Ο ιεράρχης που μαρτύρησε την ημέρα του Πάσχα του 1821
Ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄ υπήρξε ένας σημαντικός ιεράρχης, με θητεία στον πατριαρχικό θρόνο στα δύσκολα προεπαναστατικά χρόνια. Σε εκείνη την ταραγμένη περίοδο βρέθηκε αντιμέτωπος με δύσκολα διλήμματα, ανάμεσα στην υποχρέωση διατήρησης της τάξης και προστασίας των χριστιανών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της διατήρησης του ίδιου του Πατριαρχείου, και στις αυξανόμενες επαναστατικές τάσεις των σκλαβωμένων Ελλήνων. Η θυσία του το Πάσχα του 1821 τον κατέστησε σύμβολο της Ελληνικής Επανάστασης.

Λίγο πριν ανάψει το φιτίλι της Επανάστασης, στην Κωνσταντινούπολη, μέσα στην καρδιά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, το αξίωμα του Πατριάρχη ισοδυναμούσε με ιδιαίτερη επικίνδυνη αποστολή. Πριν κανείς προβεί σε κρίσεις και συμπεράσματα, πρέπει να αντιληφθεί τις μεγάλες ευθύνες που είχε στους ώμους του ο εκάστοτε Πατριάρχης και ιδιαίτερα ο Γρηγόριος, ο οποίος διοίκησε το Πατριαρχείο τρεις φορές (1797–1798, 1806–1808, 1818–1821).Μέσα στη δίνη πολλών και πυκνών γεγονότων ο Γρηγόριος θα βρεθεί αρκετές φορές στη δύσκολη θέση να πάρει αποφάσεις και να εκδώσει οδηγίες προς τους χριστιανούς,απειλούμενος πάντα από τον Σουλτάνο,όχι για τη θέση του,όχι για τη ζωή του μόνο,αλλά κυρίως για την ασφάλεια και τις ζωές των χριστιανών της Πόλης και της ευρύτερης περιοχής.Η τριπλή πατριαρχική του θητεία δείχνει την ένταση και την αστάθεια της εποχής, καθώς η εξουσία του εξαρτιόταν απόλυτα από τον σουλτάνο, ο οποίος μπορούσε να τον καθαιρεί και να τον επαναφέρει κατά βούληση.
Ο Γρηγόριος Ε΄ γεννήθηκε το 1746 στη Δημητσάνα Αρκαδίας με το όνομα Γεώργιος Αγγελόπουλος.Παιδί αγροτών,που όμως από μικρός έδειξε αγάπη για τα γράμματα και την Εκκλησία.Σπούδασε στη Δημητσάνα, στην Αθήνα και στη Σμύρνη, όπου φοίτησε στην Ευαγγελική Σχολή.
Στη συνέχεια εκάρη μοναχός στις Στροφάδες Ζακύνθου με το όνομα Γρηγόριος,ενώ φοίτησε και στην Πατμιάδα Σχολή. Επέστρεψε στη Σμύρνη, όπου χειροτονήθηκε και εξελίχθηκε γρήγορα υπό την προστασία του Μητροπολίτη Προκόπιου.
Το 1785 έγινε Μητροπολίτης Σμύρνης και ανέπτυξε σημαντικό έργο: ενίσχυσε την παιδεία, πρόσφερε φιλανθρωπία και στήριξε τους Έλληνες πρόσφυγες που κατέφυγαν στην ιωνική πόλη μετά τα Ορλοφικά. Πέτυχε την απαλλαγή των κληρικών από τον κεφαλικό φόρο, προστατεύοντάς τους από διώξεις αλλά και δημόσιους εξευτελισμούς από τους Τούρκους.
Την 1η Μαΐου 1797 παραιτήθηκε από τον πατριαρχικό θρόνο λόγω γήρατος ο τότε Οικουμενικός Πατριάρχης Γεράσιμος ο Γ΄.Νέος Πατριάρχης εξελέγη ο Γρηγόριος ο Ε΄.
γράφει ο Θάνος Δασκαλοθανάσης
Οι ιδέες του -το έργο του
Βαθιά θρησκευόμενος, συντηρητικός στις απόψεις του και πιστός στις παραδόσεις της Ορθοδοξίας ο Γρηγόριος παρουσίασε σημαντικό έργο. Ολοκλήρωσε το επισκευαστικό έργο που είχε ξεκινήσει στο Πατριαρχείο, βελτίωσε τα οικονομικά του.Για την αρωγή προς τους φτωχούς ίδρυσε το "Κιβώτιον Ελέους",δηλαδή το ταμείο για τις ανάγκες των φτωχών.Έδειξε ιδιαίτερο ζήλο για την παιδεία,ίδρυσε σχολεία, καθώς και το Πατριαρχικό Τυπογραφείο από το οποίο εκδόθηκαν πολλά βιβλία.
Οι πολιτικοδιπλωματικές αποφάσεις
Το 1798, ενώ ο Ναπολέοντας προέλαυνε και ενέπνεε τους υπόδουλους Έλληνες, ο Ρήγας Φεραίος συνελήφθη και εκτελέστηκε στο Βελιγράδι. Ο Γρηγόριος, με εγκύκλιό του προς τους κατοίκους των Ιονίων Νήσων, καταδίκασε τη Γαλλική Επανάσταση και τους προέτρεψε να απομακρυνθούν από τους Γάλλους και να δεχτούν τη ρωσική διοίκηση.Ο Γρηγόριος Ε΄ καταδίκασε τις ιδέες του Ρήγα Φεραίου, θεωρώντας το Σύνταγμά του αντίθετο προς την ορθόδοξη πίστη, και καλούσε τους Έλληνες σε υποταγή. Παρόμοιες θέσεις εκφράζονται και στην «Πατρική Διδασκαλία» (1798), προκαλώντας έντονες αντιδράσεις από διανοούμενους όπως ο Κοραής. Η Υψηλή Πύλη τον κατηγόρησε για ανικανότητα να συγκρατήσει τους χριστιανούς και τον Δεκέμβριο του 1798 τον καθαίρεσε και τον εξόρισε στο Άγιο Όρος, όπου εγκαταστάθηκε στη Μονή Ιβήρων.
Στις 24 Σεπτεμβρίου 1806 η Ιερά Σύνοδος της εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης εξέλεξε εκ νέου τον Γρηγορίου Ε’ ως Πατριάρχη. Ο Γρηγόριος επέστρεψε στην Πόλη γνωρίζοντας αποθέωση από τον λαό.
Η πολιτική αστάθεια, οι επαναστατικές κινήσεις και το πολεμικό κλίμα ήταν έντονα. Ο σουλτάνος Σελίμ Γ΄ κήρυξε πόλεμο κατά της Ρωσίας και διέταξε τον πατριάρχη να αποτρέψει τους χριστιανούς από το να βοηθήσουν τους Ρώσους, καλώντας τους να παραμείνουν πιστοί στην Οθωμανική εξουσία και να μην εξεγερθούν.Ο Γρηγόριος πειθάρχησε στις εντολές του Σουλτάνου.
Το 1807 ο Γρηγόριος συνέβαλε στην άμυνα της Κωνσταντινούπολης απέναντι στον αγγλικό στόλο που απειλούσε την Πόλη και βοήθησε στην καταστολή πρόωρων επαναστατικών κινημάτων, όπως του Νικοτσάρα και του Βλαχάβα. Με τη στάση του αυτή έδειξε υπακοή στον σουλτάνο, αλλά παράλληλα συνέβαλε στην αποφυγή διώξεων και σφαγών σε βάρος των χριστιανών της Πόλης.
Το κέντρο της προσοχής του ήταν πάντα η σωστή διοίκηση του Πατριαρχείου, η φιλανθρωπία,η προστασία των χριστιανών και κυρίως την ενίσχυση της ελληνικής τους παιδείας.Ακόμη και ο Αδαμάντιος Κοραής που τον είχε επικρίνει για τις πολιτικές του αποφάσεις, αναγνώρισε τη συμβολή του, μιλώντας για «επερχόμενη αναγέννηση της Ελλάδας».
Το έργο του διακόπηκε το 1808 λόγω ανατροπής του Μουσταφά Δ΄ και ανόδου στον θρόνο του Μαχμούτ Β΄. Μετά από απαίτηση του νέου καθεστώτος, ο Γρηγόριος παραιτήθηκε και αποσύρθηκε στο Άγιο Όρος, όπου αφοσιώθηκε στην ασκητική ζωή και τη μελέτη.
Η Φιλική Εταιρεία
Εκεί στον Άγιον Όρος τον βρήκαν οι απόστολοι της Φιλικής Εταιρείας και συγκεκριμένα ο Ιωάννης Φαρμάκης στα 1818 και προσπάθησαν να τον μυήσουν στην οργάνωση. Κάποιες μαρτυρίες αναφέρουν ότι αρνήθηκε. Κάποιες άλλες ότι δέχτηκε. Το βέβαιο είναι ότι από την εποχή εκείνη γνώριζε για την ύπαρξη της επαναστατικής οργάνωσης.Είχαν περάσει δέκα ολόκληρα χρόνια από την εποχή της καθαίρεσής του,όμως το όνομά του ενέπνεε σεβασμό και η συνδρομή του θεωρούνταν χρήσιμη και καθοριστική. Πιθανότερο θεωρείται ότι δεν εντάχθηκε επίσημα αλλά διατηρούσε επαφές και κάποια μορφή συνεργασίας με μέλη της Εταιρείας, ενώ οι ίδιοι τον θεωρούσαν φιλικά προσκείμενο προς τον σκοπό τους και τον αποκαλούσαν συνθηματικά με το όνομα «Παλαιότερον».
Στις 17 Δεκεμβρίου 1818, παραιτήθηκε ο Πατριάρχης Κύριλλος Στ' και την επόμενη ημέρα εκλέχθηκε αντικαταστάτης του ο Γρηγόριος Ε', ο οποίος επέστρεψε στην Πόλη στις 14 Ιανουαρίου 1819.Τότε φέρεται στα πλαίσια τους "Κιβώτιου του Ελέους", για τη βοήθεια των φτωχών και την αποφυλάκιση κρατουμένων για χρέη,να συγκεντρώνει και χρήματα για τον Αγώνα των Ελλήνων.
Η επανάσταση ξεκινά-Το κίνημα και ο αφορισμός του Υψηλάντη
Τον Φεβρουάριο του 1821 ο Αλέξανδρος Υψηλάντης διαβαίνει τον Προύθο στη Μολδοβλαχία με επαναστατικό στρατό που έχει συγκροτήσει και ουσιαστικά κηρύττει την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης. Η αντίδραση του σουλτάνου Μαχμούτ Β΄ σε αυτήν την κίνηση από έναν μάλιστα επιφανή Ρώσο αξιωματικό θα είναι άμεση, γεμάτη οργή και μένος κατά των Ελλήνων.Θεωρούσε ο ίδιος ότι υπάρχει συμμαχία Ρώσων και Ελλήνων σε βάρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι στιγμές ήταν ιδιαίτερα κρίσιμες και γεμάτες κινδύνους, ιδιαίτερα για τους άμαχους, άοπλους και ανυπεράσπιστους χριστιανικούς πληθυσμούς της Πόλης, της Θράκης, της Μικράς Ασίας και των υπόλοιπων περιοχών που εξουσίαζαν οι Τούρκοι.
Στην Κωνσταντινούπολη, μετά τις πολιτικοστρατιωτικές αποφάσεις του σουλτάνου, επικρατούσε πολεμικός πυρετός με κινητοποίηση του στρατού και του στόλου. Το πιο ανησυχητικό όμως γεγονός ήταν ότι ο όχλος είχε φανατιστεί αλλά και οπλιστεί, και είχαν ήδη αρχίσει οι πρώτες επιθέσεις σε βάρος χριστιανών.
Το Πατριαρχείο και ο ηγέτης του θα βρεθούν σε πολύ δυσμενή θέση. Όλοι προέβλεπαν διωγμούς και δεινά για τους χριστιανούς της περιοχής. Ο ίδιος ο Γρηγόριος προτεραιότητα έβαζε να μην εγκαταλείψει το ποίμνιό του, να παραμείνει στην Πόλη, όπως οι ιεροί κανόνες και η Ιστορία το επέβαλαν. Γι’ αυτό και στις συζητήσεις που έγιναν, στην πρόταση να διαφύγει με τη δικαιολογία στον σουλτάνο ότι πηγαίνει στον Μοριά για να κατευνάσει τους Έλληνες να μην επαναστατήσουν, απάντησε αρνητικά. Στην πραγματικότητα, αν γινόταν αυτό, στόχος ήταν να μεταβεί στην Πελοπόννησο και από εκεί να ηγηθεί του αγώνα για την ελευθερία. Ο ίδιος έκρινε ότι η θέση του ήταν στην Κωνσταντινούπολη και ότι η πιθανή θυσία του ίσως αποδεικνυόταν ωφελιμότερη για το Γένος.
Και ενώ τα νέα από τα γεγονότα στη Μολδοβλαχία μεταδίδονταν και ανέφεραν τουρκικές απώλειες, στις αρχές του Μαρτίου ο σουλτάνος είχε αποφασίσει να ξεκινήσει αντίποινα σε βάρος των χριστιανών της Πόλης. Η επίσημη απόφαση απαιτούσε την έγκριση του Σεΐχουλ Ισλάμ, του ανώτερου θρησκευτικού ηγέτη της αυτοκρατορίας, τον οποίο και άμεσα θέλησε να συναντήσει ο Γρηγόριος, ζητώντας τη βοήθειά του για να αποτραπούν οι διωγμοί σε βάρος των χριστιανών. Εκείνος του ζήτησε, προκειμένου να τον ενισχύσει απέναντι στον σουλτάνο, αποδεικτικά στοιχεία ότι η επανάσταση δεν είχε γενικό χαρακτήρα και ότι ολόκληρο το γένος δεν είχε σχέση με αυτήν.
Η επαφή του με τον σουλτάνο και η πρόθεσή του να μην υπογράψει τη θανατική καταδίκη των χριστιανών θα κοστίσει στον μουουλμάνο αξιωματούχο τη θέση του. Θα καθαιρεθεί και θα εξοριστεί, ενώ λίγο αργότερα θα δολοφονηθεί με εντολή του σουλτάνου.
Ο νέος Σεΐχουλ Ισλάμ εξέδωσε τελικά απόφαση που προέβλεπε την τιμωρία των ενόχων. Με βάση αυτή, εκδόθηκε από τον σουλτάνο φιρμάνι που προέβλεπε αμνηστία για τους χριστιανούς, με τον όρο να εγκαταλείψουν κάθε επαναστατική ιδέα. Παράλληλα, από τον πατριάρχη ζητούνταν αποδεικτικά στοιχεία ότι καταδίκαζε την κίνηση του Υψηλάντη, ενώ απειλούνταν ότι, αν δεν υπάρξει καταδίκη, θα ξεκινούσαν άμεσα τα αντίποινα σε βάρος όλων των χριστιανών.
Το φιρμάνι παραδόθηκε στις 20 Μαρτίου στον μεγάλο διερμηνέα Κωνσταντίνο Μουρούζη. Ο πατριάρχης, με πλήρη επίγνωση της ευθύνης και του μεγάλου κινδύνου για το Γένος, κάλεσε σε σύσκεψη πατριάρχες και αρχιερείς. Μετά την ανάγνωση του φιρμανιού, αποφασίστηκε να γίνει αναφορά από τους λαϊκούς προς τον σουλτάνο, αλλά και ο αφορισμός του Υψηλάντη του ηγεμόνα Σούτσου και των επαναστατών από τον πατριάρχη.
Ο αφορισμός έγινε στις 23 Μαρτίου 1821 και διαβάστηκε επίσημα μετά από λειτουργία στην Κωνσταντινούπολη. Για να μεταδοθεί άμεσα σε όλη την αυτοκρατορία, στάλθηκαν αντίγραφά του σε όλες τις περιοχές.
Παρά το σουλτανικό φιρμάνι που μιλούσε για αμνηστία και παρά τον αφορισμό από τον πατριάρχη, δεν έλειψαν οι βιαιότητες, οι συλλήψεις και οι σφαγές σε βάρος των χριστιανών. Ήταν σαφές ότι, αν δεν γινόταν η δημόσια αποκήρυξη του κινήματος από τους Φαναριώτες και τον πατριάρχη, θα ξεκινούσε γενικευμένη σφαγή.
Ο ίδιος ο Υψηλάντης, ήδη από τις 29 Ιανουαρίου, με επιστολή του προς τον Κολοκοτρώνη, ουσιαστικά προέβλεπε τον επικείμενο αφορισμό και έδινε οδηγίες να μην ληφθεί υπόψη:
«Ο μεν Πατριάρχης, βιαζόμενος παρά της Πόρτας (σ.σ. Τουρκικής Αυλής), σας στέλλει αφοριστικά και εξάρχους, παρακινώντας σας να ενωθήτε με την Πόρτα· εσείς όμως να τα θεωρείτε ταύτα ως άκυρα, καθότι γίνονται με βία και δυναστεία και άνευ θελήσεως του Πατριάρχου».
Και πράγματι, ο αφορισμός δεν είχε καμία επίδραση στην Ελλάδα και ιδίως στον Μοριά, που ουσιαστικά είχε ήδη τεθεί σε επαναστατική τροχιά με τις πρώτες κινήσεις σε Μάνη, Καλαμάτα και Καλάβρυτα. Τους επόμενους μήνες, όλος ο Μοριάς και η Ρούμελη είχαν σχεδόν ελευθερωθεί.
Αντίθετα, στη Μολδοβλαχία ο αφορισμός του Υψηλάντη χρησιμοποιήθηκε ως επιχείρημα και αφορμή για να απομακρυνθούν από αυτόν όσοι είχαν ήδη αποφασίσει να μην ακολουθήσουν το επαναστατικό του κίνημα. Η βασική αιτία της εγκατάλειψής του ήταν η αποδοκιμασία του κινήματος από τον Τσάρο, αλλά και τα τοπικά τους συμφέροντα.
Ο ίδιος ο Πατριάρχης πορευόταν τα τραγικό του πεπρωμένο...
Συνεχίζεται...
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου