να αποκατασταθεί η τάξη στην πόλη. 

Φρικτός ο απολογισμός των σφαγών, αλλά όχι απόλυτα ακριβής. Κατά μία εκδοχή φονεύθηκαν 10.000 Οθωμανοί και Εβραίοι, ένοπλοι και άοπλοι. Ο αριθμός όμως πρέπει να είναι μεγαλύτερος, γιατί από τους 35.000 εγκλείστους στην πόλη, γλίτωσαν μόνο οι Χριστιανοί (6–7.000), οι επιφανείς Τούρκοι και τα χαρέμια (1.000), οι αποκλεισθέντες στη Μεγάλη Τάπια (1.500), οι Αλβανοί (2.000) και ελάχιστοι άλλοι.

Μόνο 40 ένοπλοι Τούρκοι κατόρθωσαν, μέσα στη γενική σύγχυση, να διαφύγουν την πρώτη ημέρα και να φθάσουν στο Ναύπλιο, όπου μετέφεραν τη φοβερή είδηση.Οι Έλληνες είχαν 227 νεκρούς κατά την έφοδο και 146 στις μάχες μέσα στην πόλη. Οι επιφανείς Τούρκοι και τα χαρέμια των πασάδων τέθηκαν υπό την προστασία Ελλήνων καπεταναίων και διασώθηκαν ως αιχμάλωτοι πολέμου. Μετά την πυρπόληση του σαραγιού οδηγήθηκαν στην πελώρια οικία και στον κήπο του Μουσταφά μπέη των Πατρών, υπό την προστασία αποσπάσματος του Αναγνωσταρά.

Στις επαναστάσεις η βία  συνιστά αναπόφευκτο φαινόμενο. Όταν μια εξέγερση στρέφεται ενάντια σε μια τυραννική εξουσία, συχνά συνοδεύεται από σκληρότητα και ακραίες πράξεις, ακόμη κι αν αυτές δεν μπορούν να δικαιολογηθούν ηθικά.Ένας λαός που εξεγείρεται ύστερα από αιώνες καταπίεσης  και σκληρής δουλείας είναι πολύ δύσκολο να συγκρατήσει τη βία του. Η συσσωρευμένη οργή και η επιθυμία για εκδίκηση μπορούν εύκολα να ξεπεράσουν κάθε όριο, ιδιαίτερα όταν δεν υπάρχει στρατιωτική πειθαρχία και έλεγχος.Θα έλεγε κανείς ότι εκείνη την ημέρα ότι οι επαναστατημένοι Έλληνες ήθελαν να εκδικηθούν για  τα βαριά και επαναλαμβανόμενα αδικήματα τεσσάρων  αιώνων.

Ο αντίκτυπος των σφαγών στην Ευρώπη και στο φιλελληνικό κίνημα ήταν αρνητικός. Πολλοί από εκείνους που ήταν ήδη εχθρικά διακείμενοι προς τον ελληνικό αγώνα βρήκαν την ευκαιρία να σχολιάσουν και να τον επικρίνουν, προσπαθώντας να αποδείξουν ότι οι Έλληνες δεν ήταν αντάξιοι των προγόνων τους και, επομένως, δεν άξιζαν τη βοήθεια των Ευρωπαίων.

Συνολικά, αυτό που προκύπτει είναι ότι η σφαγή δεν μπορεί να θεωρηθεί σωστή πράξη, αλλά μπορεί να εξηγηθεί ως αποτέλεσμα των συνθηκών της εποχής: της καταπίεσης, της εκδίκησης, της έλλειψης ελέγχου και της γενικότερης βίας που συνοδεύει σχεδόν κάθε επαναστατικό πόλεμο.

Υπάρχει η άποψη ότι αρκετοί οπλαρχηγοί περίμεναν αυτή την εξέλιξη, γι’ αυτό και απομακρύνθηκε ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, ο οποίος επιθυμούσε την οργανωμένη παράδοση της πόλης. Η αλήθεια είναι ότι τη στιγμή που οι επαναστάτες εισέβαλαν στην Τριπολιτσά, ήταν πολύ δύσκολο να ελεγχθεί η κατάσταση, ιδιαίτερα επειδή δεν επρόκειτο για τακτικό στρατό αλλά για άτακτα σώματα.

Ωστόσο, μετά την άλωση θα μπορούσαν να συγκροτηθούν ομάδες περιφρούρησης και περίπολοι, ώστε να περιοριστούν οι καταστροφές. Αυτό όμως δεν έγινε. Ο ίδιος ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης είχε στραμμένη την προσοχή του κυρίως στη διάσωση των Αλβανών, λόγω της συμφωνίας που είχε συνάψει μαζί τους, επιδιώκοντας παράλληλα να στερήσει από τους Τούρκους την πιο ικανή φρουρά της.

Στο πλαίσιο λοιπόν  των στρατηγικών τους επιλογών, τόσο ο ίδιος όσο και άλλοι οπλαρχηγοί φαίνεται πως θεώρησαν ότι η άλωση της τουρκικής Τριπολιτσάς θα οδηγούσε στην οριστική εκρίζωση της οθωμανικής παρουσίας στην περιοχή και θα αποτελούσε το εφαλτήριο για τη στερέωση του Αγώνα στον Μοριά.Έξι μόλις μήνες μετά την έναρξη του, ο ελληνικός Αγώνας αποκτούσε μια σταθερή βάση, και αυτή δεν ήταν άλλη από την Πελοπόννησο. Τα περίπου 11.000 όπλα, έστω κι αν δεν μοιράστηκαν σωστά, πέρασαν στα χέρια των αγωνιστών, οι οποίοι ένιωθαν πλέον τη μεγάλη αλλαγή που συντελούνταν στη ζωή τους: τη βεβαιότητα ότι συμμετέχουν στη γέννηση κάτι καινούριου.

Η Επανάσταση περνούσε σε ένα νέο επίπεδο. Οι προοπτικές που ανοίγονταν για την οργάνωση, τόσο σε στρατιωτικό όσο και σε πολιτικό επίπεδο, ήταν πολλές.








 


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις