Το μονοπάτι της μνήμης,το προσφυγικό ζήτημα,Ε΄μέρος

 

Το προσφυγικό ζήτημα, ως τραγική συνέπεια της Μικρασιατικής Καταστροφής, υπήρξε εκείνο που σφράγισε τη μεταπολεμική ιστορία της χώρας και απασχόλησε τις ελληνικές κυβερνήσεις για πολλά χρόνια. Ήταν το μεγαλύτερο πρόβλημα που κλήθηκε να αντιμετωπίσει το ελληνικό κράτος από την ίδρυσή του, με πολυδιάστατες και αλληλένδετες επιπτώσεις σε όλους τους τομείς της κοινωνίας: οικονομικές, κοινωνικές, πολιτικές και πολιτισμικές.Τίποτα δεν έμεινε ανεπηρέαστο. Η προσπάθεια που κατέβαλε το ελληνικό κράτος για τη διαχείριση του ζητήματος υπήρξε πράγματι εντυπωσιακή και, παρά τις αντιρρήσεις και τις δυσκολίες, είχε σημαντική επιτυχία.


 

γράφει ο Θάνος Δασκαλοθανάσης 

Η κατάληξη της μικρασιατικής περιπέτειας συνιστούσε ανείπωτη συμφορά, μια εθνική τραγωδία που περιλάμβανε σφαγές, πυρπολήσεις, φρικαλεότητες και αμέτρητο πόνο. Η συνέχεια αυτής της τραγωδίας ήταν η επιβολή του ακατανόητου και απάνθρωπου μέτρου της υποχρεωτικής ανταλλαγής των πληθυσμών, που υπαγορεύτηκε από πολιτικές και εθνικές σκοπιμότητες.

Το σοκ για την ελληνική κοινωνία ήταν τεράστιο, βαθύ και «αθεράπευτο» ως ένα σημείο, με την έννοια ότι συντάραξε τη συλλογική μνήμη και δημιούργησε τραύματα που εξακολουθούν μέχρι σήμερα να υπάρχουν στην ελληνική κοινωνία, μέσα από τους απογόνους της γενιάς της Καταστροφής. Η οδυνηρή κατάληξη όμως της μικρασιατικής περιπέτειας ακύρωσε τις ελπίδες, τους πόθους και τις ψευδαισθήσεις με τις οποίες έζησε η ελληνική κοινωνία για περίπου εκατό χρόνια, από τη συγκρότηση του ελληνικού κράτους το 1830. Σε όλη αυτήν την περίοδο, το όραμα της «Μεγάλης Ιδέας», της εθνικής ολοκλήρωσης, υπήρξε ο ομογενοποιητικός παράγοντας που εξασφάλισε την ενότητα και εξουδετέρωσε ως ένα βαθμό τις διαφορές και τις δυσκολίες. Η συνειδητοποίηση της αποτυχίας, το γκρέμισμα των ελπίδων, δημιούργησε βαθιούς κραδασμούς και ανασφάλεια.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το μεγάλο και φλέγον θέμα ήταν η διαχείριση του προσφυγικού ζητήματος, που αποτέλεσε το πρώτο και σημαντικότερο επίτευγμα του ελληνικού κράτους στη μεσοπολεμική περίοδο. Μια προσπάθεια η οποία λειτούργησε, σε έναν βαθμό, και θεραπευτικά μετά τη μεγάλη τραγωδία.

Η διαχείριση του προσφυγικού θέματος 

Μέσα σε μια δεκαετία, από το 1912 ως το 1922, από τότε δηλαδή που με την άνοδο του τουρκικού εθνικισμού αρχίζει η πολιτική των διώξεων και των εκτοπίσεων των χριστιανικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, κανείς δεν μπορεί με ασφάλεια να υπολογίσει τις προσφυγικές μετακινήσεις. Μια αρκετά συγκεκριμένη εικόνα μας δίνει η απογραφή του 1928, σύμφωνα με την οποία οι πρόσφυγες αριθμούσαν 1.221.849 άτομα, περίπου το 20% του συνολικού πληθυσμού. Από αυτούς οι 151.892 είχαν έρθει στην Ελλάδα πριν από τη Μικρασιατική Καταστροφή.


 

 Οι προσφυγικοί πληθυσμοί παρουσίαζαν μεγάλη ανομοιογένεια σε πολλούς τομείς. Έφτασαν στην Ελλάδα σε διαφορετικές χρονικές στιγμές και κάτω από διαφορετικές συνθήκες, ενώ προέρχονταν από ποικίλες περιοχές. Διέφεραν επίσης ως προς την αγροτική ή αστική τους προέλευση, την ηλικία, το γλωσσικό τους ιδίωμα, το μορφωτικό τους επίπεδο και το επάγγελμα που ασκούσαν στον τόπο καταγωγής τους.

Για όσους είχαν εγκατασταθεί στην Ελλάδα πριν από τη στρατιωτική κατάρρευση του μετώπου, τα πράγματα ήταν πιο εύκολα όσον αφορά την υποδοχή και αποκατάστασή τους. Εξάλλου, σε αυτήν την κατηγορία ανήκαν οι πιο εύποροι, που είχαν καταφέρει να φέρουν μαζί τους και μέρος της περιουσίας τους. Για όλους τους άλλους, όμως, που ήρθαν διωγμένοι και κυνηγημένοι από τις πατρίδες τους, η κατάσταση ήταν πολύ πιο δύσκολη, καθώς συνάντησαν ένα ελληνικό κράτος φτωχό, αποδιοργανωμένο και ανήμπορο να τους υποδεχτεί αποτελεσματικά.

Η εγκατάσταση των προσφύγων πραγματοποιήθηκε κυρίως σε περιοχές της Βόρειας Ελλάδας, κάτι που ήταν φυσικό, καθώς εκεί υπήρχαν χωράφια και σπίτια που είχαν εγκαταλείψει Μουσουλμάνοι και Βούλγαροι. Με τον τρόπο αυτόν επιτεύχθηκε ο πλήρης εξελληνισμός των περιοχών αυτών, που μόλις πρόσφατα είχαν απελευθερωθεί.

Οι μηχανισμοί που κινητοποιήθηκαν ήταν ποικίλοι και συνδύαζαν άμεσες λύσεις ανακούφισης με μακροπρόθεσμα μέτρα ένταξης. Η πρώτη φάση αφορούσε την υποδοχή και περίθαλψη των προσφύγων. Στα λιμάνια άφιξης, όπως ο Πειραιάς, η Θεσσαλονίκη, ο Βόλος και η Καβάλα, δημιουργήθηκαν υγειονομικοί σταθμοί και εφαρμόστηκαν καραντίνες για την πρόληψη επιδημιών. Παράλληλα οργανώθηκαν σίτιση, προσωρινή στέγαση σε σκηνές, στρατόπεδα, σχολεία και αποθήκες, ενώ μοιράστηκαν ρουχισμός και φάρμακα με τη συνδρομή φιλανθρωπικών οργανώσεων, τόσο ελληνικών όσο και ξένων, όπως η Near East Relief και ο Διεθνής Ερυθρός Σταυρός.

Το Υπουργείο Πρόνοιας ανέλαβε τη γενική μέριμνα για την περίθαλψη και εγκατάσταση των προσφύγων, ωστόσο όλες αυτές οι προσπάθειες δεν επαρκούσαν για την αντιμετώπιση των τεράστιων προβλημάτων. Γι’ αυτό το 1923 ιδρύθηκε η Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων (ΕΑΠ), υπό την εποπτεία της Κοινωνίας των Εθνών, από την οποία ζητήθηκαν και δάνεια. Η ΕΑΠ αξιοποίησε τα διεθνή αυτά κεφάλαια και ανέλαβε ένα τιτάνιο έργο: τη μετακίνηση, εγκατάσταση και παραγωγική ενσωμάτωση εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων.


 

Σημαντική υπήρξε η κοινωνική διάσταση του προσφυγικού προβλήματος. Οι εντάσεις, η καχυποψία, οι ανταγωνισμοί για γη και εργασία, οι υποτιμητικές αναφορές και χαρακτηρισμοί, ακόμα και τα επεισόδια δεν έλειψαν ανάμεσα σε γηγενείς και πρόσφυγες. Με την άφιξη των μεγάλων προσφυγικών κυμάτων, ο διαχωρισμός γηγενών και προσφύγων εδραιώθηκε ως μείζον πολιτικό και κοινωνικό χαρακτηριστικό της χώρας σε όλη τη διάρκεια του Μεσοπολέμου. Η αντίθεση ανάμεσα στην παλιά Ελλάδα και στις Νέες Χώρες, ανάμεσα σε ντόπιους και πρόσφυγες, εκδηλωνόταν σε όλες τις πτυχές της ζωής, οξύνοντας τις κοινωνικές και πολιτικές αντιπαλότητες.

Η εγκατάσταση των προσφύγων στις παρυφές των πόλεων και οι άθλιες συνθήκες διαβίωσης και υγιεινής συνετέλεσαν στην εμφάνιση επιδημιών, όπως ευλογιάς και τύφου. Παρά τις δυσκολίες, οι αρμόδιες υπηρεσίες κατάφεραν να τις αντιμετωπίσουν σε σημαντικό βαθμό μέσω μαζικών εμβολιασμών. Ωστόσο, τα επεισόδια και οι συγκρούσεις ανάμεσα σε ντόπιους και πρόσφυγες συχνά ξέφευγαν από τον έλεγχο και κατέληγαν σε αιματηρά γεγονότα.

 Με τον ερχομό των προσφύγων από τη Μικρά Ασία, την Ανατολική Θράκη και τον Πόντο την περίοδο 1922–1924, ο πληθυσμός της Ελλάδας αυξήθηκε από περίπου 5,5 εκατομμύρια σε πάνω από 6,5 εκατομμύρια, δηλαδή κατά περίπου 20–25 % μέσα σε λίγα χρόνια. Πρόκειται για μια από τις πιο ραγδαίες και σημαντικές δημογραφικές μεταβολές της νεότερης ελληνικής ιστορίας που οδήγησε στη δημιουργία ενός ιδιόμορφου δημογραφικού προβλήματος,της φυσικής αύξησης του πληθυσμού σε νεκρό χρόνο.

 Μεγάλο μέρος τους εγκαταστάθηκε σε πόλεις, αυξάνοντας εντυπωσιακά τον πληθυσμό τους: η Αθήνα από τις 290.000 κατοίκους έφτασε τις 460.000, ενώ η Θεσσαλονίκη από τις 170.000 τις 245.000. Σε πόλεις της Βόρειας Ελλάδας, όπως η Καβάλα, η Ξάνθη, η Δράμα, οι Σέρρες και η Βέροια, η παρουσία των προσφύγων υπήρξε καταλυτική και καθόρισε τη φυσιογνωμία τους. Γύρω από τις πόλεις αυτές δημιουργήθηκαν καταυλισμοί που στη συνέχεια μετατράπηκαν σε οικισμούς και αργότερα σε δήμους, όπως η Καισαριανή, η Νέα Ιωνία και η Νέα Σμύρνη στην Αθήνα, αλλά και η Τούμπα και η Καλαμαριά στη Θεσσαλονίκη. Αρχικά οι κατοικίες ήταν πρόχειρες, σύντομα όμως άρχισαν να οικοδομούνται μικρά σπίτια με κρατική και διεθνή χρηματοδότηση. 

Το ζήτημα της ανεύρεσης εργασίας και της επιβίωσης αντιμετωπίστηκε με την απασχόληση πολλών προσφύγων σε εργοστάσια κοντά στους νέους οικισμούς. Παράλληλα αρκετοί ασχολήθηκαν με το μικρεμπόριο και την παροχή υπηρεσιών, ενώ η γυναικεία εργασία, χάρη στην παρουσία μεγάλου αριθμού γυναικών προσφύγων, γνώρισε αξιοσημείωτη αύξηση.

Ωστόσο,τα προβλήματα και οι δυσκολίες στις περιοχές εγκατάστασης παρέμεναν πολλά. Η ανεπάρκεια των υποδομών σε υδροδότηση, αποχέτευση και γενικότερη υγιεινή συνετέλεσε στην υψηλή θνησιμότητα που παρατηρήθηκε στις προσφυγικές συνοικίες, ιδιαίτερα στα πρώτα χρόνια της εγκατάστασης.

Η εγκατάσταση των προσφύγων στην ύπαιθρο σημείωσε εντυπωσιακά αποτελέσματα, καθώς ουσιαστικά σήμαινε τον εποικισμό και την ολοκλήρωση της αγροτικής μεταρρύθμισης της ελληνικής γης. Το έργο της αποκατάστασης περισσότερων από μισό εκατομμύριο αγροτών με τις οικογένειές τους στηρίχθηκε αποφασιστικά από τις αποφάσεις της κυβέρνησης Πλαστήρα–Γονατά. Η συντριπτική πλειοψηφία των αγροτών εγκαταστάθηκε στη Μακεδονία και στη Δυτική Θράκη, όπου υπήρχε διαθέσιμη γη λόγω της αποχώρησης των μουσουλμάνων κατοίκων στο πλαίσιο της υποχρεωτικής ανταλλαγής πληθυσμών. Κατά την εγκατάστασή τους επιδιώχθηκε να αξιοποιηθεί η γνώση που είχαν φέρει από τις ιδιαίτερες πατρίδες τους στις καλλιέργειες.

Η διανομή γαιών υπήρξε καθοριστική, καθώς έδωσε στους πρόσφυγες τη δυνατότητα να ξαναρχίσουν την αγροτική τους δραστηριότητα και παράλληλα συνέβαλε στον πλήρη εξελληνισμό αυτών των στρατηγικής σημασίας περιοχών. Για την καλύτερη αποκατάστασή τους δημιουργήθηκαν εκατοντάδες νέοι αγροτικοί οικισμοί, ενώ οι πρόσφυγες προμηθεύτηκαν σπόρους, γεωργικά εργαλεία, ζώα και οικονομική ενίσχυση ώστε να οργανώσουν την καλλιέργεια της γης. Παρά τις τεράστιες δυσκολίες των πρώτων χρόνων —έλλειψη υποδομών, ανεπαρκής στέγαση, προβλήματα υγειονομικής περίθαλψης— κατάφεραν να στεριώσουν και να μεταμορφώσουν την αγροτική οικονομία της Ελλάδας.

Η συμβολή τους υπήρξε καταλυτική. Εισήγαγαν νέες καλλιέργειες, όπως τον καπνό, το βαμβάκι και τη σηροτροφία, καθώς και νέες τεχνικές και μεθόδους παραγωγής, που αύξησαν την παραγωγικότητα και διαφοροποίησαν τη γεωργία. Η παρουσία τους έδωσε σημαντική ώθηση στις εξαγωγές, ιδιαίτερα του καπνού, που αποτέλεσε για δεκαετίες βασικό εξαγωγικό προϊόν της χώρας.

Όργωμα με τη βοήθεια βουβαλιών από πρόσφυγες στη Μακεδονία


Συνολικά, η αγροτική αποκατάσταση των προσφύγων του 1922 υπήρξε ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα του ελληνικού κράτους. Παρά τα εμπόδια, οι πρόσφυγες ενσωματώθηκαν δημιουργικά στον κορμό της ελληνικής υπαίθρου, ενισχύοντας την οικονομία και συμβάλλοντας καθοριστικά στη δημογραφική, κοινωνική και εθνική ενδυνάμωση της χώρας.


Στο τομέα της πολιτικής τα πράγματα ήταν ξεκάθαρα,είτε αναφερόμαστε στη Βόρεια Ελλάδα είτε στην Αθήνα,είτε μιλάμε για αγροτικές είτε αστικές περιοχές η ταύτιση των προσφύγων με τον Βενιζελισμό είναι εκκωφαντική,και σε κάποιες περιπτώσεις καθολική.Η εξήγηση πέρα από το γεγονός της απόδοσης ευθυνών για την καταστροφή στον αντιβενιζελισμό έχει να κάνει με τις προσδοκίες των προσφύγων για την  ένταξη και αποκατάστασή τους στην χώρα,αλλά και τη χαρισματική πολιτική του Βενιζέλου πάνω τους.

Παρά τις αντιξοότητες, οι πρόσφυγες κατάφεραν να ριζώσουν και να αφήσουν ανεξίτηλο αποτύπωμα.Δημιουργήθηκαν σχολεία για τα παιδιά τους, ενώ οι ίδιοι μετέφεραν και διέσωσαν τις παραδόσεις, τα γλωσσικά ιδιώματα, τη μουσική και τους χορούς.Κομβική υπήρξε η επίδραση τους στην νεοελληνική πνευματική ζωή και δημιουργικότητα  με την παρουσία των πνευματικών εκπροσώπων  του προσφυγικού κόσμου.Μερικοί από τους κορυφαίους διανοούμενους και συγγραφείς του 20ου αιώνα  προέρχονται από το προσφυγικό κόσμο που συνέρρευσε στην Ελλάδα:Σεφέρης,Βενέζης, Μυριβήλης, Θεοτοκάς και άλλοι όχι μόνο στον χώρο της λογοτεχνίας αλλά και σε όλους τους τομείς της τέχνης,των επιστημών και γενικά του πολιτισμού. 

Η Μικρασιατική Καταστροφή αποτέλεσε ένα καταλυτικό ιστορικό φαινόμενο που σφράγισε την πορεία του έθνους.Η προσπάθεια για την αποκατάσταση των χιλιάδων προσφύγων με όλες τις δυσκολίες και τις αβελτηρία που παρουσιάστηκαν υπήρξε ένα κορυφαίο γεγονός που είχε και τις θετικές του συνέπειες για την ελληνική κοινωνία.Η ιστορία όμως της μεγάλης αυτής περιπέτειας του ελληνισμού  δεν είναι μόνο τα μεγάλα στρατιωτικά και διπλωματικά γεγονότα,τα ιστορικά πρόσωπα και οι αριθμοί.Είναι κυρίως οι ιστορίες των απλών ανθώπων,των παραδόσεων και των ασχολιών τους,του ξεριζωμού τους και της προσφυγιάς.Δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι ο σπαραγμός του ξεριζωμού υπήρξε κοινό βίωμα χριστιανών της Μικράς Ασίας,της Θράκης και του Πόντου αλλά και των Μουσουλμάνων της Μακεδονίας και της Κρήτης.

Η μνήμη των ανθρώπων αυτών έχει περάσει βαθιά μέσα στη ψυχή μας,έχει ποτίσει τα κύτταρά μας.Τι θα μπορούσε να πει ένας από αυτούς τους ανθρώπους για τα "Ματωμένα Χώματα" της πατρίδας μας;Θα έκλεινε την αναφορά του κάπως έτσι:


«Τι με κοιτάς έτσι άγρια αντάρτη του Κιόρ Μεμέτ; Εγώ σε σκότωσα και κλαίω γι αυτό. Λογάριασε τι μου ‘φαγες εσύ! Αδέρφια, φίλους, πατριώτες, τα Αμελέ Ταμπούρια, ολόκληρη σφαγμένη γενιά!

Τόσα φαρμάκια, τόση συφορά κι εμένα ο νους να γυρίσει θέλει πίσω στα παλιά! Να ‘ταν, λέει, ψέμα όλα όσα περάσαμε, και να γυρίζαμε τώρα δα στη γη μας, στους μπαξέδες μας, στα δάση μας με τις καρδερίνες, τις κάργες και τα πετροκοτσύφια, στα περιβολάκια μας με τις μαντζουράνες και τις ανθισμένες κερασιές, στα πανηγύρια μας με τις όμορφες…

Αντάρτη του Κιόρ Μεμέτ, χαιρέτα μου τη γη όπου μας γέννησε, Σελαμ σοϊλέ… Ας μη μας κρατάει κακία που την ποτίσαμε μ’ αίμα. Καχρ ολσούν σεμπέπ ολανλάρ! Ανάθεμα στους αίτιους!».

 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις