Oι αιτίες του β΄ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος αποτέλεσε την απαρχή σημαντικών εξελίξεων για τα κράτη της Βαλκανικής Χερσονήσου. Ελλάδα, Σερβία, Βουλγαρία και Μαυροβούνιο συμμάχησαν με κοινό στόχο την εκδίωξη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από τα ευρωπαϊκά της εδάφη. Παρά τις μεγάλες στρατιωτικές επιτυχίες και τις εδαφικές κατακτήσεις, η έλλειψη συμφωνίας για τον διαμοιρασμό των περιοχών που απελευθερώθηκαν δημιούργησε έντονες αντιθέσεις μεταξύ των συμμάχων. Οι διαφωνίες αυτές αποτέλεσαν τη βάση για τον δεύτερο Βαλκανικό Πόλεμο...

ΓΡΑΦΕΙ  Ο ΘΑΝΟΣ ΔΑΣΚΑΛΟΘΑΝΑΣΗΣ

Το αναπάντεχο γεγονός

Στη Θεσσαλονίκη, που ζούσε τις πρώτες μέρες της ελευθερίας της μέσα σε ένα κλίμα καχυποψίας και ανταγωνισμών από τους Βούλγαρους και τις άλλες μειονότητες, συμβαίνει ένα απροσδόκητο γεγονός που αιφνιδιάζει τους πάντες. Ο βασιλιάς Γεώργιος, που είχε μετακομίσει μόνιμα στη Θεσσαλονίκη για να ενισχύσει συμβολικά την ελληνική διοίκηση της πόλης, δολοφονείται στις 5 Μαρτίου 1913.

Ο βασιλιάς, καθώς κάνει τον καθημερινό του περίπατο στην παραλία της πόλης, με ελάχιστα μέτρα προστασίας, πέφτει θύμα ενός περίεργου πρώην δασκάλου με σκοτεινή αναρχική ιδεολογία, με το όνομα Αλέξανδρος Σχινάς. Λίγες μέρες αργότερα, ο δολοφόνος, διαφεύγοντας την προσοχή των φρουρών του, αυτοκτονεί πέφτοντας από το παράθυρο της φυλακής. Και οι δύο υποθέσεις κλείνουν γρήγορα και βιαστικά.

Ήταν πράγματι τρελός και παράφρονας ο Σχινάς; Ενήργησε μόνος του ή κάποιοι του όπλισαν το χέρι; Τα ερωτηματικά και τα σενάρια γύρω από τη δολοφονία είναι πολλά. Κοινή πεποίθηση των περισσοτέρων είναι ότι ο βασιλιάς εκτελέστηκε είτε από κάποιον Βαλκάνιο είτε από Γερμανούς και Αυστριακούς. Οι Αυστριακοί εποφθαλμιούσαν τη Θεσσαλονίκη και δεν έβλεπαν με καλό μάτι την παρουσία του ίδιου του βασιλιά στην πόλη. Οι Γερμανοί επιθυμούσαν να εκλείψει ο αγγλόφιλος Γεώργιος και να ανέλθει στον θρόνο ο Κωνσταντίνος, ο γαμπρός του Κάιζερ Γουλιέλμου. Τα σχέδια του τελευταίου θα ικανοποιούνταν πλήρως, έχοντας στη δική του επιρροή —ή τουλάχιστον σε ουδετερότητα— τον νέο βασιλιά.



Ποια θα ήταν η πορεία της χώρας αν δεν συνέβαινε η τραγική δολοφονία; Γνωρίζοντας τις κατοπινές εξελίξεις, τον Εθνικό Διχασμό και τη Μικρασιατική Καταστροφή, μόνο υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε. Οπωσδήποτε, με τον Γεώργιο βασιλιά, που ήξερε να ελίσσεται και να συνδιαλέγεται, ο Διχασμός θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί ή να μην είχε τόσο μεγάλη σφοδρότητα.


Το τέλος του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου

Στις 13 Μαρτίου 1913 πέφτει η Αδριανούπολη στα χέρια των Βουλγάρων. Στις 9 Απριλίου οι Μαυροβούνιοι καταλαμβάνουν τη Σκόδρα, η οποία όμως τελικά θα συμπεριληφθεί στο νεοσύστατο αλβανικό κράτος. Η λήξη του Βαλκανικού Πολέμου, οριστική αυτή τη φορά, είναι γεγονός. Τη στιγμή που υπογράφεται η ανακωχή, σε ολόκληρη τη Βαλκανική χερσόνησο δεν υπάρχει ίχνος τουρκικής κατοχής.

Ο ελληνικός στρατός είχε φτάσει δυτικά έως τη Βόρεια Ήπειρο (Χιμάρα, Κορυτσά), βόρεια στη Φλώρινα, στα Γιαννιτσά και σε όλη την περιοχή της Θεσσαλονίκης, και ανατολικά στη Χαλκιδική μέχρι το Παγγαίο όρος. Επιπλέον, όλα τα νησιά και η Κρήτη ήταν ελληνικά, εκτός βέβαια από τα Δωδεκάνησα.

Το νέο εδαφικό καθεστώς των Βαλκανίων θα οριστικοποιούνταν  μέσα από σκληρές διαπραγματεύσεις.   Αυτή τη φορά οι Μεγάλες Δυνάμεις, που είχαν αιφνιδιαστεί από την έναρξη του πολέμου,  θα επέμβουν και θα προσπαθήσουν να ελέγξουν — η καθεμιά για λογαριασμό της— τις εξελίξεις. 




Η Διάσκεψη και η Συνθήκη του Λονδίνου – 17 Μαΐου 1913

Η Τουρκία αναγκάζεται, κάτω από το βάρος της μεγάλης ήττας, να παραχωρήσει στα βαλκανικά κράτη όλα τα εδάφη που βρίσκονται δυτικά της γραμμής που συνδέει την πόλη Μήδεια στη Μαύρη Θάλασσα και τον Αίνο στο Αιγαίο, παραχωρώντας και την Αδριανούπολη και το Μπουργκάς στη Βουλγαρία. Επίσης, παραχωρούσε την Κρήτη στην Ελλάδα, αλλά δεν δεχόταν την κατοχή των νησιών του Αιγαίου.

Ο ακριβής διαχωρισμός των εδαφών και ο καθορισμός των συνόρων θα οριζόταν με διαπραγματεύσεις ανάμεσα στις βαλκανικές χώρες, πάντα υπό την εποπτεία των Μεγάλων Δυνάμεων. Ήταν φανερό ότι υπήρχαν πολλά ζητήματα που έπρεπε να διευθετηθούν.




Οι διεκδικήσεις των συμμάχων

Στην Ελλάδα οι πανηγυρισμοί δεν είχαν τελειωμό. Άλλωστε, ήταν ένας πόλεμος που δεν επηρέασε καθόλου την κανονικότητα της ζωής στα μετόπισθεν. Όλοι ζητούσαν να ενσωματωθούν στο ελληνικό κράτος όλες οι «νέες χώρες». Έτσι θα ικανοποιούνταν το εθνικό αίσθημα αλλά και τα οικονομικά συμφέροντα που είχαν ήδη αρχίσει να διαμορφώνονται. Κάτι τέτοιο όμως πρακτικά ήταν ανέφικτο.

Ο Βενιζέλος γνώριζε ότι οι διαπραγματεύσεις θα ήταν σκληρές και θα έθεταν εκβιασμούς και διλήμματα. Διαμόρφωσε ένα πλαίσιο διεκδικήσεων που περιλάμβανε τα νησιά του Αιγαίου, την Ήπειρο (το βόρειο τμήμα της θα κατέληγε στο νέο αλβανικό κράτος), τη Δυτική Μακεδονία, την ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης και ανατολικά μέχρι τον ποταμό Στρυμόνα. Έμεναν, δηλαδή, εκτός περιοχές με πυκνούς ελληνικούς πληθυσμούς.

Οι Σέρβοι είχαν φτάσει νοτιοδυτικά μέχρι τα Τίρανα, είχαν καταλάβει τα Σκόπια και είχαν φτάσει ως το Μοναστήρι και ακόμη πιο κάτω. Οι Μαυροβούνιοι είχαν μπει στη Σκόδρα. Οι Βούλγαροι είχαν εισβάλει στη Θράκη και είχαν επεκταθεί μέχρι τα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης, ενώ κινήθηκαν και προς την Ανατολική Μακεδονία. Σερβία και Βουλγαρία είχαν ενσωματώσει τη μεταξύ τους συμφωνία διανομής στη συνθήκη που είχαν υπογράψει, ενώ Ελλάδα και Βουλγαρία δεν είχαν συνάψει αντίστοιχη συμφωνία.


Οι Σύμμαχοι ετοιμάζονται για πόλεμο

Μέσα σε αυτό το κλίμα, όλοι έβλεπαν ότι τη λύση θα την έδιναν τα όπλα. Τώρα που ο ρυθμιστικός ρόλος της τουρκικής εξουσίας είχε εκλείψει, οι βαλκανικές χώρες, μέσα από συγκρούσεις και ανταγωνισμούς, αποδεικνύονταν ανίκανες να συνεννοηθούν ειρηνικά. Ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος ήταν καθαρά απελευθερωτικός· τώρα όμως οι Βαλκάνιοι δεν μπορούσαν να ρυθμίσουν τις διαφορές τους.

Θα επικρατούσαν όσοι υποστήριζαν στρατιωτικές λύσεις, παρά το ότι στην κοινή γνώμη υπήρχε πνεύμα συνεργασίας και ειρήνης. Την πολεμική λύση ενίσχυε ο βουλγαρικός εθνικισμός,για τη Θεσσαλονίκη και συνολικά για τη Μακεδονία, που υποδαυλιζόταν από τους ισχυρούς προστάτες του. Τα σχέδια για μια «Μεγάλη Βουλγαρία» τρόμαζαν Έλληνες και Σέρβους. Η πιθανή απώλεια της Θεσσαλονίκης και ο εκβουλγαρισμός της Μακεδονίας θα αποτελούσαν αιτία πολέμου.


Συμμαχία με τη Σερβία

Ο κοινός κίνδυνος οδήγησε την Ελλάδα και τη Σερβία σε συμμαχία. Στις 19 Μαΐου 1913 υπογράφεται μυστικά συμφωνία, σύμφωνα με την οποία, σε περίπτωση βουλγαρικής επίθεσης, η Ελλάδα θα παρέτασσε 90.000 άνδρες και η Σερβία 150.000. Προβλεπόταν επίσης ότι ο ελληνικός στόλος θα έλεγχε το Αιγαίο.


Οι αντίπαλοι

  • Ελλάδα: 8 μεραρχίες, συνολικά 100.000 άνδρες, 1.000 ιππείς και 200 πυροβόλα
  • Σερβία: 10 μεραρχίες και 1 από το Μαυροβούνιο, συνολικά 260.000 άνδρες, 3.000 ιππείς και 500 πυροβόλα
  • Βουλγαρία: 15 μεραρχίες, συνολικά 350.000 άνδρες, 5.000 ιππείς και 720 πυροβόλα

Η σύγκριση των αριθμών έδειχνε σχετική ισοδυναμία των αντιπάλων. Το γεγονός αυτό προμήνυε μια σφοδρή σύγκρουση με αβέβαιο αποτέλεσμα.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις