Λίγο πριν τον ξεσηκωμό...Η σύσκεψη στη Βοστίτσα(Ιανούαριος 1821)
Παπαφλέσσας και Παλαιών Πατρών Γερμανός στη Συνέλευση της Βοστίτσας
Το φθινόπωρο του 1820 η Πύλη έστειλε στην Πελοπόννησο τον πλέον ικανό πασά, τον Χουρσίτ, για να ελέγξει την κατάσταση και στη συνέχεια να καταστείλει την εξέγερση του Αλή Πασά στην Ήπειρο. Οι πρόκριτοι του Μοριά τον διαβεβαίωσαν ότι δεν υπήρχε επαναστατική διάθεση, παρά τις φήμες αλλά και τις καταγγελίες για τη δράση και την εξάπλωση της Φιλικής Εταιρείας. Ο Χουρσίτ φαίνεται ότι πείστηκε και αναχώρησε τελικά από την Τριπολιτσά, αφήνοντας περιορισμένες οθωμανικές δυνάμεις. Στις αρχές Γενάρη 1821 ο Κολοκοτρώνης πέρασε στην Πελοπόννησο και άρχισε μυστικές επαφές με οπλαρχηγούς και μέλη της Φιλικής Εταιρείας, προετοιμάζοντας τον ξεσηκωμό των Ελλήνων.
Την ίδια περίοδο έφτασαν στην Πελοπόννησο επιστολές του Αλέξανδρου Υψηλάντη που προωθούσαν την άμεση κήρυξη της Επανάστασης. Κεντρικό ρόλο ανέλαβε ο Παπαφλέσσας, ορμητικός και ανυπότακτος, προκαλώντας ανησυχία στους προκρίτους, οι οποίοι προσπάθησαν να τον περιορίσουν. Παρά τα εμπόδια, εκείνος κινήθηκε μυστικά, ήρθε σε επαφή με μέλη της Φιλικής Εταιρείας και κατέληξε στη Βοστίτσα, όπου με τη δράση και τη ρητορική του συνέβαλε αποφασιστικά στη διαμόρφωση επαναστατικού κλίματος.
γράφει ο Θάνος Δασκαλοθανάσης
Η σύσκεψη στη Βοστίτσα
Στα τέλη Δεκέμβρη του 1820 κατέβηκε στην Πελοπόννησο, ως απεσταλμένος του Αλέξανδρου Υψηλάντη, ο αρχιμανδρίτης Γρηγόριος Δίκαιος Φλέσσας.Ο επονομαζόμενος Παπαφλέσσας ήταν άνθρωπος τολμηρός, ριψοκίνδυνος και πνευματώδης· δεν δίσταζε να μετέρχεται όλων των μέσων, μεταξύ των οποίων και την απάτη, για να επιτύχει τον στόχο του. Για τον λόγο αυτό δεν έχαιρε εκτίμησης και σεβασμού. Αρχιερείς και πρόκριτοι του Μοριά, που μέχρι τότε δεν τον θεωρούσαν σημαντικό, αιφνιδιάστηκαν από τον διορισμό και την αποστολή του και γι’ αυτό τον αξιολόγησαν τώρα ως πρόσωπο σημαντικό.
Ο Παπαφλέσσας, ως «Απόστολος» της Φιλικής Εταιρείας, με την ορμητικότητα και τον δυναμισμό που τον διέκριναν, είχε αποστολή να πείσει τους αρχιερείς και τους προκρίτους για την ανάγκη έναρξης του Αγώνα. Προκειμένου να ενημερωθούν και να εξακριβώσουν τον ρόλο του, αλλά και για να συζητήσουν τι έπρεπε να κάνουν, συγκεντρώθηκαν στη Βοστίτσα και συγκεκριμένα στο σπίτι του Ανδρέα Λόντου. Η δικαιολογία προς τους Τούρκους ήταν ότι θα συζητούσαν για κτηματικές διαφορές μεταξύ δύο μονών της περιοχής.
Στη συνέλευση παρέστησαν οι ιεράρχες: Παλαιών Πατρών Γερμανός, Κερνίκης Προκόπιος, Χριστιανουπόλεως Γερμανός (με έδρα την Κυπαρισσία) και ο πρωτοσύγκελλος της Χριστιανουπόλεως, αρχιμανδρίτης Αμβρόσιος Φραντζής. Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός και ο Αμβρόσιος Φραντζής κατέγραψαν τα κυριότερα σημεία στα Απομνημονεύματά τους, από τα οποία πληροφορούμαστε τι συζητήθηκε. Επίσης, μετείχαν οι πρόκριτοι: Ανδρέας Ζαΐμης, Ασημάκης Φωτήλας, Πανάγος Δεληγιάννης, Γιάννης Παπαδόπουλος ή Μουρτογιάννης, Σωτήριος Θεοχαρόπουλος, Ανδρέας Λόντος, Δημήτριος Μελετόπουλος, Σωτήριος Ιωάννου κ.ά.
Από τα ονόματα των συμμετεχόντων γίνεται φανερή η σημασία της σύσκεψης. Πραγματοποιήθηκαν πέντε συναντήσεις, στις οποίες από την πρώτη στιγμή ο Παπαφλέσσας, με περίσσιο ενθουσιασμό, διακήρυσσε ότι όλα ήταν έτοιμα για την Επανάσταση, ότι θα ερχόταν από το εξωτερικό μεγάλη στρατιωτική βοήθεια και, με μεγαλοστομίες, προσπάθησε να πείσει τους συμμετέχοντες πως η Επανάσταση έπρεπε να αρχίσει χωρίς χρονοτριβή. Υποστήριζε ότι η Ρωσία θα βοηθούσε άμεσα και ότι οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης θα ξεσηκώνονταν, καταστρέφοντας τον τουρκικό στόλο και φονεύοντας τον σουλτάνο. Παρουσίασε μάλιστα επιστολή του Υψηλάντη στην οποία αναφέρονταν όλα τα παραπάνω.
Τα λόγια του Παπαφλέσσα έγιναν δεκτά με σκεπτικισμό από τους Αρχιερείς και Πρόκριτους, οι περισσότεροι από τους οποίους τον κατηγόρησαν ότι ψεύδεται και ότι επιχειρεί να παρασύρει το Έθνος σε μια επικίνδυνη περιπέτεια.
Παπαφλέσσας και Μητροπολίτης Γερμανός
Απέναντι στον Παπαφλέσσα στάθηκε ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, ο οποίος εξέφραζε μια πιο συνετή και επιφυλακτική αντίληψη για την έναρξη της Επανάστασης. Η αντίθεσή του δεν αφορούσε τον τελικό σκοπό, αφού και ο ίδιος επιθυμούσε την απελευθέρωση, αλλά την τακτική και τον χρόνο του Αγώνα. Έχοντας πλήρη συναίσθηση της βαριάς ευθύνης του απέναντι στο Έθνος και στον λαό, φοβόταν ότι μια πρόωρη και απροετοίμαστη εξέγερση θα οδηγούσε σε καταστροφικές συνέπειες, όπως είχε συμβεί σε παλαιότερες επαναστάσεις και ιδιαίτερα στα Ορλωφικά.
Από τη μία πλευρά, λοιπόν, βρισκόταν ο ορμητικός και ανυπόμονος Παπαφλέσσας και από την άλλη ο μετρημένος επίσκοπος των Πατρών, που προέκρινε την καλύτερη προετοιμασία,την αναμονή και την ανεύρεση συμμαχιών. Ζητούσε να μάθει μεταξύ άλλων αν είναι σύμφωνοι όλοι για την Επανάσταση, πόσες και ποιες δυνάμεις υπάρχουν, πότε και πώς θα ξεκινήσει, αν είναι βάσιμη η υπόσχεση για βοήθεια από ξένη δύναμη, τι θα γίνει αν αντιδράσουν οι άλλοι Ευρωπαίοι, πώς θα «αποκοιμήσουν» τους Τούρκους και αν αυτό δεν γίνει, τι θα κάνουν; Ο Παπαφλέσσας αιφνιδιάστηκε, δεν ανέμενε τα ερωτήματα αυτά. Κατέφυγε έτσι σε υπερβολές και ανακρίβειες. Είπε ότι η Ρωσία θα κηρύξει σύντομα τον πόλεμο στην Τουρκία, ότι η θέληση του τσάρου είναι ν’ αρχίσει η Ελληνική Επανάσταση, ότι πολλά τουρκικά στρατεύματα είναι απασχολημένα με τον Αλή πασά και ότι η εισβολή του Α. Υψηλάντη στη Μολδοβλαχία θα αποτελούσε σοβαρό αντιπερισπασμό.Ανέφερε μάλιστα τον εαυτό του ως "ο άλλος εγώ" του Υψηλάντη.
Επίσης είπε ότι ήδη είχαν σταλεί στην Ύδρα 3.000 ντουφέκια, 300 βαρέλια μπαρούτι, 300 ξίφη και 600.000 σε μετρητά, ενώ σε λίγο θα έφταναν και αυτά που προορίζονταν για την Πελοπόννησο.
Οι περισσότεροι όχι μόνο δεν πείστηκαν αλλά τον κατηγόρησαν ότι ψεύδεται. Ο Ανδρέας Ζαΐμης είπε: «Όλα τα παρά του Δικαίου λεχθέντα είναι άστατα, απελπισμένα, στασιαστικά, ιδιοτελή και σχεδόν μπιρμπάντικα και αν λάβωμεν αυτά ως βάσιν έχοντα, παίρνουμεν το έθνος εις τον λαιμόν μας και θέλομεν επισύρει εις τας κεφαλές μας το αιώνιον ανάθεμα, επειδή καμιάς λογής θετικότης δεν υπάρχει υπέρ του ελπιζομένου ισχυρού και υψηλού έργου».
Με τις απόψεις του Παπαφλέσσα φαίνεται ότι συντάχθηκαν μόνο οι πρόκριτοι του Αιγίου Ανδρέας Λόντος, Δημήτριος Μελετόπουλος και Λέων Μεσηνέζης.
Η απόφαση που πάρθηκε ήταν να αναβληθεί η Επανάσταση, θεωρώντας ότι «ο καιρός δεν ήταν αρμόδιος». Παράλληλα, αποφασίστηκε να δημιουργήθει ταμείο με χρηματικές προσφορές που έκαναν οι παριστάμενοι, να αρχίσει συστηματική προετοιμασία στις διάφορες επαρχίες και στα νησιά, αλλά και να διερευνηθούν υπεύθυνα οι διαθέσεις της Ρωσίας και το κλίμα που επικρατούσε σε άλλες περιοχές του ελληνικού χώρου. Ως προς την έναρξη της Επανάστασης, συμφωνήθηκε ως πιθανή ημερομηνία η 23η Απριλίου, εορτή του Αγίου Γεωργίου, ή το αργότερο η 21η Μαΐου, εορτή των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης.
Η σημασία και τα συμπεράσματα της σύσκεψης
Η σύσκεψη στη Βοστίτσα είναι σημαντική και δηλωτική του κλίματος που επικρατούσε. Όλοι ομονοούσαν ότι είχε φτάσει ο καιρός για τον ξεσηκωμό· η δυσκολία, όμως, ενός τέτοιου εγχειρήματος και οι κίνδυνοι δημιουργούσαν προβληματισμούς και διαφορετικές εκτιμήσεις ως προς τον χρόνο έναρξής του. Πίσω, ωστόσο, από την απόφαση της αναστολής της έναρξης είναι δεδομένο ότι υπήρξε συμφωνία όλων των μερών τόσο για την εντατικοποίηση των προετοιμασιών όσο και για τον προσδιορισμό ενός χρονικού ορίζοντα, με την έναρξη να τοποθετείται την άνοιξη του τρέχοντος έτους.
Ο πρωτεργάτης της επανάστασης Παπαφλέσσας
Ο Παπαφλέσσας έφυγε απογοητευμένος και οργισμένος από τη Βοστίτσα. Κανείς, βέβαια, δεν περίμενε ότι θα έμενε άπραγος. Όργωσε κυριολεκτικά τον Μοριά, ήρθε σε επαφή με οπλαρχηγούς και μέλη της Φιλικής Εταιρείας και κατέληξε στη Μεσσηνία. Το νερό είχε μπει στο αυλάκι. Η έναρξη της Επανάστασης λίγες εβδομάδες αργότερα επιβεβαίωσε τη στάση του Παπαφλέσσα.Ο «απατεών και εξωλέστατος καλόγηρος», όπως χαρακτηριστικά τον αποκαλεί ο Παλαιών Πατρών Γερμανός στα απομνημονεύματά του, αναδείχθηκε τελικά σε βασικό πρωτεργάτη της Επανάστασης στον Μοριά.



Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου