Οι πόλεμοι του Ι Ο Υ Σ Τ Ι Ν Ι Α Ν Ο Υ στην Ανατολή-Ο μεγάλος λοιμός

Όταν το 562 μ.Χ. πέθανε ο Ιουστινιανός Α΄, άφησε τη σχετικά νέα αυτοκρατορία να εκτείνεται σχεδόν έως τα όρια της παλαιάς Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Στα χίλια και πλέον χρόνια της μεσαιωνικής ελληνικής αυτοκρατορίας, τα σύνορα αυτά δεν επρόκειτο ποτέ να ξεπεραστούν. Ο χάρτης των κατακτήσεών του περιλάμβανε, στην Ανατολή, τη Μικρά Ασία και τμήμα του Καυκάσου, καθώς και την Κύπρο. Στη Μέση Ανατολή, η αυτοκρατορία ήλεγχε τη Συρία, την Παλαιστίνη και τη Μεσοποταμία, ενώ στη Βόρεια Αφρική περιλαμβάνονταν η Αίγυπτος, η Κυρηναϊκή, η Λιβύη και τα παράλια της σημερινής Τυνησίας και Αλγερίας. Παράλληλα, η αυτοκρατορία εκτεινόταν σε μεγάλο μέρος της Ιταλίας, ύστερα από τον μακροχρόνιο πόλεμο με τους Οστρογότθους, καθώς και σε περιοχές της νότιας Ιβηρικής Χερσονήσου.



γράφει ο Θάνος Δασκαλοθανάσης

Ο διμέτωπος αυτός αγώνας και στη Δύση και στην Ανατολή, χωρίς να αγνοούμε και τις επιθέσεις από τον Βορρά, ήταν και δύσκολος και επίπονος και δαπανηρός. Για την ανακατάληψη των δυτικών επαρχιών της Ρώμης, έπρεπε να εξασφαλιστούν τα βόρεια και ανατολικά σύνορα. Από τον Βορρά επιδρούσαν βαρβαρικά φύλα, από την Ανατολή υπήρχαν πάντα οι από παλιά εχθροί, οι Πέρσες. Με έναν συνδυασμό πολέμου και διπλωματίας ο Ιουστινιανός, χάρη και στους συνεργάτες του, πολιτικούς και στρατιωτικούς, θα προσπαθήσει να πετύχει τους στόχους του, πληρώνοντας όμως το αντίτιμο των μεγάλων οικονομικών θυσιών, των ανθρώπινων απωλειών, αλλά και των εύθραυστων κατακτήσεων.

Στην Ανατολή...Οι Περσικοί Πόλεμοι

Η Περσική αυτοκρατορία αποτελούσε το μοναδικό πραγματικά οργανωμένο και ισχυρό κράτος της εποχής, γεγονός που την καθιστούσε τον πιο επικίνδυνο αντίπαλο για το ανατολικό τμήμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Η συνοριακή γραμμή μεταξύ τους ήταν διαρκώς ευμετάβλητη,υπήρχαν ημιαυτόνομες ή ακαθόριστε περιοχές, οι οποίες αποτελούσαν μόνιμη αιτία ανταγωνισμού και εχθροπραξιών. Στην πραγματικότητα, κανένα από τα δύο κράτη δεν μπορούσε να επιβληθεί οριστικά στο άλλο, με αποτέλεσμα η συνύπαρξή τους να βασίζεται σε εναλλαγές περιόδων πολέμου και εύθραυστης ειρήνης. Νοτιότερα της συνοριακής γραμμής, η Αντιόχεια, τρίτη σημαντικότερη πόλη της αυτοκρατορίας, βρισκόταν εκτεθειμένη, κοντά στο στρατιωτικό σύνορο και στα όρια της ερήμου, γεγονός που την καθιστούσε ιδιαίτερα ευάλωτη σε επιδρομές και πολεμικές επιχειρήσεις..

Η Λαζική περιοχή βρισκόταν αρχικά στη σφαίρα επιρροής της Σασσανιδικής Περσίας, όμως λίγο πριν από τον θάνατο του Ιουστίνου Α΄ (518–527), ο βασιλιάς της Λαζικής στράφηκε προς τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Η μεταστροφή αυτή οφειλόταν τόσο στις πολιτικές όσο και στις θρησκευτικές πιέσεις που ασκούσαν οι Πέρσες στην περιοχή, γεγονός που προκάλεσε δυσαρέσκεια στους τοπικούς άρχοντες. Αντίθετα, η βυζαντινή προστασία εξασφάλιζε μεγαλύτερη αυτονομία και ευνοϊκότερες συνθήκες διακυβέρνησης. Η αλλαγή αυτή εξαγρίωσε την Περσική Αυτοκρατορία, καθώς η Λαζική είχε μεγάλη στρατηγική σημασία, ελέγχοντας τα περάσματα του Καυκάσου και την πρόσβαση στον Εύξεινο Πόντο.

Οι Πέρσες αποφάσισαν να επέμβουν δυναμικά στην Ιβηρία του Καυκάσου (σημερινή ανατολική Γεωργία),επιβάλλοντας τον Ζωροαστρισμό.Η βασιλική οικογένεια της περιοχής της περιοχής απέρριψε την περσική επικυριαρχία και στράφηκε προς τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία για πολιτικούς αλλά και θρησκευτικούς λόγους. Η επιλογή αυτή θεωρήθηκε πράξη ανταρσίας και προσβολή της περσικής εξουσίας, γεγονός που οδήγησε σε στρατιωτική επέμβαση στην Ιβηρία και αποτέλεσε την άμεση αφορμή για την έναρξη του Ιβηρικού Πολέμου (526–532).

Στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Ιουστινιανού Α΄, οι συγκρούσεις συνεχίστηκαν χωρίς αποφασιστική έκβαση. Το 527 πραγματοποιήθηκε αποστολή βυζαντινής πρεσβείας στους Πέρσες με στόχο την ειρήνη, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Το 528, ο Σίττας, συγγενής της αυτοκράτειρας Θεοδώρας, διορίστηκε στρατηγός της Αρμενίας και αντιμετώπισε με επιτυχία περσική επίθεση στη Θεοδοσιούπολη, τη σημαντικότερη πόλη της περιοχής.

Παράλληλα, ο στρατηγός Βελισάριος ανέλαβε την υπεράσπιση του ισχυρού οχυρού της Δάρας στη βόρεια Μεσοποταμία και το 529 απέκρουσε επιτυχώς περσική επίθεση. Το 530, ο βασιλιάς των Περσών Καβάδης Α΄ επιχείρησε εκ νέου να καταλάβει το οχυρό, χωρίς όμως επιτυχία. Οι μικρές σε έκταση αλλά συνεχείς βυζαντινοπερσικές συγκρούσεις συνεχίστηκαν έως τον Σεπτέμβριο του 531, όταν ο Καβάδης πέθανε αιφνίδια. Τον περσικό θρόνο ανέλαβε ο γιος και διάδοχός του Χοσρόης Α΄ (531–579), γεγονός που άνοιξε τον δρόμο για νέες διαπραγματεύσεις και, λίγο αργότερα, για τη σύναψη της «Αιώνιας Ειρήνης».

Ο νέος βασιλιάς, ο οποίος θα εξελιχθεί σε έναν από τους μακροβιότερους στον περσικό θρόνο, επιδίωξε αρχικά την ειρήνη, προκειμένου να σταθεροποιήσει τη θέση του. Από την ίδια επιθυμία κατεχόταν και ο Ιουστινιανός Α΄, ο οποίος λίγα χρόνια πριν είχε αναλάβει επίσημα τα ηνία της αυτοκρατορίας και επιθυμούσε την ειρήνη στην Ανατολή, ώστε να αφοσιωθεί στο δυτικό μέτωπο.

Η λεγόμενη «Απέραντη Ειρήνη» τέθηκε σε εφαρμογή τον Σεπτέμβριο του 532 και προέβλεπε την απόσυρση και των δύο πλευρών από τα εδάφη που είχαν κατακτηθεί πρόσφατα, δηλαδή των Βυζαντινών από την Ιβηρία και των Περσών από τη Λαζική. Επιπλέον, οι Βυζαντινοί ανέλαβαν την υποχρέωση να καταβάλλουν ετησίως χιλιάδες χρυσά νομίσματα στους Πέρσες, για τη φύλαξη των Κασπίων Πυλών και των διαβάσεων του Καυκάσου.

Η βυζαντινοπερσική ειρήνη, την οποία ο Ιουστινιανός είχε χρυσοπληρώσει, μόνο απέραντη δεν αποδείχθηκε. Οκτώ χρόνια μετά τη συμφωνία, και ενώ βρίσκονταν σε εξέλιξη οι βυζαντινές επιχειρήσεις στην Ιταλία, οι Πέρσες άρχισαν να προσβάλλουν τη συνοριακή γραμμή, να λεηλατούν και κατόπιν να υποχωρούν, απαιτώντας προηγουμένως ανταλλάγματα.

Το 540 σασανιδικές δυνάμεις εισέβαλαν στη Συρία. Πολιόρκησαν την Αντιόχεια, η οποία ήταν ουσιαστικά χωρίς στρατιωτική παρουσία, την κατέλαβαν και σκλάβωσαν το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της. Άμεσα ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις για την επίτευξη ειρήνης, στις οποίες ο Ιουστινιανός υποχρεώθηκε να καταβάλει και πάλι σημαντικά ποσά σε χρυσά νομίσματα, προκειμένου να εξαγοράσει την ειρήνη με τους Πέρσες.

Στα σχέδιά του ήταν, μόλις ολοκληρωνόταν η κατάληψη της Ραβέννας, να απεγκλωβίσει τη στρατιά του Βελισάριου και να τη μεταφέρει στην Ανατολή. Στο μεταξύ, οι περσικές επιτυχίες ενθάρρυναν την ηγεσία της Λαζικής να ζητήσει εκ νέου την περσική κηδεμονία. Την άνοιξη του 541 ο Βελισάριος έφθασε στη Μεσοποταμία επικεφαλής μεγάλης στρατιάς. Παρά τη δύναμή της, οι κινήσεις του υπήρξαν ιδιαίτερα περιορισμένες και τα αποτελέσματα μέτρια. Ήταν η περίοδος κατά την οποία ο μεγάλος στρατηγός βρισκόταν υπό την επίδραση των περιπετειών της συζύγου του, στοιχείο που φαίνεται ότι επηρέασε τη δράση του.

Ο μεγάλος λοιμός του 542 μ.Χ.

Την άνοιξη του 542 μ.Χ. οι Πέρσες εισβάλλουν και πάλι στη Συρία.Ο Βελισάριος, που είχε ανακληθεί στην Κωνσταντινούπολη τον προηγούμενο χειμώνα, προωθείται εκ νέου στη βυζαντινοπερσική μεθόριο. Αποφασιστική σύγκρουση δεν θα πραγματοποιηθεί· και οι δύο αντίπαλοι εμφανίζονται προσεκτικοί και επιφυλακτικοί. Τελικά, οι Πέρσες θα υποχωρήσουν, εν μέρει εξαιτίας ενός νέου και απρόβλεπτου παράγοντα που έχει ήδη κάνει την εμφάνισή του.

 Η πανδημία αυτή ήταν η πρώτη μεγάλης κλίμακας στην καταγεγραμμένη ιστορία που έπληξε στο σύνολο της την αυτοκρατορία.

Η ασθένεια εμφανίστηκε αρχικά στην Αίγυπτο, πιθανότατα μέσω των εμπορικών  πλοίων που μετέφεραν σιτηρά προς την Κωνσταντινούπολη. Από εκεί εξαπλώθηκε ταχύτατα σε ολόκληρη τη Μεσόγειο, πλήττοντας τη Συρία, τη Μικρά Ασία, την Ιταλία και μεγάλα τμήματα της δυτικής Ευρώπης.Οι συνέπειές στον πληθυσμό,στην οικονομία,στην κοινωνική ζωή τήα  Η πρωτεύ, μετατρεπόμενη σε επίκεντρο της καταστροφής.

Η σύγχρονη επιστημονική έρευνα έχει ταυτίσει τον λοιμό με το βακτήριο Yersinia pestis, τον ίδιο μικροοργανισμό που προκάλεσε αιώνες αργότερα τον Μαύρο Θάνατο. Η μετάδοση γινόταν κυρίως μέσω ψύλλων που παρασιτούσαν σε αρουραίους, οι οποίοι ευδοκιμούσαν στα αστικά κέντρα και στα πλοία. Τα συμπτώματα περιλάμβαναν υψηλό πυρετό, παραλήρημα και επώδυνους διογκωμένους λεμφαδένες, ενώ ο θάνατος επερχόταν συχνά μέσα σε λίγες ημέρες.

Οι περιγραφές των συγχρόνων είναι δραματικές. Ο ιστορικός Προκόπιος Καισαρείας αναφέρει ότι στην Κωνσταντινούπολη οι νεκροί έφθαναν τις χιλιάδες ημερησίως, σε τέτοιο βαθμό ώστε παραβιάστηκε κάθε οργανωμένη διαδικασία ταφής.Συστάθηκε ειδική υπηρεσία που περιερχόταν στην πόλη,μάζευε τα πτώματα  και τα μετέφερε σε απομακρυσμένα λατομεία ή τα φόρτωνε σε πλοία που τα έριχναν στη θάλασσα να παρασυρθούν από τα ρεύματα της Προποντίδας. Υπολογίζεται ότι έως και το ένα τρίτο, ίσως και το ήμισυ, του πληθυσμού της πόλης χάθηκε, ενώ σε αυτοκρατορική κλίμακα τα θύματα ανήλθαν σε δεκάδες εκατομμύρια σε βάθος χρόνου. Ο λοιμός είχε περιόδους υψηλής θνησιμότητας,ακολουθούσε ύφεση, επανεμφανιζόταν περιοδικά για σχεδόν δύο αιώνες, αποδυναμώνοντας σταθερά τον πληθυσμό.

Η επίδραση του λοιμού υπήρξε καθολική και διαπέρασε κάθε επίπεδο της κοινωνίας. Ο φόβος της μετάδοσης από άνθρωπο σε άνθρωπο οδήγησε πολλούς να κλειστούν στα σπίτια τους. Πολλοί πέθαιναν έγκλειστοι και εντελώς αβοήθητοι, χωρίς καμία φροντίδα. Σε μια τόσο ακραία κατάσταση δεν υπήρχε διάκριση ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς· όλοι ήταν εξίσου ευάλωτοι απέναντι στην ασθένεια. Ανάμεσα στα επιφανή θύματα συγκαταλεγόταν και ο Τριβωνιανός, κορυφαίος νομοθέτης και ανώτατος αξιωματούχος του κράτους, ο οποίος πέθανε από τον λοιμό.

Οι συνέπειες για την αυτοκρατορία υπήρξαν βαθύτατες. Η δραματική μείωση του πληθυσμού προκάλεσε σοβαρή έλλειψη εργατικών χεριών, τεχνιτών και στρατιωτών, με άμεση πτώση των φορολογικών εσόδων και εκτεταμένη αποδιοργάνωση της κρατικής διοίκησης. Ο στρατός αποδεκατίστηκε, γεγονός που επηρέασε άμεσα τις στρατιωτικές επιχειρήσεις τόσο στην Ιταλία όσο και στο ανατολικό μέτωπο.

Ο Ιουστινιανός προσβάλλεται από τον λοιμό-Καθαίρεση του Βελισάριου

Ο ίδιος ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός Α΄ προσβλήθηκε από την ασθένεια, αλλά κατόρθωσε να επιβιώσει. Κατά τη διάρκεια της ασθένειάς του, τα ηνία της αυτοκρατορίας πέρασαν ουσιαστικά για κάποιο χρονικό διάστημα στα χέρια της Θεοδώρας. Σχεδόν αμέσως άρχισαν να κυκλοφορούν φήμες σχετικά με τη μελλοντική διαδοχή του ασθενούς αυτοκράτορα. Το μεγαλύτερο μέρος του στρατού, που παραδοσιακά επικύρωνε την ανάρρηση νέου αυτοκράτορα, βρισκόταν στην Ασία, γεγονός που προκάλεσε ανησυχία στους στρατηγούς. Υπήρχε ο φόβος ότι η αυτοκράτειρα και η Σύγκλητος ενδέχεται να μεθοδεύσουν λύση ερήμην τους.

Τις εξελίξεις αυτές πρόλαβε η σταδιακή ανάρρωση του Ιουστινιανού. Ωστόσο, οι υποψίες περί επικείμενου πραξικοπήματος, στις οποίες ενεπλάκη και ο Βελισάριοςς, είχαν σοβαρές συνέπειες. Ο σπουδαίος στρατηγός καθαιρέθηκε, δημεύθηκε ολόκληρη η περιουσία του και διαλύθηκε η προσωπική του φρουρά. Λίγο αργότερα ο αυτοκράτορας του επέστρεψε την περιουσία, δεν τον επανέφερε όμως στην ενεργό στρατιωτική διοίκηση. Η σχέση ανάμεσα στους δύο άνδρες είχε πλέον ανεπανόρθωτα διαρραγεί.

Ο λοιμός δεν έπληξε μόνο τη Βυζαντινή αυτοκρατορία, αλλά επηρέασε εξίσου και τη Σασανιδική Περσία, εξελισσόμενος σε καθοριστικό παράγοντα των σχέσεων μεταξύ των δύο κρατών.

Νέες συνθήκες ειρήνης 

Μια ισχυρή στρατιά, που είχε συγκροτηθεί από τους Βυζαντινούς με επικεφαλής τον Μαρτίνος, είχε ως στόχο να εκμεταλλευθεί τη διάδοση του λοιμού στην Περσία, καθώς και τη στάση ενός γιου του Χοσρόης Α΄ εναντίον του. Ωστόσο, η εκστρατεία αυτή δεν απέφερε σημαντικά αποτελέσματα. Ο Χοσρόης κατόρθωσε να καταστείλει την εξέγερση και στη συνέχεια αντεπιτέθηκε, προελαύνοντας στη Μεσοποταμία και στρεφόμενος εναντίον της σημαντικής πόλης της Έδεσσας. Οι κάτοικοί της αντιστάθηκαν σθεναρά σε μια σκληρή και παρατεταμένη πολιορκία. Τελικά, ο Χοσρόης, αφού εξασφάλισε οικονομικά ανταλλάγματα, αποχώρησε.

Και οι δύο αντίπαλοι ήταν πλέον εξαντλημένοι τόσο από τις συνεχείς συγκρούσεις όσο και από τις συνέπειες του λοιμού. Ο Ιουστινιανός Α΄ς, αντιμετωπίζοντας σοβαρά προβλήματα και στο δυτικό μέτωπο λόγω του πολέμου με τους Γότθους, προχώρησε στη σύναψη νέας πενταετούς ειρήνης, η οποία και αυτή εξαγοράστηκε με καταβολή χρυσού. Το 545 έφθασε στην Κωνσταντινούπολη απεσταλμένος του Χοσρόη, με σκοπό τη διαπραγμάτευση μιας νέας «μεγάλης ειρήνης», ανάλογης με εκείνες του παρελθόντος.

Τα επόμενα χρόνια ακολούθησαν νέες συμφωνίες, με σημαντικότερη εκείνη του 551, έως ότου, το 562, επιτεύχθηκε μια φιλόδοξη συνθήκη ειρήνης πενήντα ετών. Σύμφωνα με τους όρους της, οι Βυζαντινοί διατηρούσαν τον έλεγχο της Λαζικής, υποχρεώνονταν όμως να καταβάλλουν σημαντική χρηματική αποζημίωση. Παράλληλα, οι Πέρσες δεσμεύονταν να παρέχουν θρησκευτική ελευθερία στους χριστιανούς υπηκόους τους.



Καθ’ όλη τη διάρκεια της βασιλείας του Ιουστινιανού, οι εχθροπραξίες στα ανατολικά σύνορα υπήρξαν σχεδόν συνεχείς, διακοπτόμενες μόνο από εύθραυστες και προσωρινές ειρήνες. Παρά τους μακροχρόνιους αυτούς πολέμους, δεν σημειώθηκαν ουσιαστικές εδαφικές απώλειες.Για τη στρατηγική του Ιουστινιανού σημασία είχε η ειρήνη στην Ανατολή για να προχωρήσει στην κατάκτηση της Δύσης. Το τίμημα όμως υπήρξε βαρύ. Το οικονομικό κόστος αποδείχθηκε δυσβάσταχτο για την αυτοκρατορία και τη βυζαντινή κοινωνία, η οποία υπέφερε από την υπερφορολόγηση και τις τεράστιες πολεμικές δαπάνες.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις