Ι Ο Υ Σ Τ Ι Ν Ι Α Ν Ο Σ, ο Κορυφαίος Αυτοκράτορας
Ο Ιουστινιανός (482–565), ο ανιψιός του αυτοκράτορα Ιουστίνου (518–527) με την ταπεινή καταγωγή, ο ακούραστος, εργατικός και φιλόδοξος, ο άνθρωπος των μεγάλων έργων και των μεγάλων κατακτήσεων, κυβέρνησε για μισό αιώνα περιστοιχισμένος από σπουδαίους συνεργάτες, τους οποίους ήξερε να επιλέγει και να αξιοποιεί. Ενωμένος στη ζωή και στον θρόνο με μια γυναίκα που, αν και δεν στέφθηκε επίσημα, έμεινε στην ιστορία ως αυτοκράτειρα, τη Θεοδώρα (527–548), ο Ιουστινιανός με το τεράστιο έργο του ανήκει, για πολλούς, στην κορυφή των αυτοκρατόρων της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
γράφει ο Θάνος Δασκαλοθανάσης
Η αναβίωση, έστω και προσωρινή, της παλιάς Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η κατασκευή μεγάλων έργων, με κορυφαίο παράδειγμα την Αγία Σοφία (532–537), το σπουδαίο νομοθετικό του έργο (Corpus Juris Civilis, 529–534) και η αντιμετώπιση των εχθρών της αυτοκρατορίας συγκαταλέγονται στα μεγάλα επιτεύγματα της εποχής του. Από την άλλη πλευρά, η αδιαφορία για τα κοινωνικά δεινά που προκάλεσε η υπερφορολόγηση αλλά και η σκληρότητά του, όπως αποτυπώνεται στην αιματηρή καταστολή της Στάσης του Νίκα (532), ρίχνουν σκιά στη βασιλεία του.
Στο άκουσμα του ονόματός του, το μυαλό πηγαίνει στην εικόνα του αυστηρού,ευθυτενούς και πειθαρχημένου αυτοκράτορα, όπως αποτυπώνεται στα περίφημα ψηφιδωτά της Ραβέννας (περ. 547). Ο Ιουστινιανός, με τα επίσημα ενδύματά του, απεικονίζεται στο κέντρο, περιστοιχισμένος από συνεργάτες που είχε ανάγκη και χρησιμοποίησε για τη μέγιστη απόδοση του έργου του.
Η ανάρρησή του στον θρόνο
Όταν το καλοκαίρι του 527 πέθανε ο γηραιός αυτοκράτορας Ιουστίνος, δεν υπήρχε πρόβλημα διαδοχής ανάλογο με εκείνο που είχε παρουσιαστεί στη δική του περίπτωση μία δεκαετία νωρίτερα. Είχε φροντίσει από νωρίς να καλέσει στην Κωνσταντινούπολη τον νεαρό ανιψιό του Ιουστινιανό. Τέσσερις μήνες πριν από τον θάνατό του (Απρίλιος 527), ο Ιουστίνος θα τον αναδείξει επίσημα σε συναυτοκράτορα, εξασφαλίζοντας έτσι την ομαλή μετάβαση της εξουσίας.
Θείος και ανιψιός κατάγονταν από οικογένεια εκρωμαϊσμένων Θρακών χωρικών. Ο Ιουστινιανός Α΄ είχε γεννηθεί το 482 μ.Χ. στην περιοχή της Δαρδανίας, στη σημερινή νότια Σερβία. Ερχόμενος στη Νέα Ρώμη (Κωνσταντινούπολη), ο Ιουστινιανός λαμβάνει καλή παιδεία από σημαντικούς δασκάλους της εποχής. Χωρίς να είναι άνθρωπος μεγάλης μόρφωσης, ήξερε εκτός από τη λατινική και την ελληνική γλώσσα, έγραφε και διάβαζε, σχεδίαζε και φιλοδοξούσε να καταφέρει σπουδαία πράγματα και να δημιουργήσει μεγάλα έργα.
Αν και ανήκε στο σώμα των «Κονδιδάτων» ως αξιωματικός, δεν υπηρέτησε ποτέ ως μάχιμος στρατιώτης· η ιδιοσυγκρασία του κάθε άλλο παρά στρατιωτική ήταν. Είχε, όμως, την τύχη να γνωρίσει την αυτοκρατορική αυλή και τη δομή της εξουσίας στην Κωνσταντινούπολη και να αποκτήσει ένα δίκτυο γνωστών και φίλων.Από τότε, δίπλα στο όνομα Πέτρος Σαββάτιος, προστίθεται και το Ιουστινιανός, που τονίζει τη σχέση του με τον θείο του Ιουστίνο, με το οποίο θα μείνει γνωστός στην Ιστορία. Με σταθερά βήματα ανέβηκε όλη τη διοικητική ιεραρχία, από κόμης των Δομέστικων, πατρίκιος, έως και το αξίωμα του ύπατου. Το 525 έγινε Καίσαρας και ουσιαστικά ήταν αυτός που κυβερνούσε στη θέση του ανήμπορου αυτοκράτορα.
Στις 4 Απριλίου 527 ανακηρύχθηκε, με τη σύμφωνη γνώμη και της Συγκλήτου, Αύγουστος και συναυτοκράτορας. Τέσσερις μήνες αργότερα, μετά τον θάνατο του Ιουστίνου, την 1η Αυγούστου 527, στέφθηκε επίσημα αυτοκράτορας. Είναι η αρχή μιας μακράς και σπουδαίας βασιλείας στη χιλιόχρονη ιστορία της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Ο Ιουστινιανός δεν ήταν φίλος της αριστοκρατίας ούτε άνθρωπος της χλιδής και των απολαύσεων. Διέθετε μεγάλη φυσική αντοχή, έτρωγε λιτά, κοιμόταν λίγο και εργαζόταν πολύ. Ο τρόπος ζωής του αντανακλούσε την αυστηρότητα και την πειθαρχία που χαρακτήριζαν και τη διακυβέρνησή του. Το ενδιαφέρον του απλωνόταν σε όλα τα μεγάλα και κρίσιμα ζητήματα της εποχής του: νομοθεσία, διοίκηση, Εκκλησία και Ορθοδοξία, οικονομία, πόλεμοι και κατακτήσεις, μεγάλα έργα. Για καθένα από αυτά επέλεγε τους κατάλληλους ανθρώπους. Ο ίδιος, όμως, επόπτευε και παρακολουθούσε στενά την πορεία και την υλοποίηση των έργων του. Δίπλα του υπήρχαν σημαντικές προσωπικότητες: η σύζυγός του Θεοδώρα, οι υπουργοί Ιωάννης ο Καππαδόκης († 540) και Τριβωνιανός († περ. 545), καθώς και οι στρατηγοί Βελισάριος (505–565) και Ναρσής (478–573).
Ιουστινιανός και Θεοδώρα
Η ζωή της έχει συναρπαστική και σχεδόν κινηματογραφική πορεία, ασύμβατη με το στερεότυπο των αυστηρών ηθών της βυζαντινής κοινωνίας. Ξεκίνησε από τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα της Κωνσταντινούπολης, κόρη θηριοδαμαστή του Ιπποδρόμου. Νεαρή ακόμη έγινε μίμος και διασκεδάστρια, ενώ υπήρξε ερωμένη αριστοκρατών, γεγονός που στιγμάτισε τη φήμη της και την έθεσε στο περιθώριο της «καθωσπρέπει» κοινωνίας.
Ακολουθώντας αργότερα έναν βυζαντινό αξιωματούχο, βρέθηκε στη Βόρεια Αφρική, εμπειρία που σηματοδότησε μια βαθιά αλλαγή στη ζωή της. Μετά την απομάκρυνσή της από αυτόν, έμεινε για ένα διάστημα στην Αλεξάνδρεια, όπου ήρθε σε επαφή με θρησκευτικούς,μονοφυσιτικούς κύκλους και φαίνεται πως επαναπροσδιόρισε τη στάση της απέναντι στη ζωή.Όταν επέστρεψε στην πρωτεύουσα ήταν μια άλλη γυναίκα,ώριμη,έμπειρη και συνειδητοποιημένη.Η γνωριμία της με τον ανιψιό του αυτοκράτορα θα αποβεί καθοριστική και για τους δύο.Διέθετε μεγάλη γοητεία, αλλά και έναν ιδιαίτερο δυναμισμό για γυναίκα της εποχής της. Τα δύο αυτά στοιχεία εκτίμησε ο μελλοντικός αυτοκράτορας Ιουστινιανός, ο οποίος, ξεπερνώντας σημαντικά γραφειοκρατικά και κοινωνικά εμπόδια, έκανε τα πάντα για να την παντρευτεί.
Το όραμά του
Ο ταπεινής καταγωγής αλλά φιλόδοξος αυτοκράτορας, άνθρωπος του μέτρου και της εργασίας, Ιουστινιανός Α΄ υπήρξε ένας μεγάλος οραματιστής. Ο οικουμενισμός, η ανακατάληψη των εδαφών που κατέλαβαν τα βαρβαρικά φύλα, η ανασύσταση της ένδοξης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η παγκοσμιοποίηση της ρωμαϊκής δύναμης και η επακόλουθη μονοκρατορία, καθώς και η επιβολή της Ορθοδοξίας ως παγκόσμιας θρησκείας, συνιστούν την ιδεολογία του «ελέω Θεού» μονάρχη.Για να τα πετύχει, διεξάγει τον πόλεμο στη Βόρεια Αφρική (533–534) και τον εικοσαετή πόλεμο στην Ιταλία (535–545), ενώ παράλληλα οικοδομεί τα μεγάλα έργα της εποχής του και την κορωνίδα της Ορθοδοξίας, τον περίφημο ναό του Θεού Σοφίας (532–537).
Ο Ιουστινιανός αισθανόταν κληρονόμος και θεματοφύλακας της ρωμαϊκής παράδοσης και πίστευε ότι η εξουσία του αυτοκράτορα προερχόταν άμεσα από τον Θεό. Σύμφωνα με την ιδεολογία της «ελέω Θεού» μοναρχίας, ο αυτοκράτορας ήταν ο εκλεκτός του Θεού στη γη, υπεύθυνος να κυβερνά δίκαια, να προστατεύει την Ορθοδοξία και να διατηρεί την ενότητα κράτους και Εκκλησίας. Η αντίθεση προς την εξουσία του θεωρούνταν όχι μόνο πολιτική ανυπακοή αλλά και αμφισβήτηση της θείας τάξης.
Διοίκηση-Οργάνωση
Ο διαχωρισμός της πολιτικής από τη στρατιωτική εξουσία, που είχε εισαχθεί από την εποχή του Διοκλητιανού, καταργήθηκε,παρέμεινε μόνο σε ορισμένες επαρχίες λόγω τοπικών συνθηκών. Περιοχές όπως η Αίγυπτος και η Αρμενία βρέθηκαν στο επίκεντρο της προσοχής. Η Αίγυπτος, μια ιδιαίτερα δυναμική και σημαντική επαρχία, με μεγάλα θρησκευτικά ζητήματα εξαιτίας του μονοφυσιτικού πληθυσμού και βασικός σιτοβολώνας της αυτοκρατορίας, διαιρέθηκε, μετά τις ταραχές, σε πέντε δουκάτα. Σημαντικές για την άμυνα ήταν επίσης οι παραδουνάβιες ηγεμονίες, καθώς και τα μεγάλα νησιά του Αιγαίου και η Κύπρος.
Εισήχθη ένα νέο αξίωμα, αυτό του κοιαίστωρα, αξιωματούχου που επέβλεπε και παρενέβαινε στο ζήτημα της εσωτερικής μετανάστευσης του πληθυσμού από τις επαρχίες προς την πρωτεύουσα.Χάρη σε μια συνεχή αύξηση από τον 5ο αιώνα και μετά ο πληθυσμός της είχε φτάσει το μισό εκατομμύριο. Λόγω κακοδιοίκησης, κακής απονομής της δικαιοσύνης αλλά και της αναζήτησης μιας καλύτερης ζωής, πολλοί εγκατέλειπαν τα χωριά τους για να μετακινηθούν στην πόλη.Ο κοιαίστωρ είχε την ευθύνη να παρακολουθεί το φαινόμενο αυτό, να παρεμβαίνει και να δίνει λύσεις ώστε να διατηρείται ο πληθυσμός στην επαρχία.
Το πρόγραμμα ανοικοδόμησης του Ιουστινιανού στις επαρχίες αποτέλεσε βασικό στοιχείο της πολιτικής του. Κύριος στόχος του ήταν η ενίσχυση της ασφάλειας, η διοικητική ανασυγκρότηση και η προβολή της αυτοκρατορικής εξουσίας σε ολόκληρη την επικράτεια. Μετά από πολέμους, επιδρομές και φυσικές καταστροφές, πολλές περιοχές είχαν ερημωθεί και απαιτούσαν άμεση αποκατάσταση.
Ο Ιουστινιανός προχώρησε στην κατασκευή και επισκευή τειχών, φρουρίων και ακροπόλεων, ιδιαίτερα στις βαλκανικές επαρχίες, στη Μικρά Ασία και στα ανατολικά σύνορα της αυτοκρατορίας, ώστε να αντιμετωπιστούν οι επιδρομές Σλάβων, Αβάρων και Περσών.Για πρώτη φορά ίσως υπάρχει πρόβλεψη όσο το δυνατόν να οχυρωθεί η ύπαιθρος και να προστατευτούν οι αγροτικοί πληθυσμοί.Ανεγέρθηκαν διοικητικά κτίρια, γέφυρες και υδραγωγεία, τα οποία συνέβαλαν στη βελτίωση της καθημερινής ζωής και στην αναζωογόνηση των πόλεων.
Οι ακμάζουσες πόλεις, πέρα από την πρωτεύουσα, ήταν η Αλεξάνδρεια, η Αντιόχεια και η Θεσσαλονίκη. Μια σειρά από σημαντικές πόλεις της αρχαιότητας βρισκόταν σε παρακμή. Σε όλες αυτές εφαρμόστηκε ένα μεγάλο πρόγραμμα ανοικοδόμησης, που περιλάμβανε την κατασκευή υδραγωγείων, γεφυρών και άλλων δημόσιων έργων.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε και στην οικοδόμηση ναών, μέσω των οποίων προβαλλόταν η Ορθόδοξη πίστη και ενισχυόταν η ενότητα της αυτοκρατορίας. Σύμφωνα με τον Προκόπιο, στο έργο του Περί Κτισμάτων, ο Ιουστινιανός ίδρυσε ή αποκατέστησε εκατοντάδες οικοδομήματα σε ολόκληρο το κράτος, γεγονός που αποδεικνύει το εύρος και τη συστηματικότητα του προγράμματος.
Η οικονομία και το εμπόριο την εποχή του Ιουστινιανού
Η οικονομία την εποχή του Ιουστινιανός Α΄ χαρακτηριζόταν από έντονη δραστηριότητα, αλλά και βαθιές κοινωνικές ανισότητες. Το εμπόριο διεξάγεται ιδιαίτερα στις μεγάλες πόλεις και στα λιμάνια της αυτοκρατορίας, με την Κωνσταντινούπολη να αποτελεί το κέντρο των διεθνών εμπορικών ανταλλαγών ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση. Πολύτιμα προϊόντα, όπως το μετάξι, τα μπαχαρικά και τα πολυτελή υφάσματα, ενίσχυαν τα κρατικά έσοδα και τον πλούτο των εμπόρων. Αντίθετα, οι μικρές και μεσαίες πόλεις τον 6ο αιώνα έχουν πάψει να αποτελούν κέντρα παραγωγικής διαδικασίας ή ανταλλαγής εμπορευμάτων, δηλαδή αγορές.Η οικονομική τους δραστηριότητα περιορίζεται αισθητά, ενώ πολλές από αυτές χάνουν τον αστικό τους χαρακτήρα και μετατρέπονται σταδιακά σε διοικητικά ή τοπικά αγροτικά κέντρα, χωρίς ουσιαστικό ρόλο στο εμπόριο.
Το χάσμα ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς διευρυνόταν. Οι μεγάλοι γαιοκτήμονες συγκέντρωναν στα χέρια τους τεράστιες εκτάσεις γης και πλούτο, ενώ οι μικροκαλλιεργητές και οι αγρότες επιβαρύνονταν από τη βαριά φορολογία και συχνά οδηγούνταν σε οικονομική εξάρτηση ή εγκατάλειψη της γης τους. Η ύπαιθρος υπέφερε περισσότερο από τις δημοσιονομικές απαιτήσεις του κράτους.Υπάρχει ακόμη ένας αρκετά μεγάλος αριθμός δούλων λιγοτεροι από το παρελθόν και με σχετικά καλύτερες συνθήκες διαβίωσης.
Σημαντικό πλούτο συγκέντρωναν επίσης ανώτεροι εκκλησιαστικοί παράγοντες και επίσκοποι, καθώς η Εκκλησία κατείχε μεγάλες εκτάσεις γης και απολάμβανε φορολογικά προνόμια. Αυτό ενίσχυε τον κοινωνικό της ρόλο, αλλά ταυτόχρονα προκαλούσε αντιδράσεις, καθώς ο πλούτος δεν κατανέμονταν ισότιμα στην κοινωνία.
Παρά τις προσπάθειες του Ιουστινιανού να ελέγξει τη διαφθορά και να διασφαλίσει τα έσοδα του κράτους, η οικονομική πολιτική του, σε συνδυασμό με τους πολέμους και τα μεγάλα έργα, επιβάρυνε τα κατώτερα στρώματα,οδηγώντας τα σε μια συνεχή φτωχοποίηση. Έτσι, η εποχή του παρουσιάζει έντονη αντίθεση ανάμεσα στη λάμψη της αυτοκρατορικής ισχύος και στη δύσκολη καθημερινότητα της πλειοψηφίας των ανθρώπων.
Το νομοθετικό έργο του Ιουστινιανού
Το νομοθετικό έργο του Ιουστινιανού υπήρξε μεγάλο και σημαντικό.Παρατηρείται μεγάλη άνθηση της νομικής φιλολογίας που συνδέεται με την κωδικοποίηση και τη διδασκαλία του Δικαίου. Ο ίδιος ο Ιουστινινός πίστευε ότι ο αυτοκράτορας οφείλει να κυβερνά όχι μόνο με τα όπλα, αλλά και με τους νόμους, τους οποίους θεωρούσε θεόδοτο δικαίωμά του να θεσπίζει και να ερμηνεύει. Παράλληλα, το ρωμαϊκό δίκαιο της εποχής του βρισκόταν σε χαοτική κατάσταση, εξαιτίας της συσσώρευσης παλαιών, αντικρουόμενων και συχνά ανενεργών διατάξεων, γεγονός που καθιστούσε αναγκαία μια συνολική αναθεώρηση.
Με πρωτοβουλία του αυτοκράτορα και υπό την καθοδήγηση του Τριβωνιανού, ξεκίνησε από το 529 ένα εκτεταμένο πρόγραμμα κωδικοποίησης του ρωμαϊκού δικαίου, το οποίο ολοκληρώθηκε το 534 και έμεινε γνωστό ως Corpus Juris Civilis. Το έργο αυτό περιλάμβανε τον Κώδικα (529, αναθεώρηση 534), τον Πανδέκτη ή Digestorum (533), τις Εισηγήσεις (533) και τις Νεαρές, δηλαδή τους νέους νόμους που εκδόθηκαν μετά το 534. Στόχος του προγράμματος ήταν η απλοποίηση, η συστηματοποίηση και η προσαρμογή του δικαίου στις ανάγκες του 6ου αιώνα.
Το νέο νομικό σύστημα ενίσχυε την αυτοκρατορική εξουσία με τον αυτοκράτορα να είναι η ανώτατη πηγή του δικαίου.Ρύθμιζε βασικούς τομείς της κοινωνικής και οικονομικής ζωής, όπως την ιδιοκτησία, το οικογενειακό δίκαιο, την κληρονομιά και τη διοίκηση, επηρεάζοντας άμεσα την καθημερινότητα των υπηκόων.Στο πνεύμα της εποχής προσπαθούσε να εναρμονίσει το δίκαιο με τη χριστιανική ηθική, στοιχείο που αποτυπώνει τη στενή σχέση κράτους και Εκκλησίας στο βυζαντινό κράτος.
Και ατέλειες υπήρξαν και επικρίσεις κυρίως λόγω της ταχύτητας σύνταξης και των επεμβάσεων στα κλασικά νομικά κείμεν. Συνολικά όμως το νομοθετικό έργο του Ιουστινιανού είχε τεράστια πρακτική και ιστορική αξία. Διέσωσε το ρωμαϊκό δίκαιο, αποτέλεσε τη βάση της νομικής παράδοσης του Βυζαντίου και επηρέασε καθοριστικά τη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής νομοθεσίας.Το έργο αυτό ξεπέρασε τα όρια της εποχής του και άφησε διαχρονικό αποτύπωμα στην ιστορία του δικαίου.
Συνεχίζεται...


%20(1).jpg)


Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου