Ο Αγώνας στα Οχυρά της Μακεδονίας
Άνοιξη του 1941. Η Γερμανία του Χίτλερ έχει σχεδόν καθυποτάξει όλη την Κεντρική Ευρώπη με τη στρατηγική του «κεραυνοβόλου πολέμου». Μετά την παταγώδη αποτυχία των Ιταλών στα ελληνοαλβανικά σύνορα, απέναντι στην ισχυρή άμυνα των Ελλήνων, οι Γερμανοί προχωρούν στο επιχειρησιακό σχέδιο «Μαρίτα», για να εισβάλουν και να κατακτήσουν την Ελλάδα.
Μέσα σε αυτό το ασφυκτικό στρατηγικό πλαίσιο, η "Γραμμή Μεταξά" στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, σχεδιασμένη για να αναχαιτίσει ενδεχόμενη επίθεση από τη Βουλγαρία, θα μετατραπεί σε πεδίο μιας από τις πιο σκληρές και ιδιόμορφες συγκρούσεις του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
γράφει ο Θάνος Δασκαλοθανάσης
Η "Γραμμή Μεταξά" σχεδιάστηκε για να ανακόψει κάθε ενδεχόμενο επιθετικό σχεδιασμό από τη Βουλγαρία. Σε περίπτωση που οι βόρειοι γείτονες προχωρούσαν σε επίθεση, σκοπός της ήταν να καθυστερήσει την εχθρική επιχείρηση, να καθηλώσει και να φθείρει τον αντίπαλο, προκαλώντας του απώλειες και δημιουργώντας την εντύπωση ενός μετώπου που δεν μπορούσε να καταληφθεί εύκολα. Παράλληλα, θα εξασφαλιζόταν ο απαραίτητος χρόνος για τη συγκέντρωση και την ανάπτυξη δυνάμεων που θα ρίχνονταν στη μάχη.
Η στρατηγική της αξία βασιζόταν στη μετωπική άμυνα.Η παράκαμψή τελικά της μέσω της Γιουγκοσλαβίας ακύρωσε τον επιχειρησιακό της ρόλο, χωρίς όμως να μειώσει τη σημασία και την ένταση του αγώνα που διεξήχθη στα οχυρά.
Η ΦΥΣΗ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ
Το ορεινό ανάγλυφο της περιοχής, οι στρατηγικά επιλεγμένες οχυρές θέσεις,η υψηλή μαχητικότητα των Ελλήνων μαζί και με την υπότίμηση της οχύρωσης και αξίας των υπερασπιστών, αποτέλεσαν τους λόγους για τους οποίους οι Γερμανοί δεν κατάφεραν να κυριεύσουν το Ρούπελ και άλλα οχυρά της περίφημης «Γραμμής Μεταξά». Οι μάχες αυτές είχαν έναν εντελώς ιδιαίτερο και εξαιρετικά σκληρό χαρακτήρα, διαφορετικό από τις κλασικές συγκρούσεις πεδίου.
Ισχυρά πυρά πυροβολικού και συνεχείς αεροπορικοί βομβαρδισμοί από Στούκας σφυροκοπούσαν τα μόνιμα έργα, με στόχο την καταστροφή των οχυρών και την εξουδετέρωση των ελληνικών πυρών. Οι υπερασπιστές των οχυρών, μέσα από τις θέσεις βολής και τα πολυβολεία, αλλά και με μάχες στα υψώματα, είχαν έναν και μόνο σκοπό: να εμποδίσουν, να φθείρουν και να καθυστερήσουν τον εχθρό, δίνοντάς του τη βεβαιότητα ότι δεν μπορούσε να προελάσει χωρίς σοβαρές απώλειες.Ελληνικές πυροβολαρχίες, ανεπτυγμένες στα υψώματα γύρω από τα οχυρά και στην περιοχή των γεφυρών του Στρυμόνα προκαλούσαν σοβαρά προβλήματα στους Γερμανούς, καταστρέφοντας γέφυρες, εξουδετερώνοντας εχθρικά πυροβόλα και ανακόπτοντας την προέλαση των μηχανοκίνητων τμημάτων τους.
Οι συγκρούσεις διεξάγονταν αρχικά γύρω από τα χαρακώματα και τα εξωτερικά έργα. Όταν ο εχθρός κατόρθωνε να πλησιάσει, οι μάχες μεταφέρονταν στο εσωτερικό των οχυρών, σε υπόγεια συγκροτήματα φτιαγμένα από σκυρόδεμα,με στοές και θαλάμους, σχεδιασμένους για μακρόχρονη άμυνα.
ΤΑΚΤΙΚΕΣ ΤΩΝ ΓΕΡΜΑΝΙΚΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ
Οι γερμανικές δυνάμεις επιδίωκαν αρχικά να εξουδετερώσουν θυρίδες, παρατηρητήρια και πολυβολεία με πυροβολικό και αεροπορία. Όταν αυτό δεν απέδιδε, ακολουθούσαν επιθέσεις πεζικού από μικρά και ευέλικτα τμήματα, που εκμεταλλεύονταν το έδαφος, τις νεκρές ζώνες πυρός και συχνά το σκοτάδι της νύχτας.
Γερμανοί σκαπανείς προσέγγιζαν τα εξωτερικά έργα χρησιμοποιώντας φλογοβόλα, καπνογόνα και εκρηκτικά. Η μάχη εξελισσόταν σε ιδιαίτερα βίαιες συγκρούσεις μικρής κλίμακας, με χειροβομβίδες και εκρηκτικά να χρησιμοποιούνται για τη διάνοιξη εισόδων ή την καταστροφή θυρίδων.
ΜΑΧΕΣ ΣΤΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΤΩΝ ΟΧΥΡΩΝ
Αν κατάφερναν να μπουν στο εσωτερικό, η σύγκρουση μεταφερόταν στις υπόγειες στοές, λαξευμένες βαθιά στο βουνό, σε ένα περιβάλλον ασφυκτικό, σκοτεινό και γεμάτο θόρυβο. Οι στοές ήταν στενές, συχνά τόσο ώστε να περνά μόνο ένας ή δύο άνδρες, και χωρίζονταν με βαριές μεταλλικές πόρτες, δημιουργώντας επιμέρους «τομείς μάχης». Αυτό σήμαινε ότι ακόμη κι αν ο εχθρός εισχωρούσε, δεν καταλάμβανε όλο το οχυρό, αλλά έπρεπε να πολεμήσει για κάθε διάδρομο ξεχωριστά.Εκεί μέσα στους υπόγειους διαδρόμους και θαλάμου έγιναν σκληρότατες και αματηρές μάχες ακόμα και με ξιφολόγχες.
Οι περισσότεροι Έλληνες υπερασπιστές ήταν ντόπιοι από τις γύρω περιοχές. Είχαν εκπαιδευτεί καλά και είχαν εξοικειωθεί με τη ζωή στα οχυρά. Αξιοποιώντας την άριστη γνώση του εσωτερικού και των στοών, περνούσαν στην αντεπίθεση αιφνιδιαστικά, ανακαταλαμβάνοντας χώρους που είχαν προσωρινά χαθεί.
Η μάχη είχε χαρακτήρα φθοράς και καταπόνησης του αντιπάλου, αλλά και έντονης ψυχολογικής δοκιμασίας, καθώς οι φρουρές παρέμεναν επί ημέρες αποκομμένες, με λίγο φως και υπό συνεχή βομβαρδισμό.
Οι μαρτυρίες των υπερασπιστών αναφέρουν ότι, πριν ακόμη αρχίσει η άμεση σύγκρουση, υπήρχε έντονη ψυχολογική πίεση. Άκουγαν τους Γερμανούς να κινούνται πάνω από τα κεφάλια τους, να σκάβουν ή να τοποθετούν εκρηκτικά. Το έδαφος έτρεμε από τους συνεχείς βομβαρδισμούς πυροβολικού και αεροπορίας. Όπως περιγράφεται, «το βουνό έβραζε» και κάθε στιγμή μπορούσε να σημάνει διάρρηξη μιας εισόδου. Αυτή η αναμονή, μέσα στο σκοτάδι και την υγρασία, ήταν εξίσου σκληρή με τη μάχη.
Παρά τη σφοδρότητα των επιθέσεων, τα περισσότερα οχυρά δεν καταλήφθηκαν μετωπικά, αλλά συνέχισαν να αντιστέκονται έως ότου διατάχθηκαν να παραδοθούν.
Οι έντονες βολές του γερμανικού πεζικού εναντίον των φατνωμάτων και των εισόδων των οχυρών αποδείχθηκαν ανεπαρκείς, καθώς τα τοιχώματα άντεχαν στα εκρηκτικά. Τα φλογοβόλα δεν λειτουργούσαν αποτελεσματικά λόγω υψομέτρου, ενώ οι χειροβομβίδες συχνά επιστρέφονταν από τους υπερασπιστές.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα προερχόταν από τις καπνογόνες χειροβομβίδες, καθώς ο καπνός τους ανάγκαζε τους μαχητές να υποχωρήσουν προσωρινά. Ωστόσο, μετά από λίγο επανεμφανίζονταν από κρυφά σημεία, αιφνιδιάζοντας τους αντιπάλους.
Ένα από τα πιο εντυπωσιακά στοιχεία που προκύπτουν από τις μαρτυρίες είναι η απομόνωση των υπερασπιστών. Σε πολλές περιπτώσεις δεν υπήρχε επικοινωνία με άλλες μονάδες ή με την ανώτερη διοίκηση. Δεν γνώριζαν ότι η Θεσσαλονίκη είχε ήδη καταληφθεί και ότι η γενική κατάσταση είχε επιδεινωθεί δραματικά.Άκουγαν τους Γερμανούς αγγελιοφόρους την τελευταία μέρα να ανακοινώνουν την κατάπαυση του πυρός και θεώρησαν αρχικά ότι επρόκειτο για εχθρικό τέχνασμα και συνέχιζαν κανονικά την αντίσταση
Η αντοχή των στρατιωτών δοκιμαζόταν στα όρια της. Ζούσαν για ημέρες μέσα σε υγρασία, με ελάχιστο ύπνο, συνεχή θόρυβο και περιορισμένο αέρα. Παρ’ όλα αυτά, οι μαρτυρίες αξιωματικών αναφέρουν ότι οι άνδρες δεν ζητούσαν υποχώρηση, αλλά πυρομαχικά.
«Αντιμετωπίσαμε με μεγάλο θάρρος τους Γερμανούς, γιατί θέλαμε να μοιάσουμε των ανδρών που πολεμούσαν τους Ιταλούς στην Αλβανία. Θυμάμαι σε ένα φατνώμα που έβλεπε ακριβώς στον δρόμο που ερχόταν από τη Βουλγαρία, δίπλα στο ποτάμι, στον Στρυμόνα, έναν λοχία ονόματι Μπουγιότοπουλο, που ήταν δεινός σκοπευτής· δεν είχε αφήσει κανένα γερμανικό τανκ να περάσει στη γη μας. Τα είχε καταστρέψει όλα και, όταν μπήκαν τελικά οι Γερμανοί, ήθελαν να τον γνωρίσουν…», αναφέρει ο Χρήστος Οικονομόπουλος λοχίας.
Τελικά η ρήση του διοικητή του Ρούπελ ταγματάρχη Δουράτσου, “τα οχυρά δεν παραδίδονται αλλά κατακτώνται” δεν ήταν απλώς μια ηρωική κενολογία ή ένα σχήμα λόγου, αλλά εξέφραζε μια βαθιά αντικειμενική πραγματικότητα, στηριγμένη στην κοινή και αμετάκλητη απόφαση των υπερασπιστών να παραμείνουν στις θέσεις τους και να αγωνιστούν μέχρι τελικής πτώσεως.
Η ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΚΑΙ Η ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΓΕΡΜΑΝΟΥΣ
Το γεγονός ότι τα περισσότερα οχυρά δεν καταλήφθηκαν μετωπικά, αλλά παραδόθηκαν μόνο κατόπιν της συνθηκολόγησης, προσδίδει στον αγώνα ιδιαίτερη ιστορική σημασία.Είναι αξιοσημείωτο ότι από το σύνολο των 21 οχυρών που δέχθηκαν τις σφοδρές γερμανικές επιθέσεις,μόνο 5 καταλήφθηκαν ενώ ένα εκκενώθηκε.Όσο υπήρχε έστω και ένας υπερασπιστής, το οχυρό συνέχιζε να αντιστέκεται.
Οι γερμανικές αναφορές μιλούν με θαυμασμό για τον αγώνα των Ελλήνων. Η αλήθεια είναι ότι οι Γερμανοί, από απλούς στρατιώτες μέχρι υψηλόβαθμους αξιωματικούς, εξέφρασαν απλόχερα τον θαυμασμό τους για την αντίσταση των υπερασπιστών των οχυρών. Όλες οι δηλώσεις τους εξυμνούν τη μαχητική ικανότητα και την ανθεκτικότητα των οχυρών απέναντι στη γερμανική επίθεση, καθώς και το γεγονός ότι ο ελληνικός στρατός ήταν από τους πιο αξιόμαχους που είχαν αντιμετωπίσει μέχρι τότε.
«Θυμάμαι ακόμα έναν Έλληνα στρατιώτη νεκρό μέσα σε ένα χαράκωμα, μπροστά από τα συρματοπλέγματα, μακριά από το οχυρό. Εδώ δεν κείτονταν ένας εχθρός… Μπροστά μου έβλεπα έναν Έλληνα ήρωα που ούτε οι ελληνικοί μύθοι δεν θα μπορούσαν καλύτερα να περιγράψουν», αναφέρει ο Κουρτ Κράιζερ, ένας απλός Γερμανός στρατιώτης.
Όταν οι Γερμανοί μπήκαν στο Ρούπελ, βρήκαν μια φρουρά που παρέμενε οργανωμένη και ένοπλη.Ο Γερμανός διοικητής Wilhelm List διέταξε να τους επιτραπεί να εξέλθουν με στρατιωτική αξιοπρέπεια.Η παράδοση πραγματοποιήθηκε στις 10 Απριλίου, με τους Γερμανούς να αποδίδουν τιμές στους Έλληνες υπερασπιστές. Ο διοικητής Πέτερσεν απένειμε τα εύσημα στον Δουράτσο, δηλώνοντας: «Ως στρατιώτης αποδέχομαι τη θυσία, αλλά ως άνθρωπος θλίβομαι για το αποδεκατισμένο σύνταγμά σας».
Κατά την παραλαβή του οχυρού Παλιουριώνες το πρωινό της 10ης Απριλίου παρατάχθηκε μπροστά από την είσοδό του ένα γερμανικό τάγμα.Ο διοικητής του που είχε έρθει για την παράδοση του οχυρού,προσφώνησε τον Έλληνα διοικητή και συνεχάρη την φρουρά.Τον συνόδεψε μετά για να επιθεωρήσει το γερμανικό τάγμα και διέταξε να ανυψωθεί η γερμανική σημαία στο οχυρό μετά και την πλήρη αποχώρηση των υπερασπιστών του.
ΟΙ ΑΠΩΛΕΙΕΣ
Οι απώλειες από τη σκληρή πενθήμερη σύγκρουση δεν ήταν τόσο μεγάλες όσο θα ανέμενε κανείς: οι ελληνικές δεν υπερέβησαν τους 1.000 νεκρούς, ενώ οι γερμανικές που σημειωτέον ακόμα και σήμερα δεν είναι πλήρως εξακριβωμένες ανήλθαν περίπου στους 1.500 νεκρούς και αρκετούς ακόμα αγνοούμενους.
Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ
10 Απριλίου 1941,ελληνοβουλγαρικά σύνορα- Η παράδοση του ΡΟΎΠΕΛ
Ο αγώνας των οχυρών της Γραμμή Μεταξά μνημονεύεται όχι για το αποτέλεσμά του, αλλά για τον χαρακτήρα του. Όλοι ανακαλούν στη μνήμη την ηρωική αντίσταση μέχρις εσχάτων. Ήταν ένας αγώνας με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, απέναντι σε έναν μέχρι τότε αήττητο στρατό, σε μια περίοδο που η Ελλάδα ήδη πολεμούσε σε άλλο μέτωπο.
Μικρές φρουρές, με περιορισμένα μέσα αλλά μεγάλη ψυχική αντοχή, αντιστάθηκαν με πείσμα και επαγγελματισμό απέναντι σε έναν αριθμητικά και υλικά ανώτερο αντίπαλο. Οι στρατιώτες της των οχυρών στο σύνολό τους τα εγκατέλειψαν με τάξη μετά την παράδοσή τους. Η αξιοπρέπεια και η περηφάνια στα πρόσωπά τους έδειχναν στους κατακτητές ότι δεν είχαν ηττηθεί.Και πράγματι έτσι ήταν... Εκείνη βέβαια τη στιγμή δεν γνώριζαν ποια μεταχείριση θα είχαν από αυτούς.
Λίγο αργότερα, οι γερμανικές δυνάμεις, εντυπωσιασμένες από την αντίσταση των Ελλήνων στρατιωτών, τους επέτρεψαν να αποχωρήσουν ελεύθεροι, αποδίδοντάς τους στρατιωτικές τιμές μια πράξη που καταδεικνύει τον σεβασμό προς τη μαχητικότητα και την αντοχή τους.






Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου