ΛΕΩΝ ο ΣΓΟΥΡΟΣ, ο Ανυπόταχτος και Φιλόδοξος Βυζαντινός Άρχοντας

 

Ο μόνος βυζαντινός αξιωματούχος που πρόβαλε σοβαρή αντίσταση στη φραγκική κατάκτηση, αλλά και μία από τις πιο αμφιλεγόμενες προσωπικότητες της εποχής του, υπήρξε ο Λέων Σγουρός, άρχοντας του Ναυπλίου και του Άργους. Εκμεταλλευόμενος την κατάρρευση της αυτοκρατορικής εξουσίας μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους (1204), επιχείρησε να δημιουργήσει τη δική του ηγεμονία. Αρχικά κυριάρχησε στην Αργολίδα και στην Κορινθία, ενώ στη συνέχεια προσπάθησε να επεκτείνει την ισχύ του και πέρα από την Πελοπόννησο.

γράφει ο Θάνος Δασκαλοθανάσης 

 


Στις αρχές του 1204 εισέβαλε στην Αττική, χωρίς όμως να καταφέρει να κυριεύσει την Ακρόπολη, την οποία υπερασπίστηκε με αποφασιστικότητα ο μητροπολίτης Μιχαήλ Χωνιάτης, αδελφός του ιστορικού Νικήτα Χωνιάτη. Εξοργισμένος από την αποτυχία του, λεηλάτησε την πόλη της Αθήνας και στη συνέχεια κατέλαβε τη Βοιωτία και την Εύβοια, φτάνοντας ως τη Λάρισα. Εκεί συνάντησε τον έκπτωτο αυτοκράτορα Αλέξιο Γ΄ Άγγελο και παντρεύτηκε την κόρη του, Ευδοκία. Με τον γάμο αυτόν ο φιλόδοξος Σγουρός επιδίωκε να νομιμοποιήσει την εξουσία του και, ενδεχομένως, να ανοίξει τον δρόμο για τη διεκδίκηση του αυτοκρατορικού τίτλου.


Τα σχέδιά του, ωστόσο, ανατράπηκαν πολύ γρήγορα. Οι στρατιώτες του Βονιφάτιου Μομφερρατικού εισέβαλαν στη Θεσσαλία, αναγκάζοντας τον Σγουρό να υποχωρήσει και να αμυνθεί αρχικά στο στενό των Θερμοπυλών. Οι Λατίνοι κατέλαβαν εύκολα τη Θεσσαλία, την οποία ο Βονιφάτιος μοίρασε στους ακολούθους του, και συνέχισαν την πορεία τους προς νότο. Ο Σγουρός, κάτω από την πίεση των σιδερόφραχτων ιπποτών, εγκατέλειψε την Κεντρική Ελλάδα και επέστρεψε στην Πελοπόννησο.


Εκεί αντιστάθηκε με πείσμα, έχοντας ως προπύργια τρία οχυρά κάστρα: τον Ακροκόρινθο, την Ακροναυπλία και τη Λάρισα του Άργους. Κτισμένα σε απόκρημνους λόφους, αποδείχτηκαν ισχυρότερα από τη δύναμη των Φράγκων κατακτητών. Επειδή οι τελευταίοι δεν διέθεταν πολιορκητικές μηχανές, περιορίστηκαν αρχικά στον αποκλεισμό, ελπίζοντας ότι η πείνα και η κόπωση θα εξανάγκαζαν τους αμυνόμενους σε παράδοση.

Το 1208, κουρασμένος και απογοητευμένος από την εξέλιξη των πραγμάτων και μη θέλοντας να παραδοθεί στους Φράγκους, ο Λέων Σγουρός, σύμφωνα με την επικρατέστερη παράδοση, αυτοκτόνησε πηδώντας με το άλογό του από τα τείχη του Ακροκορίνθου. Κατά μία άλλη εκδοχή, έπεσε μαχόμενος σε μάχη έξω από το Ναύπλιο. Όπως κι αν έληξε η ζωή του, έμεινε στη μνήμη ως ένας τοπικός ηγεμόνας που, έστω και πρόσκαιρα, ύψωσε το ανάστημά του απέναντι στη φραγκική κατάκτηση και συμβολίζει την αγωνιώδη προσπάθεια των Ελλήνων να διατηρήσουν την ανεξαρτησία τους μέσα στο χάος που ακολούθησε την πτώση της Κωνσταντινούπολης.

 


          Στο βιβλio του  «Φημισμένοι άντρες κα λησμονημένοι» ο    ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ γράφει για τον Λέοντα Σγουρό:
              Ήταν κι αυτός ένας από τους ανθρώπους του καιρού του αλλά στάθηκε πολύ ζουρλός πεισματάρης κι ακατάστατος. Φανερώθηκε τον καιρό που ήρθανε οι Φράγκοι στην Πόλη, δηλαδή κατά το 1200 μ.Χ.  Ο πατέρας του στάθηκε αφέντης του Αναπλιού κι όταν κείνος απόθανε, κληρονόμησε τ΄ αξίωμά του ο γιος του, ο Λέοντας, και σαν τ΄ άγριο θηρίο που ΄χε και το όνομά του, λυσσομανούσε, άρπαζε και ξέσκιζε ολόγυρα τα μέρη, πήρε το Άργος και τράβηξε κατά την Κόρινθο, να πάρει το ξακουσμένο κάστρο της, γιατί όπως λέγαν από τα αρχαία χρόνια, όποιος βαστούσε κείνο το κάστρο, το λεγόμενο Ακροκόρινθο, θα βαστούσε και το Μωριά, κι ίσως ίσως κι ολάκερη την Ελλάδα.
              Εκεί πέρα ήταν μητροπολίτης ένας Νικόλαος, που τον είχε τυραννισμένο ο Σγουρός, αλλά σαν έζωσε το κάστρο, έστειλε λέγοντάς του να φιλιωθούνε, κι ο μητροπολίτης παραδέχτηκε, κι έτσι μπήκε στο κάστρο ο άπιστος Σγουρός, και φίλησε το χέρι του δεσπότη και τον προσκάλεσε να φάνε μαζί, αλλά πάνω στο τραπέζι μέθυσε και του ΄βγαλε τα μάτια και τον γρέμνισε από κείνο το θεόψηλο  και φοβερό φρούριο.
             Κατόπιν τράβηξε να πάρει την Αθήνα κατά το 1203, για να απλώσει το βασίλειό του και πέρα από το Μωριά. Πέρασε λοιπόν το Εξαμίλι, δηλαδή τη στενή στεριά που δένει το Μωριά με τη Ρούμελη, έστειλε λίγα καράβια από τη θάλασσα της Σαλαμίνας, κι αυτός βάδισε κουρσεύοντας σκληρά κάθε χώρα και χωριό πόβρισκε μπροστά του κι έφτασε στην Αθήνα και την ρήμαξε δίχως δυσκολία, γιατί όσοι βαστούσανε άρματα είχαν κλειστεί στο κάστρο της Ακρόπολης, έχοντας αρχηγό έναν αγιασμένο και σοφό άνθρωπο, το δεσπότη Μιχαήλ Ακομινάτο, που δεν ήταν ντόπιος αλλά Ανατολίτης, γεννημένος  στο χωριό Χώνες, φημισμένο για το θάμα τ΄ Αρχαγγέλου Μιχαήλ. Έστησε λοιπόν ο Σγουρός μηχανές της πολιορκίας, φαλκούνια, χελώνες κι αρκουδάμαξα και με όλα ταύτα δεν μπόρεσε να πατήσει το κάστρο, γιατί ο γέροντας βάσταξε καλά.
             Αφού πολέμησε λίγες μέρες, ο Σγουρός παράτησε την πολιορκία και πήρε το δρόμο κατά το βοριά, και δεν άφησε χλωρό κλαρί πουθενά, ίσαμε πόφταξε στη Θήβα και την κούρσεψε και κείνην από θεμελιού. Όλοι τούτοι οι τόποι ήτανε του χεριού του επειδή δεν είχανε στρατό της προκοπής μηδέ  αρχηγούς να τους κυβερνήσουνε. Έφταξε λοιπόν στη Λάρισα και εκεί αναπαύτηκε πια, έχοντας την ιδέα πως είχε βάλει  στα σύνορά του ολάκερη την παλιά Ελλάδα, για να πολεμήσει σαν άλλος Μεγαλέξανδρος  καταπάνω στους Φράγκους.
             Τούτο τον καιρό π΄ αναστάτωνε το Μωριά και τη Ρούμελη ο Σγουρός, στα βορινά μέρη ανεμόδερνε ολοένα τον κόσμο ένας άλλος αιματοχόχλακας, ο περιβόητος Μπονιφάτσης, ο μαρκέζης του Μομφερά. Ήτανε κι αυτός τρελλός, άφοβος στο έπακρο και μεγάλος πολέμαρχος, τιμημένος απ΄ όλους τους Φράγκους.
            Εβγήκε λοιπόν να υποτάξει όσες χώρες ήταν ακόμα λεύτερες, τα μέρη που ΄ναι γύρω στις Σέρρες και στη Βέροια  και κατάντησε μέχρι την πόρτα της Θεσσαλίας στα 1205, τον ίδιο καιρό που ήταν στη Λάρισα ο Λέοντας ο Σγουρός.
            Μαθαίνοντας αυτός πως ζυγώσανε οι Φράγκοι, έστειλε κάτι λίγους στρατιώτες να φυλάξουνε την κλεισούρα των Θερμοπυλών, σαν είδανε όμως να κατεβαίνουνε οι Φράγκοι ντυμένοι με σίδερα, με μουντζούνες σιδερένιες και καπέλα σιδερένια, καβαλλικεμένοι σε άλογα  σιδεροντυμένα και κείνα, τρομάξανε και φύγανε, κι ο στρατός του Μπονιφάτση βρέθηκε σε λίγο μέσα στη Θήβα και την άλλη μέρα μέσα στην Αθήνα…
              Ο Σγουρός ζεματισμένος πέρασε βιαστικά στον Μωριά να μπορέσει να κρατήσει τα δικά του τα κάστρα.
              Σε λίγες μέρες πέρασε κι ο Μπονιφάτσης το Εξαμίλι και μπήκε στο Μωριά με πολύ στράτευμα κι έπιασε τη χώρα της Κόρινθος και τ΄ Άργος. Ο δε Σγουρός μπόρεσε και βάσταξε τ΄ Ανάπλι και το κάστρο της Κόρινθος, το λεγόμενο Ακροκόρινθο, και εκεί μέσα σφαλίχτηκε…
              Σφαλισμένος μέσα στο κάστρο και βλέποντας πως η πείνα θα τον στένευε να σκαλβωθεί, αλλοφρόνησε… Καβαλλίκεψε στ΄ άλογό του, που τόχε και κείνο ανεβασμένο στο κάστρο κι ύστερα το σπιρούνησε και πέσανε μαζί, καβαλάρης κι άλογο, μέσα σε κείνον τον φοβερό γκρεμό, που δε βρέθηκε μηδέ κόκκαλο…


                Φώτης Κόντογλου
        «Φημισμένοι άντρες κα λησμονημένοι»

 

 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις