Η "Γραμμή Μ Ε Τ Α Ξ Α"


«Τα οχυρά δεν παραδίδονται. Κατακτώνται!».

 Το δεύτερο «ΟΧΙ» υπήρξε εξίσου ηρωικό, ίσως και μεγαλύτερο, καθώς ειπώθηκε από τους υπερασπιστές της ελληνικής γης, μακριά από το μέτωπο της Αλβανίας. Στον ελληνικό Βορρά, στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, η γερμανική εισβολή αντιμετώπισε τη σθεναρή αντίσταση των οχυρών της "Γραμμής Μεταξά" τον Απρίλιο του 1941.

Την ίδια περίοδο ο ελληνικός στρατός στην Αλβανία είχε απωθήσει τους Ιταλούς και είχε προελάσει στη Βόρεια Ήπειρο. Στη μεθόριο όμως με τη Βουλγαρία, οι λιγοστές και ανεπαρκώς εξοπλισμένες ελληνικές δυνάμεις βρέθηκαν αντιμέτωπες με τον μέχρι τότε αήττητο γερμανικό στρατό, στηριζόμενες αποκλειστικά στο εκτεταμένο οχυρωματικό έργο της Γραμμής Μεταξά. Κι όμως, πιστοί στην κληρονομιά των Θερμοπυλών, έδωσαν τον μεγάλο αγώνα με πίστη, γενναιότητα και αξιοπρέπεια.

γράφει ο Θάνος Δασκαλοθανάσης 

Οι αντίπαλες δυνάμεις

Στη Δυτική Θράκη, από τον Έβρο έως τον Νέστο, είχε παραταχθεί μία Ταξιαρχία.

Στην Ανατολική Μακεδονία, από τον Νέστο ως τον Αξιό, βρισκόταν το Τμήμα Στρατιάς Ανατολικής Μακεδονίας (ΤΣΑΜ) με 4 Μεραρχίες και 1 Ταξιαρχία, υπό τη διοίκηση του στρατηγού Κώστα Μπακόπουλου. Στα οχυρά Μπέλες–Νέστου υπήρχαν περίπου 9.000 άνδρες.

Στην Κεντρική Μακεδονία, στο Βέρμιο, είχε εγκατασταθεί το Τμήμα Στρατιάς Κεντρικής Μακεδονίας (ΤΣΚΜ) με δύναμη 2 Μεραρχιών και διοικητή τον στρατηγό Ι. Κωττούλα. Εδώ βρισκόταν και το βρετανικό εκστρατευτικό σώμα, συνολικής δύναμης 59.000 ανδρών, άριστα εξοπλισμένο σε αντίθεση με τις ελληνικές μονάδες, που παρά τα ιταλικά λάφυρα συνέχιζαν να έχουν σημαντικές ελλείψεις σε πολεμικό υλικό.

Στο αλβανικό μέτωπο βρισκόταν το Τμήμα Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας (ΤΣΔΜ), με 5 Μεραρχίες και 1 Ταξιαρχία (Γ΄ Σώμα Στρατού), υπό τη διοίκηση του στρατηγού Γ. Τσολάκογλου.

Τέλος, το Τμήμα Στρατιάς Ηπείρου (Α΄ και Β΄ Σώματα Στρατού) διέθετε δύναμη 10 Μεραρχιών και είχε διοικητή τον στρατηγό Πιτσίκα.

Απέναντι στις ελληνικές και βρετανικές δυνάμεις παρατάχθηκαν ιδιαίτερα ισχυρές μονάδες της Βέρμαχτ, με συνολική δύναμη περίπου 680.000 ανδρών, άρτια εξοπλισμένων και με πλήρη αεροπορική υποστήριξη.

Στη Βουλγαρία είχε συγκεντρωθεί η 12η Γερμανική Στρατιά του στρατάρχη Λιστ, με ορεινά και πεζικά τμήματα για την επίθεση στα οχυρά, καθώς και ισχυρές μηχανοκίνητες και τεθωρακισμένες μονάδες που θα προέλαυναν προς τη Θεσσαλονίκη. Κύριο ρόλο είχαν τα τεθωρακισμένα της 2ης Μεραρχίας Πάντσερ.

Στη Γιουγκοσλαβία υπήρχαν επίσης γερμανικές δυνάμεις έτοιμες να εισχωρήσουν από τον άξονα Σκόπια–Μοναστήρι, παρακάμπτοντας έτσι τις ελληνικές αμυντικές τοποθεσίες στο Βέρμιο.

Καθοριστική υπήρξε και η δράση της Luftwaffe, με στούκας και βομβαρδιστικά που εξασφάλισαν από την πρώτη ημέρα πλήρη αεροπορική υπεροχή, κάνοντας ιδιαίτερα δύσκολη την αντίσταση των ελληνικών και βρετανικών μονάδων.

 


Γιατί φτιάχτηκε το «Οχυρό»

Στα χρόνια του Μεσοπολέμου για την Ελλάδα, και αφού είχε εγκαινιαστεί μια περίοδος ειρήνης με την Τουρκία, ο κύριος κίνδυνος προερχόταν από την ηττημένη Βουλγαρία, η οποία εξακολουθούσε να διατηρεί επεκτατικές βλέψεις, ιδιαίτερα στην περιοχή της Ανατολικής Μακεδονίας. Τα διασυνοριακά επεισόδια ήταν συχνά και η πιθανότητα μιας νέας σύγκρουσης θεωρούνταν μεγάλη. Για τη Βουλγαρία, εκμεταλλευόμενη τις εδαφολογικές συνθήκες και τη μικρή απόσταση στην οποία στάθμευαν οι στρατιωτικές της δυνάμεις, θα ήταν σχετικά εύκολο σε σύντομο χρονικό διάστημα να συγκεντρώσει στρατεύματα και να οργανώσει επίθεση.

Αντίθετα για την Ελλάδα της εποχής εκείνης, με το ελλιπέστατο οδικό  και σιδηροδρομικό δίκτυο και την απουσία ισχυρών  στρατιωτικών  μονάδων στη συγκεκριμένη περιοχή, η μεταφορά στρατευμάτων θα ήταν αναγκαστικά καθυστερημένη, πιθανότατα μέσω της θάλασσας.Η περίπτωση μια γρήγορης και αιφνιδιαστικής κατάληψης της  Καβάλας και της Θεσσαλονίκη ήταν  ιδιαίτερα αυξημένη. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ελληνική πολιτική και στρατιωτική ηγεσία αναζήτησε τρόπους ενίσχυσης της άμυνας στην περιοχή, όπου θεωρούνταν ιδιαίτερα πιθανή μια εχθρική εισβολή.

Τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα

Τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, όπως είχαν διαμορφωθεί μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους και τη Συνθήκη του Νεϊγύ (1919), ακολουθούσαν σε μεγάλο βαθμό τη γραμμή των ορεινών όγκων, αποτελώντας μια φυσική συνοριακή γραμμή. Είχαν συνολικό μήκος περίπου 494χμ. και εκτείνονταν από την περιοχή όπου συναντιόνταν  τα σύνορα Ελλάδας, Βουλγαρίας και Γιουγκοσλαβίας στα δυτικά έως τον ποταμό Έβρο στα ανατολικά. Το έδαφος ήταν ορεινό και δύσβατο, με περιορισμένες φυσικές διόδους, γεγονός που επηρέασε καθοριστικά τον αμυντικό σχεδιασμό της Ελλάδας.

Στο δυτικό και κεντρικό τμήμα των συνόρων δεσπόζουν σημαντικά ορεινά συγκροτήματα, όπως το όρος Μπέλες (Κερκίνη), το Όρβηλος, το Παγγαίο και τα βουνά της Ροδόπης. Τα βουνά αυτά διαθέτουν μεγάλο υψόμετρο, απότομες κλίσεις και στενά περάσματα, κάνοντας ιδιαίτερα δύσκολη τη διέλευση μεγάλων στρατιωτικών δυνάμεων,ευνοώντας την άμυνα του εδάφους. Για τον λόγο αυτό, τα περισσότερα οχυρά της Γραμμής Μεταξά κατασκευάστηκαν σε καίρια σημεία αυτών των ορεινών περασμάτων.

Ιδιαίτερη σημασία είχαν και οι ποταμοί, οι οποίοι λειτουργούσαν ως φυσικά αμυντικά εμπόδια. Ο ποταμός Στρυμόνας, που πηγάζει από το εσωτερικό της Βουλγαρίας και εκβάλλει στο Αιγαίο Πέλαγος, διασχίζει την πεδιάδα των Σερρών, ο ποταμός Νέστος όριζε τμήμα της φυσικής γραμμής άμυνας, ενώ στο ανατολικό άκρο των συνόρων ο Έβρος αποτελούσε το  φυσικό όριο μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας, πριν συνεχίσει προς τα ελληνοτουρκικά σύνορα.

Η πρώτη οχύρωση

Οι πρώτες συστηματικές σκέψεις για την οχύρωση των ελληνοβουλγαρικών συνόρων έγιναν μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους (1913).Την περίοδο αυτή εκπονήθηκαν στρατιωτικές μελέτες και σχέδια, τα οποία συνέταξε ο αξιωματικός του Μηχανικού και μετέπειτα κυβερνήτης Ιωάννης Μεταξάς. Ωστόσο, η δυσχερής οικονομική κατάσταση της χώρας επέτρεπε μόνο την περιορισμένη οχύρωση ορισμένων κύριων διαβάσεων, από το τριεθνές της Δοϊράνης έως τον Στρυμόνα.

Στο πλαίσιο αυτό κατασκευάστηκαν περίκλειστα ημιμόνιμα οχυρά, επανδρωμένα με πυροβόλα και μονάδες πεζικού. Τα μεμονωμένα αυτά οχυρά ενισχύονταν με μικρότερες οχυρώσεις, που έφταναν μέχρι τα αδιάβατα φυσικά εμπόδια, δημιουργώντας μια αμυντική γραμμή. Στόχος ήταν η καθυστέρηση ενδεχόμενης βουλγαρικής εισβολής, ώστε να δοθεί ο αναγκαίος χρόνος για την επιστράτευση και συγκέντρωση των ελληνικών δυνάμεων.

Η κατασκευή των Οχυρών
Η ελληνική αμυντική διάταξη κατά μήκος της οροθετικής γραμμής θα αναπτυσσόταν με τρόπο τέτοιο ώστε οι εδαφικές συνθήκες να είναι μέρος αυτής.Δεν θα ήταν συνεχόμενη οχυρωματική γραμμή,αλλά μια σειρά από οχυρά που θα έδινε τη δυνατότητα αντίστασης σε βάθος,δυσκολεύοντας στους επίδοξους εισβολείς να βρουν τους λίγους διαθέσιμους δρόμους.

Το 1936 με απόφαση του  Ιωάννη Μεταξά διατέθηκαν για την οχύρωση της ελληνοβουλγαρικής μεθορίου πιστώσεις ύψους 62,5 εκατομμυρίων δραχμών, γεγονός που σηματοδότησε την έναρξη της εκτεταμένης κατασκευής των μόνιμων οχυρωματικών έργων. Την εκτέλεση των έργων ανέλαβαν εργάτες κυρίως από την Πελοπόννησο, ώστε να μη γνωρίζουν την περιοχή στην οποία εργάζονταν και να μη διαρρεύσουν πληροφορίες σχετικά με τη διάταξη και τα μυστικά των οχυρώσεων.

Τα εργοτάξια φυλάσσονταν αυστηρά, με τρεις σειρές συρματοπλεγμάτων και ισχυρές στρατιωτικές φρουρές, ενώ παράλληλα υψώθηκαν μεγάλα παραπετάσματα προς την πλευρά της Βουλγαρίας για να μη φαίνεται η πρόοδος των εργασιών. Κατά την κατασκευή δινόταν ιδιαίτερη σημασία ακόμη και στην παραμικρή τεχνική λεπτομέρεια, όπως η πλύση των χαλικιών με γλυκό νερό για να μη διαβρωθούν οι κατασκευές  και να εξασφαλιστεί έτσι η μακροχρόνια αντοχή των οχυρών.

Το έργο προχωρούσε με εντατικούς ρυθμούς και το 1939 ο ίδιος ο  Μεταξάς επισκέφθηκε την περιοχή και επιθεώρησε τα οχυρωματικά έργα, τα οποία είχαν σχεδόν ολοκληρωθεί. Λίγο πριν από την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η λεγόμενη  "Γραμμή Μεταξά" αποτελούσε το σημαντικότερο αμυντικό έργο της χώρας.

H περιγραφή των έργων 

 Η "Γραμμή Μεταξά" περιλάμβανε ένα σύνολο από επιφανειακά και υπόγεια έργα από σκυρόδεμα που συνδέονταν μεταξύ τους με υπόγειες στοές, αποτελώντας ενιαίο σύνολο σχεδιασμένο σύμφωνα με τις αρχές της σύγχρονης, για την εποχή, στρατιωτικής μηχανικής. Αξίζει να σημειωθεί ότι το 1938 Έλληνες στρατιωτικοί και μηχανικοί επισκέφθηκαν τα οχυρά της περίφημης "Γραμμής Μαζινό" στη Γαλλία, προκειμένου να πάρουν   χρήσιμες ιδέες και τεχνικές γνώσεις.

Με την ιδιαίτερη επίβλεψη του Αρχιστράτηγου Αλέξανδρου Παπάγου, δόθηκε έμφαση ώστε τα οχυρά να μην προσφέρουν μόνο παθητική άμυνα, αλλά και τη δυνατότητα ενεργητικής – επιθετικής άμυνας, μέσω της διατήρησης του ελέγχου των εδαφών και της ανάληψης τοπικών επιθετικών πρωτοβουλιών. Τα έργα κυρίως ήταν υπόγεια, ώστε να προστατεύονται από τους βομβαρδισμούς αεροπορικούς και του πυροβολικού, και ήταν άριστα προσαρμοσμένα στο φυσικό ανάγλυφο της περιοχής.

Τα οχυρά περιλάμβαναν εκτεταμένα υπόγεια δίκτυα στοών, συνολικού μήκους πολλών χιλιομέτρων, που συνέδεαν μεταξύ τους τους χώρους μάχης, τους θαλάμους διαμονής και τις αποθήκες. Διέθεταν πολυβολεία και πυροβολεία, προσεκτικά καμουφλαρισμένα, με κατάλληλα πεδία βολής προς τις βασικές ορεινές διαβάσεις. Επιπλέον, υπήρχαν θάλαμοι προσωπικού, αποθήκες πυρομαχικών και τροφίμων, σταθμοί διοίκησης, τηλεφωνικά δίκτυα επικοινωνίας, καθώς και συστήματα εξαερισμού και φίλτρα προστασίας από χημικά αέρια.


 

Γύρω από τα κύρια οχυρά αναπτύσσονταν συμπληρωματικά αμυντικά έργα, όπως χαρακώματα, αντιαρματικές τάφροι, συρματοπλέγματα, παρατηρητήρια και μικρότερες οχυρώσεις. Στόχος  ήταν η καθυστέρηση, η φθορά και η αποδιοργάνωση του εχθρού και τελικά  η απόκρουση της εισβολής.

Είκοσι ένα κύρια οχυρά δέσποζαν στη τοποθεσία  από το όρος Μπέλες (Κερκίνη) στα δυτικά έως την περιοχή του ποταμού Νέστου στα ανατολικά.Τα επάνδρωναν 10.000 μαχητές  και ήταν εξοπλισμένοι με 24 κανονιά των 75 χιλιοστών,26 αντιαρματικά,16 αντιαεροπορικά,45 όλμους,576 πυροβόλα.Ο οπλισμός δεν ήταν και ο πλέον ισχυρός και είχαν αποσυρθεί κάποια για να σταλούν στο αλβανικό μέτωπο όπως και μέρος του προσωπικού.

Πέντε οχυρά στον τομέα του Μπέλες,τρία στον τομέα του Άγκιστρου,πέντε στον τομέα Καραντάγ,τρία στο υψίπεδο Κάτω Νευροκοπίου,τρία στον τομέα Φαλακρού που περιλάμβαναν τους άξονες εισβολής μέσα από τις κοιλάδες Στρυμόνα και Νέστου.Στη Δυτική Θράκη υπήρχαν τα οχυρά Εχίνου και Νυμφαίας.


Η οργάνωση της άμυνας απέναντι στον εισβολέα  

Ο επίδοξος εισβολέας περνώντας τα σύνορα, αρχικά θα συναντούσε ελαφρά έργα εκστρατείας που είχαν σκοπό να καθυστερήσουν την προέλασή του ή να αποτελέσουν βάση εξόρμησης.Υπήρχαν σε κάποια σημεία και καμουφλαρισμένα πολυβολεία από οπλισμένο σκυρόδεμα.Στη συνέχεια,αν περνούσε ο εχθρός,θα αντιμετώπιζε τα διάφορα οχυρά και τα άλλα έργα εκστρατείας ενισχυμένα  με πολύ ανθεκτικής κατασκευής πολυβολεία.Τη άμυνα συμπλήρωνε κινητό πυροβολικό που δρούσε οργανωμένα πίσω από την οχυρωμένη τοποθεσία. 

Όλη η φιλοσοφία της Αντίστασης ήταν αποτέλεσμα σκληρής δουλειάς και απόλυτης προσαρμογής των διαθέσιμων μέσων στις ανάγκες του πολέμου. 



 Η αντιαρματική άμυνα των οχυρών της Γραμμής Μεταξά είχε ως κύριο σκοπό την παρεμπόδιση της προέλασης των εχθρικών αρμάτων μάχης προς τις εισόδους και τα ευάλωτα σημεία των οχυρώσεων.Περιλάμβανε αντιαρματικά πυροβόλα, τοποθετημένα σε κατάλληλες θέσεις ώστε να βάλλουν από μικρή απόσταση, καθώς και πολυβόλα για την αντιμετώπιση του πεζικού που συνόδευε τα άρματα. Σημαντικό ρόλο διαδραμάτιζαν επίσης τα αντιαρματικά εμπόδια, όπως τάφροι, πεσσοί,τα λεγόμενα «δόντια για τα τανκς», σκυρόδετες δηλαδή κατασκευές που δυσχέραιναν ή ανέκοπταν την κίνηση των τεθωρακισμένων και ναρκοπέδια.Μέχρι φλογοβόλα βαρέλια γεμάτα με καύσιμα υπήρχαν που πυροδοτούνταν,όταν πλησίαζαν τα άρματα.Κατασκευάστηκαν επίσης  τα λεγόμενα αντιαρματικά περιπόλια, τα οποία βρίσκονταν προωθημένα μπροστά από τα κύρια οχυρά, επανδρωμένα με ελάχιστους στρατιώτες. Τα έργα αυτά ήταν οπλισμένα με αντιαρματικό πυροβόλο, με αποστολή την προσβολή και αναχαίτιση  αρμάτων μάχης.Όλα αυτά εντάσσονταν σε έναν ενιαίο αμυντικό σχεδιασμό, ο οποίος εκμεταλλευόταν το έδαφος και καθιστούσε ιδιαίτερα δύσκολη την άμεση προσβολή των οχυρών από εχθρικά άρματα.

Η αντιαεροπορική άμυνα των οχυρών ήταν εξαιρετικά φτωχή με 16 μόλις μικρά αντιαεροπορικά πυροβόλα. 


 

Πώς ήταν και τι περιλάμβανε κάθε οχυρό 

Κάθε οχυρό της Γραμμής Μεταξά αποτελούσε ένα σύνθετο και αυτόνομο αμυντικό έργο, προσαρμοσμένο στο έδαφος. Εξωτερικά, τα οχυρά διέθεταν σκυρόδετα έργα μάχης, πολυβολεία και αντιαρματικές θέσεις,άψογα καμουφλαρισμένα ώστε να μην είναι  ορατά από τον εχθρό. 

Ο κύριος όγκος του οχυρού βέβαια βρισκόταν υπόγεια.Στο εσωτερικό τους εκτείνονταν εκτεταμένα δίκτυα υπόγειων στοών, οι οποίες συνέδεαν τα διάφορα τμήματα του οχυρού και επέτρεπαν την ασφαλή μετακίνηση της φρουράς. Κάθε οχυρό περιλάμβανε θαλάμους διαμονής των ανδρών, αποθήκες πυρομαχικών και τροφίμων,διοικητικά γραφεία, ιατρείο, μηχανοστάσιο με γεννήτριες για την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος και εξαερισμού. Υπήρχαν επίσης δεξαμενές νερού, ώστε το οχυρό να μπορεί να αντέξει πολιορκία μεγάλης διάρκειας.

Τα έργα μάχης ήταν εξοπλισμένα με πολυβόλα, αντιαρματικά πυροβόλα και παρατηρητήρια, τα οποία εξασφάλιζαν την κάλυψη των προσβάσεων και την αλληλοϋποστήριξη με τα γειτονικά οχυρά. Η άμυνα συμπληρωνόταν από αντιαρματικά εμπόδια, όπως τάφροι και τα λεγόμενα «δόντια για τα τανκς», που δυσχέραιναν την κίνηση των εχθρικών τεθωρακισμένων.


 

Συνολικά, κάθε οχυρό λειτουργούσε ως αυτόνομη αμυντική μονάδα, σχεδιασμένη να αντισταθεί ακόμη και αν αποκοπεί από τον υπόλοιπο στρατό, βασιζόμενο στην οργάνωση, την αντοχή των κατασκευών και τη μαχητικότητα της φρουράς του.
 
Το οχυρό «Ρούπελ», από τα ισχυρότερα και στρατηγικά σημαντικότερα της Γραμμής Μεταξά, εκτεινόταν σε μέτωπο 2.500 μέτρων και διέθετε 123 επιφανειακά έργα, υπόγεια έργα αναπτύγματος 1.849 μέτρων και 6.100 μέτρα υπόγειων στοών.Βρισκόταν στην ίδια περιοχή όπου ο ο Βασίλειος Β΄ο Βουλγαροκτόνος είχε διαλύσει τον βουλγαρικό στρατό.
 
Ο οπλισμός των οχυρών 

Ο οπλισμός  ήταν προσανατολισμένος κυρίως στην άμυνα απέναντι στο πεζικό και στα εχθρικά τεθωρακισμένα. Περιλάμβανε πολυβόλα και οπλοπολυβόλα για την κάλυψη των προσβάσεων και την απόκρουση επιθέσεων πεζικού, αντιαρματικά και ελαφρά πυροβόλα τοποθετημένα σε πολεμίστρες, καθώς και όλμους για την προσβολή στόχων σε νεκρούς χώρους. Σημαντικό ρόλο είχαν επίσης οι οπλοβομβίδες και οι χειροβομβίδες, οι οποίες χρησιμοποιούνταν τόσο για την άμυνα των εισόδων όσο και για την αντιμετώπιση εχθρικών τμημάτων που πλησίαζαν σε πολύ μικρή απόσταση.

Παρά τη στιβαρή κατασκευή τους, τα οχυρά παρουσίαζαν αδυναμίες. Οι αεροπορικοί βομβαρδισμοί, το βαρύ πυροβολικό και κυρίως οι επιθέσεις στις εισόδους και στα εξαεριστικά φρεάτια αποτελούσαν σοβαρές απειλές. Σε περίπτωση περικύκλωσης ή απομόνωσης, τα οχυρά κινδύνευαν από έλλειψη ανεφοδιασμού και από την παράκαμψή τους από τον εχθρό, γεγονός που θα οδηγούσε στην αχρήστευσή τους, ακόμη και χωρίς να καταληφθούν, όπως συνέβη σε αρκετές περιπτώσεις.Με την κήρυξη του πολέμου και λόγω των αυξημένων αναγκών στο αλβανικό μέτωπο, μετακινήθηκαν σε ορισμένες περιπτώσεις αντιαρματικά πυροβόλα των οχυρών χωρίς ωστόσο να αποδυναμωθεί η αμυντική τους ικανότητα.
 
Μέχρι και την ημέρα της γερμανικής εισβολής οι εργασίες ουσιαστικά δεν σταμάτησαν ποτέ.Η παρουσία ενός τέτοιου οχυρού είχε δώσει τη δυνατότητα να διατεθεί το σύνολο του στρατού στο αλβανικό μέτωπο,ενώ δεν άφηνε κανένα περιθώριο στη Βουλγαρία να σκεφτεί κάποια επιθετική ενέργεια.Και κατά τη διάρκεια της εισβολής οι υπερασπιστές των οχυρών το χρέος τους με ηρωισμό αλλά και υψηλή στρατιωτική πειθαρχία και γνώση.

Τα αποτελέσματα της γερμανικής επίθεσης

Όσον αφορά τη σημασία και την ανθεκτικότητα των οχυρών, είναι σκόπιμο να αναφερθούμε στα συμπεράσματα των ίδιων των Γερμανών, όπως αυτά διατυπώθηκαν από ειδική επιτροπή μετά το πέρας των επιχειρήσεων. Γερμανοί αξιωματικοί και τεχνικοί επισήμαναν την άριστη επιλογή της θέσης και της οχύρωσης, καθώς και την άψογη κάλυψη, σύμφωνη με τις σύγχρονες τεχνικές αντιλήψεις της εποχής. Ιδιαίτερη εντύπωση τους έκανε η πρόβλεψη που υπήρχε για επιθετική άμυνα, όπως αυτή προκύπτει από τις πολυάριθμες εξόδους που είχαν κατασκευαστεί για τον σκοπό αυτό.

Οι ζημιές που υπέστησαν τα οχυρά, πέρα από επιφανειακές ρωγμές, δεν κρίθηκαν σημαντικές, γεγονός που επιβεβαίωνε την αντοχή των κατασκευών.Οι Γερμανοί διαπίστωσαν ότι τα έργα  δεν ήταν απλώς γερά, αλλά είχαν σχεδιαστεί έτσι ώστε οι άνδρες να μπορούν να πολεμήσουν και να αντέξουν για μεγάλο χρονικό διάστημα, με επαρκή προστασία, κατάλληλο οπλισμό και βασικές συνθήκες επιβίωσης. Σε ό,τι αφορά τον οπλισμό, τους εντυπωσίασε το γεγονός ότι δεν είχε σχεδιαστεί εξαρχής ειδικά για τα οχυρά, αλλά αποτελούσε τον κοινό οπλισμό που διέθετε ο Ελληνικός Στρατός.

 Πίσω από τη μελέτη, τον σχεδιασμό και την κατασκευή των οχυρών βρίσκονταν άνθρωποι που εργάστηκαν υπό ιδιαίτερα αντίξοες συνθήκες, χωρίς πολλά  χρήματα και υλικά, και στη συνέχεια εκείνοι που τα υπερασπίστηκαν με σθένος, πειθαρχία και αυταπάρνηση. Όλοι αυτοί συνέβαλαν στη δεύτερη αυτή εποποιία των Οχυρών στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα. Ακόμη πιο δυνατοί, ανθεκτικοί και αλύγιστοι αποδείχθηκαν οι μαχητές των Οχυρών.Από τα 24 οχυρά που δέχθηκαν τη σφοδρή γερμανική επίθεση, μόνο 5 καταλήφθηκαν, ενώ 1 εκκενώθηκε. Μέχρι την ελληνική παράδοση 18 οχυρά συνέχιζαν να αντιστέκονται. Όσα οχυρά καταλήφθηκαν, αυτό συνέβη μόνο ύστερα από αδυσώπητες μάχες, μέχρι να σιγήσει και το τελευταίο πολυβόλο και να εξαντληθεί και η τελευταία σφαίρα. Πουθενά δεν σημειώθηκε γρήγορη κατάληψη ούτε αποκαλύφθηκε κάποια τεχνική αδυναμία που να τα καθιστά ευάλωτα. Είναι πιθανό ότι, εάν τα οχυρά διέθεταν σύγχρονο και βαρύτερο οπλισμό και είχαν ενισχυθεί με πρόσθετες δυνάμεις από το αλβανικό μέτωπο, θα μπορούσαν να αντέξουν ακόμη περισσότερο απέναντι στη γερμανική πολεμική μηχανή.




 



Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις