Οι πρώτες μερες του πολέμου-Η ΜΑΧΗ στο Καλπάκι

 

 

Η Κήρυξη του Πολέμου-Οι πρώτες μέρες 

28η Οκτωβρίου 1940 ώρα 5.30 πρωινή


Οι εφημερίδες της ημέρας εκείνης, άλλες πρόλαβαν να καταγράψουν την είδηση της κήρυξης του πολέμου, ενώ άλλες ενημέρωσαν το κοινό με έκτακτα παραρτήματα για το δραματικό γεγονός. Πολλές κυκλοφόρησαν σε ειδικές εκδόσεις με μεγάλους τίτλους, όπως «Πόλεμος!» ή «Η Ιταλία επιτίθεται». Κοινό χαρακτηριστικό όλων υπήρξε ο συνδυασμός λιτότητας και πατριωτικού τόνου, με έμφαση στο ότι η Ελλάδα βρισκόταν πλέον σε εμπόλεμη κατάσταση, αλλά και με εκκλήσεις για ψυχραιμία και εθνική συσπείρωση. Κυρίαρχη θέση κατείχαν τα διαγγέλματα του βασιλέως Γεωργίου Β΄ και του κυβερνήτη Ιωάννη Μεταξά.

γράφει ο Θάνος Δασκαλοθανάσης

Οι δημοσιογράφοι βρίσκονταν και αυτοί «επί ποδός πολέμου», καθώς όφειλαν να ενημερώνουν για όλες τις λεπτομέρειες σχετικά με την επιστράτευση, να καταγράφουν τις οδηγίες προς τους πολίτες λόγω της κήρυξης του πολέμου και της κατάστασης εκτάκτου ανάγκης. Παράλληλα, μετέδιδαν τις πρώτες ειδήσεις για τις εχθροπραξίες στα σύνορα.


 

 

 
 
Σε αντίθεση με αρκετές ελληνικές εφημερίδες που δεν πρόλαβαν εκείνη τη νύχτα να αλλάξουν το πρωτοσέλιδό τους  η εφημερίδα "  Daily News" κυκλοφορεί με τον τίτλο "Η Ελλάδα δέχθηκε επίθεση από την Ιταλία",αναφέροντας το ιταλικό τελεσίγραφο και την ελληνική απάντηση.

Το πρώτο πολεμικό ανακοινωθέν εκδόθηκε από το Γενικό Στρατηγείο το πρωί της 28ης Οκτωβρίου 1940, λίγες ώρες μετά την ιταλική επίθεση. Ήταν λιτό και σαφές, με σκοπό να ενημερώσει τον λαό για την κατάσταση. Έλεγε:

«Αι ιταλικαί στρατιωτικαί δυνάμεις προσέβαλον από της 5ης και 30' πρωινής της σήμερον τα ημέτερα τμήματα προκαλύψεως της ελληνοαλβανικής μεθορίου. Αι ημέτεραι δυνάμεις αμύνονται του πατρίου εδάφους».

Η διάταξη των Δυνάμεων 

Οι ιταλικές δυνάμεις που επιτέθηκαν στην Ελλάδα προέρχονταν από τη Στρατιά Αλβανίας, με αρχιστράτηγο τον Σεμπαστιάνο Βισκόντι Πράσκα. Η διάταξή τους είχε ως βάση τρεις κύριους άξονες επίθεσης.

Στον κεντρικό τομέα, δηλαδή προς την Ήπειρο, επιχειρούσε η 9η Στρατιά. Αυτή περιλάμβανε το XXV Σώμα Στρατού (Τσαμουριά), στο οποίο ανήκαν οι μεραρχίες πεζικού «Φερράρα» και «Σιέννα», καθώς και η τεθωρακισμένη μεραρχία «Κενταύρων». Ο σκοπός τους ήταν η κύρια προέλαση προς τα Ιωάννινα και την Άρτα, ώστε να καταληφθεί γρήγορα η Ήπειρος.

Στον δυτικό τομέα, δηλαδή στην οροσειρά της Πίνδου, επιχειρούσε η μεραρχία Αλπινιστών «Τζούλια». Η αποστολή της ήταν να προελάσει μέσα από τα βουνά, να φτάσει στο Μέτσοβο και να αποκόψει την Ήπειρο από τη Θεσσαλία, ώστε να απομονωθεί το κύριο σώμα του ελληνικού στρατού.

Τέλος, στον βόρειο τομέα, στη Δυτική Μακεδονία, επιχειρούσε η 11η Στρατιά υπό τον στρατηγό    Ρόσι, με τις μεραρχίες πεζικού «Βενέτσια», «Πάρμα» και «Πιεμόντε». Ο ρόλος της ήταν κυρίως παραπλανητικός, για να κρατήσει απασχολημένες τις ελληνικές δυνάμεις στην περιοχή και να μην σταλούν ενισχύσεις προς την Ήπειρο.

Συνολικά, οι Ιταλοί διέθεσαν περίπου 85.000 άνδρες στις πρώτες ημέρες της επίθεσης. Η κύρια προσπάθεια έγινε στην Ήπειρο και στην Πίνδο, ενώ οι κινήσεις στη Δυτική Μακεδονία είχαν περισσότερο χαρακτήρα αντιπερισπασμού.Οι δυνάμεις αυτές υποστηρίζονταν από μεγάλο αριθμό πυροβόλων όλων των τύπων και από 400 περίπου πολεμικά αεροσκάφη.

Η διάταξη του ελληνικού στρατού στις πρώτες μέρες του Ελληνοϊταλικού Πολέμου ήταν περιορισμένη, καθώς η επιστράτευση μόλις είχε αρχίσει.Στόχος ήταν η ελαστική άμυνα στην ελληνοαλβανική μεθόριο ώστε να ανακοπεί η εχθρική επίθεση,να κερδηθεί χρόνος για τη συγκέντρωση δυνάμεων και την αντεπίθεση.

 Την κύρια ευθύνη για την άμυνα της Ηπείρου είχε η 8η Μεραρχία Πεζικού, με διοικητή τον υποστράτηγο Χαράλαμπο Κατσιμήτρο. Η μεραρχία αυτή, με έδρα τα Ιωάννινα, αριθμούσε περίπου 25.000 άνδρες και κάλυπτε τον τομέα από τον Καλαμά ως τα σύνορα της Θεσπρωτίας. Παρά τον μικρό αριθμό της σε σχέση με τις ιταλικές δυνάμεις, ήταν καλά οργανωμένη σε αμυντικές θέσεις(Καλαμάς,Ελαία,Καλπάκι) και αποτέλεσε το βασικό ανάχωμα απέναντι στην ιταλική προέλαση.

Στον ορεινό τομέα της Πίνδου δρούσε το Απόσπασμα Πίνδου υπό τον συνταγματάρχη Κωνσταντίνο Δαβάκη. Η δύναμή του ήταν μικρή, περίπου 2.000 άνδρες, και είχε αποστολή να φυλάξει το δύσβατο πέρασμα Ελασσόνα – Σαμαρίνα – Μέτσοβο. Εκεί βρέθηκε αντιμέτωπο με τη μεραρχία Αλπινιστών «Τζούλια», που είχε στόχο να διασπάσει τις ελληνικές γραμμές και να καταλάβει το Μέτσοβο, αποκόπτοντας την Ήπειρο από τη Θεσσαλία. Παρά την άνιση μάχη, το Απόσπασμα Δαβάκη κράτησε τις θέσεις του και καθυστέρησε τους Ιταλούς ώσπου έφθασαν ενισχύσεις.

Στη Δυτική Μακεδονία από το όρος Σμόλικας μέχρι τη λίμνη Πρέσπα είχε αναπτυχθεί το Σώμα Στρατού Δυτικής Μακεδονίας (ΣΣΔΜ), υπό τον Αντιστράτηγο Ιωάννη Πιτσίκα με έδρα την Κοζάνη.

Οι δυνάμεις του, αποτελούμενες κυρίως από την ΙΧ Μεραρχία, τη XV Μεραρχία και τη Μεραρχία Ιππικού, είχαν αποστολή την παρακολούθηση της 11ης Ιταλικής Στρατιάς και την αποτροπή οποιασδήποτε ιταλικής διείσδυσης προς τη Φλώρινα και την Καστοριά.Ο ρόλος του ΣΣΔΜ ήταν αρχικά καθαρά αμυντικός, μέχρι να σταθεροποιηθεί η κατάσταση στο ηπειρωτικό μέτωπο.

Συνολικά, η Ελλάδα είχε στο μέτωπο 35.000 άνδρες με υποστήριξη από ορειβατικά μέσων και βαρέων πυροβόλων και λίγα αντιαρματικά.Αεροπορική κάλυψη παρείχαν  120 αεροσκάφη. Το ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό, αν και μικρό σε δύναμη, διέθετε το θωρηκτό Αβέρωφ, περίπου 14 αντιτορπιλικά και 6 υποβρύχια, με κύρια αποστολή την προστασία των θαλάσσιων συγκοινωνιών και τις επιθετικές επιχειρήσεις υποβρυχίων. Αντίθετα, η Ιταλία είχε υπεροχή με μεγάλο στόλο θωρηκτών, καταδρομικών, αντιτορπιλικών και δεκάδων υποβρυχίων, με βάσεις στην Αυλώνα και το Δυρράχιο. 

Ο κύριος όγκος των ελληνικών οχυρώσεων βρισκόταν στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα (Γραμμή Μεταξά), ενώ η Ήπειρος είχε περιορισμένες αμυντικές θέσεις, που ενισχύθηκαν εσπευσμένα μετά το 1939. Μετά τον πόλεμο διατυπώθηκαν επικρίσεις για το γεγονός ότι δεν είχε πραγματοποιηθεί έγκαιρα η αμυντική οχύρωση της ελληνοαλβανικής μεθορίου.'Όλος ο αμυντικός σχεδιασμός ήταν προσανατολισμένος στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, όπου είχε κατασκευαστεί η περίφημη Γραμμή Μεταξά.

Τρίτη 29 Οκτωβρίου 1940

"Η Ελλάς εις τον υπέρ των όλων Αγώνα",γράφει η εφημερίδα,ενώ δίνονται συνεχείς χρηστικές οδηγίες για τις αεροπορικές επιθέσεις,τους συναγερμούς,γίνονται συστάσεις για περιορισμό της χρήσης ηλεκτρικής ενέργειας,για μικρές αναλήψεις από τράπεζες,ενώ αναφέρεται και η αποφυλάκιση ελαφροποινιτών. Από την άλλη,όπως βλέπουμε στην παρακάτω εικόνα οι ιταλικές εφημερίδες γράφουν για την εισβολή του στρατού τους στο ελληνικό έδαφος.


 Τετάρτη 30 Οκτωβρίου 1940

Αποκαλύπτεται πλέον αυτό που ήταν γνωστό, αλλά για πολιτικοστρατιωτικούς λόγους κρατούνταν κρυφό: με επίσημη ανακοίνωση δηλώνεται ότι για τον τορπιλισμό της «Έλλης» υπεύθυνη είναι η Ιταλία. Επίσης, για πρώτη ίσως φορά εμφανίζεται γραπτά η λέξη «ΟΧΙ», η οποία στη συνέχεια θα γίνει θρυλική και θα συμβολίσει την ελληνική εποποιία.



Οι πρώτες μέρες του πολέμου

Οι Ιταλοί εισβάλλουν μισή ώρα πριν εκπνεύσει το τελεσίγραφο, στις 5:30 το πρωί. Όλη τη νύχτα επιτίθενται σε ελληνικά φυλάκια, ενώ από το βράδυ η Μεραρχία «Φεράρα» είχε φτάσει στη γραμμή Δελβινάκι–γέφυρα Μπουραζανίου με κατεύθυνση Ελαία (Καλπάκι)–Ιωάννινα, ενώ η Μεραρχία «Σιέννα» βρισκόταν στα υψώματα βόρεια των Φιλιατών.

Την πρώτη μέρα άρχισε η προώθηση των ιταλικών δυνάμεων. Τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου 1940, οι ελληνικές δυνάμεις της πρώτης γραμμής βρέθηκαν εκτεθειμένες μέσα σε μια κόλαση φωτιάς από τη δράση του ιταλικού πυροβολικού, που είχε επισημάνει τις ελληνικές θέσεις, καθώς και από τους συνεχείς βομβαρδισμούς της ιταλικής αεροπορίας. Παράλληλα, το ιταλικό πεζικό κινούνταν επιθετικά προς όλες τις θέσεις της ελληνικής προκάλυψης.


 

Ο Κατσιμήτρος διέταξε τη σταδιακή υποχώρηση προς την κύρια τοποθεσία άμυνας, καθώς δεν ήθελε να υπάρξουν περιττές απώλειες, που θα κόστιζαν αργότερα στην υποστήριξη της βασικής γραμμής άμυνας. Η υποχώρηση των τμημάτων προκάλυψης συνοδεύτηκε από την ανατίναξη γεφυρών και τμημάτων οδών, βάσει σχεδίου, και είχε ολοκληρωθεί μέχρι το βράδυ της 29ης Οκτωβρίου. Ενώ στην πρώτη γραμμή του μετώπου συνέβαιναν αυτά, πιο πίσω συνεχιζόταν απρόσκοπτα η συγκέντρωση και μεταφορά ελληνικών δυνάμεων προς το μέτωπο.

Κατά τις δύο πρώτες ημέρες, στον τομέα της Πίνδου —όπως θα δούμε εκτενώς παρακάτω— δημιουργήθηκε σοβαρή κατάσταση, αφού οι λίγες δυνάμεις του Αποσπάσματος Πίνδου δεν μπόρεσαν να σταματήσουν τους αλπινιστές της Μεραρχίας «Τζούλια». Το γεγονός αυτό αιφνιδίασε και προβλημάτισε το Γενικό Στρατηγείο. Η τηλεγραφική εντολή του Αρχιστρατήγου Παπάγου προς τον διοικητή της 8ης Μεραρχίας, Χαράλαμπο Κατσιμήτρο, ήταν να επικεντρωθεί στον άξονα Ιωάννινα–Μέτσοβο, ώστε να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να περάσει ο εχθρός στη Θεσσαλία.

Εκείνος όμως, κρίνοντας την κατάσταση και έχοντας εμπιστοσύνη στις ελληνικές δυνάμεις, αποφάσισε να μείνει σταθερός στην υπεράσπιση της γραμμής Ελαία–Καλαμά. Η Μεραρχία της Ηπείρου, μοναδική από τις μεγάλες μονάδες που ήταν επανδρωμένη με ντόπιους Ηπειρώτες στρατιώτες, ήταν αποφασισμένη να υπερασπιστεί τη γη της. Ο διοικητής, στρατηγός Κατσιμήτρος, γνώριζε όσο κανείς άλλος το έδαφος των επιχειρήσεων, καθώς είχε υπηρετήσει επί σειρά ετών στην περιοχή. Θεωρούσε το Καλπάκι έναν νέο «Μαραθώνα», προσπαθώντας να προσομοιάσει την τακτική του με εκείνη της αρχαίας μάχης.

Ο Κατσιμήτρος, έχοντας απόλυτη γνώση του εδάφους και σε συνεργασία με τους κατοίκους της περιοχής, είχε προχωρήσει σε πρόχειρη οχύρωση της περιοχής — γεγονός που τον βοήθησε να πάρει αυτήν την τολμηρή απόφαση.



Η ΜΑΧΗ στο ΚΑΛΠΑΚΙ

 

Η Μάχη της Ελαίας – Καλαμά και η Μάχη της Πίνδου είναι οι δύο μάχες που ανέκοψαν την ιταλική επίθεση που εκδηλώθηκε τις πρώτες ημέρες του Ελληνοϊταλικού Πολέμου. Η γραμμή του μετώπου της μάχης ξεκινούσε δυτικά από το Ιόνιο Πέλαγος, στις εκβολές του ποταμού Καλαμά, κατά μήκος του ποταμού και κατέληγε στην στρατηγική τοποθεσία Ελαία, κοντά στο Καλπάκι.Η VIII Μεραρχία θα έπρεπε να αναχαιτίσει την ιταλική προέλαση στην περιοχή Ελαίας –Καλαμά ή στην γραμμή του Άραχθου ποταμού. Για την εκπλήρωση της αποστολής, ο Κατσιμήτρος είχε κατανείμει τις δυνάμεις του σε τρεις κύριους τομείς: Νεγράδων, Καλαμά και Θεσπρωτίας.

 Οι Ιταλοί, με σχετική καθυστέρηση λόγω των δυσμενών καιρικών συνθηκών και των ανατινάξεων των οδών από τις ελληνικές δυνάμεις προκάλυψης, κατόρθωσαν τελικά να συγκεντρώσουν δύναμη δύο μεραρχιών (Κένταυροι και Φεράρα) για την κύρια επίθεσή τους στην τοποθεσία Καλαμά-Καλπάκι.Τα σημαντικά υψώματα της περιοχής βομβαρδίζονταν από πυροβολικό και αεροπορία.Εκεί δέσποζε το Καλπάκι, ανάμεσα στα υψώματα Γκραμπάλα και Κασιδιάρη.Ο Κατσιμήτρος θα παραμείνει σταθερός στη θέση του και θα εντείνει τις ενέργειές του για την ενίσχυση της ελληνικής άμυνας.

 Στις 2 Νοεμβρίου 1940, με συνδυασμένη δράση αεροπορίας και πυροβολικού, οι Ιταλοί εξαπέλυσαν σφοδρό βομβαρδισμό στον τομέα του Καλπακίου. Ανάμεσα στις κύριες θέσεις της ελληνικής άμυνας βρισκόταν το ύψωμα Γκραμπάλα, βορειοδυτικά του χωριού — στρατηγικό σημείο με εξαιρετική ορατότητα προς τη μεθόριο.Οι ελληνικές θέσεις, επειδή ήταν καλά οχυρωμένες, δεν υπέστησαν απώλειες,προκλήθηκαν όμως ζημιές στα μέσα τηλεπικοινωνίας, ενώ από τα παρατηρητήρια η επόπτευση του χώρου ήταν ιδιαίτερα δύσκολη.

 Προς το μεσημέρι, η Ιταλική Μεραρχία “Ferrara”, σύμφωνα με το επιθετικό της σχέδιο, κινήθηκε εναντίον των ελληνικών γραμμών. Ένα τμήμα Αλβανών στρατιωτών, που ανήκε σε ιταλικό τάγμα, εκμεταλλευόμενο τη χιονοθύελλα που ξέσπασε εκείνη την ώρα, κατάφερε να πλησιάσει αθέατο το ύψωμα Γκραμπάλα, να αιφνιδιάσει τη διμοιρία που το υπερασπιζόταν και να καταλάβει προσωρινά την κορυφή.

Τα ξημερώματα της 3ης Νοεμβρίου, οι Έλληνες εξαπέλυσαν αντεπίθεση για την ανακατάληψη του υψώματος. Την ίδια στιγμή, το υπόλοιπο ιταλικό τάγμα, που είχε παραμείνει για λίγο αδρανές ώστε να προστατευθεί από το χιόνι, κινήθηκε επίσης προς το ύψωμα για να το ενισχύσει.

 Τα ελληνικά και τα ιταλοαλβανικά τμήματα συγκρούστηκαν σώμα με σώμα, μέσα στο χιόνι και την ομίχλη. Ο αγώνας υπήρξε σφοδρός και αιματηρός, με χειροβομβίδες και ξιφολόγχες, έως ότου η Γκραμπάλα πέρασε ξανά σε ελληνικά χέρια, επισφραγίζοντας την επιτυχία της άμυνας της 8ης Μεραρχίας και ανακόπτοντας την ιταλική προέλαση προς το Καλπάκι.

Την ίδια μέρα, στο Καλπάκι, οι ελληνικές δυνάμεις αναχαίτισαν έφοδο περίπου 50 ιταλικών αρμάτων, καταστρέφοντας εννέα από αυτά. Το γεγονός αυτό έφερε αισιοδοξία και ανέβασε το ηθικό των μαχητών στις πρώτες εκείνες κρίσιμες μέρες, όπου παιζόταν η τύχη του πολέμου.Η αποτυχία αυτή του εχθρού τόνωσε ιδιαίτερα το φρόνημα των Ελλήνων στρατιωτών, οι οποίοι για πρώτη φορά αντίκριζαν άρματα- ωστόσο, η αντιαρματική άμυνα είχε αποδειχθεί αποτελεσματική.

 


     Η 5η Νοεμβρίου υπήρξε μια ιδιαίτερα κρίσιμη ημέρα, καθώς οι Ιταλοί, με αυξημένη ένταση και επιθετικότητα, επιχείρησαν να καταλάβουν το Καλπάκι, τη Γκραμπάλα και τη Βροντισμένη, αλλά  απέτυχαν.Οι Ιταλοί βομβάρδισαν τις περιοχές Γκραμπάλας και Βροντισμένης στον Τομέα Νεγράδων, καθώς και τις θέσεις δυτικά του ποταμού Καλαμά, οι οποίες έγκαιρα  είχαν  εγκαταλειφθεί από τα ελληνικά τμήματα, αλλά και την περιοχή Παραποτάμου (Βάρφανης) στον Τομέα Θεσπρωτίας. Στον Τομέα Νεγράδων, ύστερα από έντονη προπαρασκευή πυροβολικού και αεροπορίας, οι Ιταλοί εξαπέλυσαν στις 14:30 νέα γενική επίθεση σε ολόκληρο το μέτωπο, χρησιμοποιώντας ισχυρές δυνάμεις πεζικού και αρμάτων μάχης.

Ωστόσο, και αυτή η επίθεση, παρά τη σφοδρή υποστήριξή της από αέρα και πυροβολικό, απέτυχε. Οι ιταλικές δυνάμεις καθηλώθηκαν από τα ελληνικά πυρά μπροστά στις αμυντικές τοποθεσίες. Τα άρματα μάχης, που επιχειρούσαν κυρίως στην περιοχή Παρακάλαμου, έγιναν στόχος του ελληνικού πυροβολικού, με αποτέλεσμα να διασκορπιστούν και να ακινητοποιηθούν μέσα στους βάλτους του ποταμού Καλαμά.

Ο Κατσιμήτρος γνώριζε ότι αυτή η επίθεση θα ήταν η κρισιμότερη του αγώνα και απέστειλε προσωπικό μήνυμα σε όλους τους διοικητές των ελληνικών μονάδων, προσπαθώντας να τους ανυψώσει το ηθικό. Στο μήνυμα τους ζητούσε να είναι κοντά στους στρατιώτες τους, να στέλνουν αναγνωρίσεις και να σχηματίζουν ενέδρες και εκτός των ελληνικών γραμμών και να τους εμφυσήσουν επιθετικό πνεύμα.Τις επόμενες ημέρες, 6 και 7 Νοεμβρίου, οι Ιταλοί πραγματοποίησαν νέες επιθέσεις για την κατάληψη της Γκραμπάλας και τη γέφυρα του Αγίου Αθανασίου στον ποταμό Καλαμά, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Και αυτές οι προσπάθειες κατέληξαν σε αποτυχία, αφήνοντας πίσω τους πολλούς νεκρούς.

Συνοπτικά, για τουλάχιστον οκτώ ημέρες, μέχρι και τις 8 Νοεμβρίου, οι Ιταλοί, με μεγάλο όγκο δυνάμεων και τη στήριξη αρμάτων μάχης, επιχείρησαν επανειλημμένα να διασπάσουν την ελληνική άμυνα στο Καλπάκι, αλλά απέτυχαν ολοκληρωτικά. Από εκείνη τη μέρα, παρατηρήθηκε χαλάρωση της ιταλικής δράσης, ενώ στα ελληνικά χέρια έπεσε απόρρητη διαταγή της Μεραρχίας “Ferrara”, η οποία ανέφερε την αναστολή κάθε επιθετικής ενέργειας μέχρι να φτάσουν ενισχύσεις.

Οι Ηπειρώτες υπερασπιστές και ο σπουδαίος διοικητής τους τα κατάφεραν, γιατί πέρα από τον ηρωισμό τους, καθοριστικό ρόλο έπαιξαν η σωστή διάταξη και η ευστοχία του πυροβολικού, καθώς και τα αποτελεσματικά οχυρωματικά έργα του Κατσιμήτρου. Ο Ιταλός διοικητής Βισκόντι Πράσκα έγραψε αργότερα ότι, από τις επιχειρήσεις των τριών ημερών, πείσθηκε πως αντιμετώπιζε ένα Σώμα Στρατού προστατευμένο από ένα ισχυρό και οργανωμένο αμυντικό σύστημα — ένα περιχαρακωμένο στρατόπεδο με διαδοχικές αμυντικές γραμμές και πλήθος προκαθορισμένων θέσεων πυροβολικού.

 Ο Κατσιμήτρος όχι μόνο δεν επαναπαύτηκε στις πρόσκαιρες δάφνες της μεγάλης αυτής επιτυχίας, αλλά στις 9 Νοεμβρίου διέταξε επιθετικές αναγνωρίσεις και μικρές τοπικές αντεπιθέσεις των ελληνικών τμημάτων σε όλο το μέτωπο. Οι Ιταλοί αιφνιδιάστηκαν που για πρώτη φορά δέχτηκαν επίθεση,οι στρατιώτες μας απείλησαν την διάταξή τους, ενώ έθεσαν τις βάσεις για την μεγάλη αντεπίθεση που ακολούθησε μετά τις 14 Νοεμβρίου.

Συνολικά οι Ιταλοί είχαν 1.029 νεκρούς και 1.199 τραυματίες, ενώ οι Έλληνες 3 αξιωματικούς και 57 οπλίτες νεκρούς και 208 τραυματίες.Ο Παπάγος απέστειλε συγχαρητήριο τηλεγράφημα στον Κατσιμήτρο για την αντίδρασή του και την επιτυχημένη άμυνα. Ο Πράσκα αντικαταστάθηκε από τον στρατηγό Σοντού.Ο περίφημος «ιταλικός περίπατος» με τον ελληνικό καφέ στην Αθήνα είχε πλέον αναβληθεί επ’ αόριστον· στη θέση του, οι Ιταλοί χρειάζονταν επειγόντως ένα ζεστό τσάι στα παγωμένα αλβανικά βουνά.

Στο παραλιακό μέτωπο,τομέας της Θεσπρωτίας,η κατάσταση από την αρχή δεν ήταν ευνοϊκή και υπήρξε κίνδυνος για τις ελληνικές δυνάμεις που αμύνονταν στη τοποθεσία Καλαμάς-Καλπάκι.Αφού αρχικά οι Ιταλοί αποκρούστηκαν στον Ποταμό Καλαμά,κατόπιν όμως ισχυρού βομβαρδισμού και επίθεσης,τελικά τη νύχτα της 4ης προς 5η Νοεμβρίου διάβηκαν τον ποταμό αναγκάζοντας το ελληνικό τάγμα να υποχωρήσει.Υπήρχε κίνδυνος οι Ιταλοί να αποκτήσουν πρόσβαση σε διαβάσεις που οδηγούσαν προς τα Ιωάννινα.Οι  λίγες ελληνικές δυνάμεις συμπτύχθηκαν προς τον Αχέροντα με τους Ιταλούς τελικά στις 6 Νοεμβρίου να καταλαμβάνουν την Ηγουμενίτσα και το Μαργαρίτι. Η σθεναρή άμυνα και τα προβλήματα του εχθρού στο μέτωπο Καλαμά-Καλπάκι τον απέτρεπαν από τη συνέχιση των επιχειρήσεων στο παραλιακό μέτωπο.

Συνολικά στο Μέτωπο της Ηπείρου οι όροι είχαν αντιστραφεί.Στον τομέα Νεγράδων οι Ιταλοί είχαν περάσει σε κατάσταση άμυνας,στη Θεσπρωτία άρχισαν τη σύμπτυξη,μέχρις τις 13 Νοέμβρη είχε αποκατασταθεί η τοποθεσία στον Καλαμάς,εκτός από ένα μικρό προγεγύρωμα.

Όπως θα δούμε και στη συνέχεια και στο Μέτωπο της Πίνδου οι ελληνικές δυνάμεις μέχρι τις 13 Νοεμβρίου αποκατέστησαν τη γραμμή των συνόρων εκδιώκοντας  τον εχθρό,εκτός από την περιοχή της Κόνιτσας που ανακαταλήφθηκε στις 16   Νοεμβρίου.   

Συνεχίζεται με τη Μάχη της Πίνδου... 


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις