Η Στάση του Νίκα (532 μ.Χ.)

 Η Στάση του Νίκα αποτέλεσε τη σοβαρότερη εσωτερική κρίση της βασιλείας του Ιουστινιανού και μία από τις πιο αιματηρές εξεγέρσεις στην ιστορία της χιλιόχρονης αυτοκρατοριάς. Ξέσπασε το 532 μ.Χ. και ξεκίνησε από τον Ιππόδρομο, όπου οι δήμοι των Πράσινων και των Βένετων εξέφραζαν τη λαϊκή δυσαρέσκεια. Πίσω από τα συνθήματα και τις αρματοδρομίες κρύβονταν βαθύτερα κοινωνικά, πολιτικά και οικονομικά προβλήματα, που σύντομα οδήγησαν την Πόλη στο χάος και απείλησαν άμεσα την εξουσία του αυτοκράτορα.

γράφει ο Θάνος Δασκαλοθανάσης



Ο Ιππόδρομος της Κωνσταντινούπολης αποτελούσε το κέντρο της δημόσιας και πολιτικής ζωής της πόλης. Ξεκίνησε ως χώρος ψυχαγωγίας που κατασκευάστηκε από τον Μέγα Κωνσταντίνο, μια αρένα όπου διεξάγονταν αγώνες και συγκεντρωνόταν μεγάλος αριθμός κατοίκων της πρωτεύουσας. Σε ειδικά μαρμάρινα καθίσματα, πολύ κοντά στον στίβο, κάθονταν οι συγκλητικοί και οι αξιωματούχοι, ενώ πιο πάνω υπήρχαν ξύλινες εξέδρες για τον λαό και χώρος ορθίων για τη φιλοξενία γυναικών και παιδιών.

Οι Βυζαντινοί αγαπούσαν παθιασμένα τις ιπποδρομίες και υποστήριζαν φανατικά τις τέσσερις παρατάξεις, τους Πράσινους, τους Βένετους, τους Λευκούς και τους Ρούσους, καθεμία με το δικό της χρώμα. Κατά την εποχή του Ιουστινιανού, οι πιο ισχυροί και δημοφιλείς δήμοι ήταν οι Πράσινοι και οι Βένετοι, οι οποίοι είχαν αναλάβει σε μεγάλο βαθμό την οργάνωση και τη διεξαγωγή των αγώνων.Φαίνεται ότι οι  αρχηγοί των Βένετων προέρχονταν από την συγκλητική αριστοκρατία και οι οπαδοί ανήκαν στους κύκλους των ανακτόρων και των μεγάλων οικογενειών ενώ οι Πράσινοι είχαν αρχηγούς πλούσιους αστούς και οπαδούς από τον λαό.

Ο Ιππόδρομος, όμως, δεν ήταν μόνο χώρος ψυχαγωγίας και αρματοδρομιών. Αποτελούσε τόπο άμεσης επαφής του αυτοκράτορα με τον λαό, όπου δεχόταν δημόσια επιδοκιμασία αλλά και αποδοκιμασία. Η πρακτική αυτή απέκτησε σύντομα έντονη πολιτική διάσταση, καθώς ιδιώτες και ομάδες πολιτών χρησιμοποιούσαν τους δήμους για να εκφράσουν τη δυσαρέσκειά τους. Συνήθως, μετά τις τυπικές επευφημίες προς τον αυτοκράτορα, οι Πράσινοι και οι Βένετοι φώναζαν συνθήματα διαμαρτυρίας για την ακρίβεια, τη διαφθορά, τη φτώχεια, την έλλειψη στέγης και τις έντονες κοινωνικές και ταξικές ανισότητες.Συγκεκριμένα γινόταν ένα είδος διαλόγου μεταξύ των θεατών και του Αυτοκράτορα. Έτσι, μεγάλο μέρος της λαϊκής αγανάκτησης έβρισκε διέξοδο στον Ιππόδρομο και οι Δήμοι μετατράπηκαν σταδιακά σε εκφραστές της κοινής γνώμης.

Ο Ιουστινιανός, από την αρχή της βασιλείας του, είχε δείξει την προτίμησή του προς τους Βένετους και άρχισε να τους ενισχύει, αποσκοπώντας πιθανόν στη δημιουργία ενός σταθερού πυρήνα υποστηρικτών. Πολύ σύντομα, όμως, τα βίαια επεισόδια και οι αυθαίρετες ενέργειες μελών των Βένετων στην Κωνσταντινούπολη, καθώς και η δολοφονία ενός πολίτη, έδειξαν ότι η κατάσταση ξέφευγε από  κάθε έλεγχο.Πριν ακόμα ανεβεί στον θρόνο είχε συνειδητοποιήσει ότι οι Δήμοι έπρεπε να περιοριστούν στις "φίλαθλες" διαμάχες στον Ιππόδρομο.Έπαψε να τους ενισχύει και προσπάθησε να περιορίσει τη δύναμη και τα προνόμιά τους. 


Κυριακή 11 Ιανουαρίου  532 μ.Χ.

Μια ακόμη Κυριακή που πλήθος κόσμου γεμίζει κάθε γωνιά του Ιπποδρόμου για να παρακολουθήσει τους αγώνες. Αυτοί που ξεκινούν πρώτοι τις αποδοκιμασίες είναι οι πιο λαϊκοί Πράσινοι. Διαμαρτύρονται για τις αδικίες και τις αυθαιρεσίες των αξιωματούχων. Στρέφονται συγκεκριμένα εναντίον ενός συνεργάτη του αυτοκράτορα, του Ιωάννη Καλοπόδιου.

Με ειρωνικό ύφος φωνάζουν: «Ξέρουμε ποιοι μας αδικούν, αλλά δεν το λέμε, γιατί μπορεί να ανταμειφθούν και να μας κάνουν χειρότερα». Ο Ιουστινιανός ακούει, προσποιείται άγνοια, αρνείται ότι υπάρχουν αδικίες και απαντά απειλητικά: «Αν δεν ησυχάσετε, θα σας αποκεφαλίσω».

Η ένταση κορυφώνεται. Ξεσπούν επεισόδια ανάμεσα σε Πράσινους και Βένετους και τελικά οι Πράσινοι αποχωρούν από τον Ιππόδρομο.

Ακολουθούν επεισόδια στους δρόμους και στο κέντρο,γινονται οι πρώτες συλλήψεις. Πέντε οπαδοί των δήμων οδηγούνται στην κρεμάλα. Δύο σώζονται την τελευταία στιγμή και βρίσκουν καταφύγιο σε κοντινή μονή.

 Στους αγώνες της 13ης Ιανουαρίου ξεσπά νέα ακόμα μεγαλύτερη διαμαρτυρία. Το πλήθος ενωμένο,όσο ποτέ στον Ιππόδρομο,αφού ο ένας συλληφθέντας ήταν Πράσινος και ο άλλος Βένετος, ζητά την απελευθέρωσή τους, όμως ο αυτοκράτορας δεν ανταποκρίνεται και δηλώνει ότι οι ποινές θα εκτελεστούν.Κλείνεται στο παλάτι και αποφασίζει την επιτήρηση κάποιων συγκλητικών τους οποίους υποψιάζεται ως υποκινητές της εξέγερσης.

Τα γεγονότα από εδώ και πέρα τρέχουν με καταιγιστικό ρυθμό. Οι δύο δήμοι συμφιλιώνονται με την ιαχή «Νίκα»,σύνθημα με το οποίο ενθάρρυναν τους αρματοδρόμους, και η ένταση κλιμακώνεται. Ξεσπούν ταραχές, φωτιές απλώνονται στην Πόλη και η κατάσταση ξεφεύγει από κάθε έλεγχο. Λεηλασίες σημειώνονται σε δημόσια κτίρια, σε εκκλησίες, στην παλαιά Αγία Σοφία και σε σπίτια αξιωματούχων του παλατιού.

Η εμφάνιση στρατιωτών στους δρόμους εξοργίζει ακόμη περισσότερο τους στασιαστές, οι οποίοι τους επιτίθενται, τους αφοπλίζουν και ζητούν όπλα  από ορισμένους αριστοκράτες. Κινούνται προς το Πραιτώριο,σκοτώνουν τους φρουρούς, απελευθερώνουν τους δύο κρατούμενους που είχαν σωθεί από την εκτέλεση, αλλά και όλους τους υπόλοιπους και πυρπολούν το κτίριο.Η κατάσταση είναι πλέον ανεξέλεγκτη και πιο κρίσιμη από ποτέ.

 Η φωτιά εξαπλώνεται στα προπύλαια του Παλατιού.Και άλλα κτίρια γύρω από την πλατεία και τη Μέση Όδο παραδίδονται στις φλόγες. Προς το βράδυ,η ίδια η Αγία Σοφία, που ο Κωνσταντίνος είχε χτίσει,είναι σωρός από αποκαΐδια.

Μέσα στην ένταση και το χάος των στιγμών αρχίζουν διαπραγματεύσεις. Οι στασιαστές θέτουν πλέον ανοιχτά πολιτικά αιτήματα, ζητώντας την άμεση απομάκρυνση στενών συνεργατών του αυτοκράτορα. Ο Ιουστινιανός αναγκάζεται να αποδεχτεί το αίτημα για την απομάκρυνση του Ιωάννη Καππαδόκη, επάρχου του πραιτωρίου και βασικού υπεύθυνου της φορολογικής πολιτικής, του Τριβωνιανού, κορυφαίου νομικού και αρχιτέκτονα της νομοθετικής μεταρρύθμισης, του Ευδαίμονα, επάρχου της πόλης, καθώς και του Καλοπόδιου, αυλικού συνεργάτη του αυτοκράτορα.

Ωστόσο, παρά το γεγονός γίνεται δεκτό το αίτημά τους και ότι τις θέσεις τους καταλαμβάνουν πρόσωπα με καλύτερη εικόνα στον λαό, η υποχώρηση αυτή δεν οδηγεί σε εκτόνωση. Αντίθετα, η κρίση βαθαίνει και η  τελική σύγκρουση γίνεται πλέον αναπόφευκτη.

Ο στρατηγός Βελισάριος, επικεφαλής ενός σώματος μισθοφόρων, προσπαθεί να επιβάλει την τάξη, χωρίς όμως επιτυχία. Ιερείς από την Αγία Σοφία εμφανίζονται κρατώντας εικόνες, επιχειρώντας να κατευνάσουν τα πνεύματα. Στη σύγχυση που ακολουθεί, ποδοπατούνται από τους μισθοφόρους στρατιώτες, γεγονός που εξοργίζει ακόμη περισσότερο τους στασιαστές. Η αυτοκρατορική φρουρά, μαζί με τον Βελισάριο, αναγκάζεται τελικά να υποχωρήσει.

Ο Ιουστινιανός, μαζί με τους επιτελείς και τους αυλικούς του, παραμένει κλεισμένος στο Παλάτι. Υπάρχουν στρατεύματα κοντά στην Κωνσταντινούπολη, όμως είναι άγνωστο πώς θα αντιδράσουν και αν θα υπακούσουν στις εντολές του. Η ανασφάλεια, η καχυποψία και ο φόβος αρχίζουν να καταβάλλουν τον αυτοκράτορα.

Δύο ανιψιοί του παλιού αυτοκράτορα Αναστασίου,ο Υπάτιος και ο Πομπήιος, πιθανοί διεκδικητές του θρόνου, βρίσκονται επίσης στο Παλάτι. Ο Ιουστινιανός, φοβούμενος πραξικόπημα, διατάζει να αποχωρήσουν, μαζί με άλλους αξιωματούχους.Ο Υπάτιος τον παρακαλεί να του επιτρέψει να μείνει, καθώς φοβάται όσα πρόκειται να ακολουθήσουν έξω. Ωστόσο όλοι έντρομοι, και οι αξιωματούχοι, φυγαδεύονται τελικά από μια μικρή πύλη του Παλατιού.

Κυριακή 18 Ιανουαρίου

 Έχει περάσει μία ολόκληρη εβδομάδα ταραχών, χάους και καταστροφής. Ο Ιουστινιανός αποφασίζει να εμφανιστεί στον Ιππόδρομο με ειρηνική και συμφιλιωτική διάθεση. Ανεβαίνει στο αυτοκρατορικό κάθισμα, κρατώντας στα χέρια του το ιερό Ευαγγέλιο, αναλαμβάνοντας με τον τρόπο αυτό προσωπικά την ευθύνη για όσα έχουν συμβεί. Υπόσχεται αμνηστία και πολιτικές αλλαγές· το ίδιο ακριβώς είχε πράξει είκοσι χρόνια νωρίτερα, σε παρόμοια κατάσταση, ο προκάτοχός του Αναστάσιος.

Όμως τώρα τα πράγματα είναι διαφορετικά. Κάποιοι Βένετοι πείθονται και τον χειροκροτούν. Η πλειοψηφία, όμως, του πλήθους ξεσπά σε νέες αποδοκιμασίες. Ο Ιουστινιανός, έντρομος, αποχωρεί και κλείνεται ξανά στο παλάτι.

Καθώς οι στασιαστές βγαίνουν από τον Ιππόδρομο, εντοπίζουν τον Υπάτιο, ο οποίος διαθέτει κληρονομικό δικαίωμα στον θρόνο. Με τη βία τον μεταφέρουν στον Φόρο του Κωνσταντίνου και τον ανακηρύσσουν νέο αυτοκράτορα. Αρχικά ο Υπάτιος αρνείται, όμως στο άκουσμα της φήμης ότι ο Ιουστινιανός έχει εγκαταλείψει την Κωνσταντινούπολη, τελικά δέχεται. Ο Βελισάριος, με μικρή φρουρά, επιχειρεί να επέμβει και να τον συλλάβει, όμως η ανακτορική φρουρά τηρεί ουδετερότητα.

Η ώρα μηδέν για τον Ιουστινιανό πλησιάζει. Η σκέψη —σχεδόν βέβαιη απόφαση— είναι να εγκαταλείψει την Πόλη και να καταφύγει στην Ηράκλεια της Θράκης, ελπίζοντας ότι τα στρατεύματα που βρίσκονται εκεί θα τον βοηθήσουν να ανακτήσει τον έλεγχο. Την κρίσιμη αυτή στιγμή παρεμβαίνει η Θεοδώρα, που όλες αυτές τις ημέρες βρίσκεται δίπλα του και βιώνει την ένταση της κατάστασης. Με τα λόγια της δηλώνει ότι προτιμά να πεθάνει ως βασίλισσα παρά να ζήσει ως φυγάς. Η στάση της πείθει τον Ιουστινιανό να παραμείνει και να λάβει δραστικές αποφάσεις.

Ο Ναρσής δωροδοκεί ορισμένους αρχηγούς των Βένετων. Ο Βελισάριος και ο Μούνδος εξέρχονται από το παλάτι, συγκεντρώνουν δυνάμεις και περικυκλώνουν τον Ιππόδρομο, όπου πρόκειται να πραγματοποιηθεί η «στέψη» του νέου αυτοκράτορα. Ακολουθεί μια σφαγή πρωτοφανούς αγριότητας. Ο κόσμος αιφνιδιάζεται,ουσιαστικά δεν αντιστέκεται,άλλωστε χωρίς όπλα απέναντι σε στρατό δεν θα μπορούσε να γίνει καμιά μάχη.Σε λίγη ώρα, τα έδρανα πλημμυρίζουν από αίμα· ο Ιππόδρομος αντιλαλεί από τις κραυγές τραυματισμένων και ετοιμοθάνατων.

Κάποιοι προσπαθούν να διαφύγουν από μια πύλη που θεωρούν αφύλακτη. Εκεί, όμως, τους περιμένει ο Ναρσής με απόσπασμα της ανακτορικής φρουράς. Τους σταματά και τους σφαγιάζει χωρίς έλεος. Ο Υπάτιος συλλαμβάνεται και εκτελείται, όπως και πολλοί συγκλητικοί και αξιωματούχοι. Ο αριθμός των νεκρών φτάνει περίπου τις 30.000, ένας αριθμός αδιανόητος για τα δεδομένα της εποχής.

Μετά τη Στάση του Νίκα, ο Ιουστινιανός βγαίνει νικητής, αλλά με τεράστιο κόστος. Η Πόλη έχει καεί, χιλιάδες άνθρωποι έχουν σκοτωθεί και ο φόβος κυριαρχεί. 

Από εκείνη τη στιγμή ο αυτοκράτορας δεν άφησε κανένα περιθώριο αμφισβήτησης. Οι δήμοι έχασαν οριστικά τη δύναμή τους και ο Ιππόδρομος έπαψε να αποτελεί χώρο πολιτικής και κοινωνικής έκφρασης, ενώ η εξουσία συγκεντρώθηκε πλήρως στα χέρια του.Ο Ιουστινιανός από δω και πέρα θα κυβερνήσει πλέον πιο αυστηρά και χωρίς ανοχή σε αντιδράσεις. Η Στάση του Νίκα υπήρξε η μεγαλύτερη δοκιμασία των πρώτων χρόνων της βασιλείας του, αποκαλύπτοντας πόσο εύθραυστη μπορούσε να γίνει ακόμη και η ισχυρότερη αυτοκρατορική εξουσία. Τα αιματηρά γεγονότα και οι χιλιάδες νεκροί αποτέλεσαν ένα βαρύ στίγμα για τον ίδιο, αλλά ταυτόχρονα εδραίωσαν οριστικά τη θέση του στον θρόνο.


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις