Ο ΠΡΩΤΟΣ ΝΕΚΡΟΣ
Βασίλειος Τσιαβαλιάρης:απών,έπεσε υπέρ Πατρίδος
Το έπος του ’40 είναι υπόθεση και ιστορία των χιλιάδων Ελλήνων αγροτών, ανθρώπων της γης, του μεροκάματου και της βιοπάλης, που με αυταπάρνηση και αυτοθυσία προσέτρεξαν στο Μέτωπο για να δώσουν τον δίκαιο και τίμιο αγώνα για την Πατρίδα, όπως όλοι την ένιωθαν και την καταλάβαιναν τότε.
Eνας τέτοιος άνθρωπος ήταν και ο Βασίλης...
Ο Βασίλειος Τσιαβαλιάρης, γιος του Γιάννη και της Αγόρως, γεννήθηκε το 1912 στο χωριό Πιαλεία Τρικάλων, στις παρυφές του Κόζιακα στα Τρίκαλα. Προερχόμενος από πολυμελή, αγροτική οικογένεια ανατράφηκε και έζησε έχοντας ως οδηγούς στη ζωή του την αγάπη για τον τόπο του,την οικογένειά του,την πατρίδα αλλά και την πίστη στο Θεό.Οι μαρτυρίες των συγχωριανών του τον περιγράφουν ως άνθρωπο εργατικό, υπομονετικό και δίκαιο.
Ο Τσιαβαλιάρης υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία στο 5ο Σύνταγμα Πεζικού από τον Σεπτέμβριο του 1933 έως τον Νοέμβριο του 1934. Μετά την απόλυσή του, επέστρεψε στην Πιαλεία, όπου δημιούργησε οικογένεια με τη σύζυγό του Ελένη, αποκτώντας τρία τέκνα: τον Νικόλαο, τον Γεώργιο και την Αλεξάνδρα. Η ζωή του κυλούσε ήσυχα, έως ότου ο πόλεμος που απλωνόταν σε όλη την Ευρώπη,έφτασε και στην πατρίδα μας.
Με την επικείμενη εμπλοκή της Ιταλίας στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και ενόψει της διαφαινόμενης απειλής κατά της Ελλάδας, ο Ιωάννης Μεταξάς διέταξε περιορισμένη επιστράτευση στις 22 Ιουλίου 1940. Ο Τσιαβαλιάρης κλήθηκε εκ νέου στα όπλα και κατατάχθηκε στο 5ο Σύνταγμα Πεζικού, ενώ αργότερα εντάχθηκε στο 51ο Σύνταγμα Πεζικού, το οποίο μεταφέρθηκε στην Ήπειρο για να λάβει αμυντικές θέσεις κατά μήκος των ελληνοαλβανικών συνόρων. Από τις αρχές Σεπτεμβρίου του 1940 υπηρετούσε στο Απόσπασμα Πίνδου υπό τη διοίκηση του συνταγματάρχη Κωνσταντίνου Δαβάκη, μαζί με στρατιώτες κυρίως από την περιοχή της Θεσσαλίας.
Τις πρώτες πρωινές ώρες της 28ης Οκτωβρίου 1940, λίγο πριν ανατείλει ο ήλιος, οι ιταλικές δυνάμεις εξαπέλυσαν επίθεση εναντίον των ελληνικών φυλακίων, παραβιάζοντας τα σύνορα προτού καν εκπνεύσει το τελεσίγραφο προς τον πρωθυπουργό Μεταξά. Το 21ο φυλάκιο, στο ύψωμα Γκόλιο πλησίον της Πυρσόγιαννης, αποτέλεσε έναν από τους πρώτους στόχους του ιταλικού πυροβολικού. Εκεί, μέσα στο χαράκωμα και υπό σφοδρά πυρά, ο στρατιώτης Βασίλειος Τσιαβαλιάρης αγωνίστηκε γενναία με το οπλοπολυβόλο του μέχρι τη στιγμή που χτυπήθηκε θανάσιμα από θραύσμα όλμου στο μέτωπο.
Σύμφωνα με τη μαρτυρία του συμπολεμιστή του Χρήστου Αποστόλου Γιαννιού, ο οποίος υπηρετούσε στην ίδια μονάδα, τα βλήματα άρχισαν να πέφτουν «βροχή» προτού χαράξει. Όταν έληξε η πρώτη επίθεση, οι άνδρες του φυλακίου μετέφεραν τον νεκρό Τσιαβαλιάρη λίγο πιο πίσω για να τον διαβάσει ο ιερέας. Ο Γιαννιός θυμάται συγκινημένος ότι ήταν ο πρώτος που τον έκλαψε. Κατά τις ίδιες μαρτυρίες, ο ήρωας, λίγο πριν ξεψυχήσει, πρόφερε τα λόγια: «Πάνε τα παιδούλια μου…», φράση που αποτυπώνει την αγάπη και την έγνοια του για τα παιδιά του και την οικογένειά του.
Ένας συγχωριανός του που υπηρετούσαν μαζί στο Μετωπο περιγράφει:
«Εγώ ήμουν λίγο πιο πίσω, ο Βασίλης ήταν μπροστά στο φυλάκιο. Διοικητή είχαμε το Συνταγματάρχη Δαβάκη. Νύχτα, μπροστά από τις 5 ακούσαμε να πέφτουν βροχή τα βλήματα στο φυλάκιο. Αργότερα ήρθαν πίσω οι άνδρες του φυλακίου. Ήρθε ένας και μου είπε: Πάει ο χωριανός σου, τον έφαγαν με τους όλμους, τον χτύπησαν στο μέτωπο, πάνω από το μάτι, τον φέραμε παραπίσω, είπαμε τον παπά να τον διαβάσει.Ήμουν ο πρώτος που τον έκλαψα».
Ο Βασίλειος Τσιαβαλιάρης θεωρείται ο πρώτος Έλληνας στρατιώτης που έπεσε κατά τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο. Η πράξη του ενσαρκώνει το πνεύμα αυτοθυσίας, την αφοσίωση στο καθήκον και την πίστη στα ιδανικά της ελευθερίας, στοιχεία που χαρακτήρισαν συνολικά τον ελληνικό αγώνα εκείνης της περιόδου.
Ως ελάχιστο φόρο τιμής, το Πανεπιστήμιο Αθηνών το έτος 2000 ανήγειρε ανδριάντα του ήρωα στη γενέτειρά του, Πιαλεία Τρικάλων, ενώ κάθε χρόνο τελείται τοπική εκδήλωση μνήμης, τα «Τσιαβαλιάρεια», αφιερωμένα στον ίδιο και σε όλους όσοι πολέμησαν στο μέτωπο της Πίνδου.
Η μορφή του Βασιλείου Τσιαβαλιάρη, του πρώτου νεκρού του Ελληνοϊταλικού Πολέμου, αναδεικνύει το παράδειγμα και τη θυσία των απλών στρατιωτών που έσπευσαν εκείνο το πρωινό της 28ης Οκτωβρίου 1940 στο μέτωπο, με αυταπάρνηση και ενθουσιασμό, προκειμένου να εκπληρώσουν το ύψιστο καθήκον τους προς την πατρίδα.
Σε όλους τους νεκρούς του πολέμου, σε όλους όσοι πολέμησαν σ’ αυτόν τον άδικο για την Ελλάδα πόλεμο, στον οποίο η χώρα μας δεν προκάλεσε αλλά αναίτια ενεπλάκη από την ιταλική επίθεση, οφείλουμε αιώνια ευγνωμοσύνη και τιμή.
Η θυσία του Βασιλείου Τσιαβαλιάρη παραμένει διαχρονική υπενθύμιση ότι η ελευθερία της πατρίδας οικοδομήθηκε πάνω στην αυταπάρνηση απλών ανθρώπων, οι οποίοι με πίστη, θάρρος και γενναιότητα στάθηκαν αντάξιοι της ιστορίας και των ιδανικών του έθνους.



Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου