"Οι Φύλακες της Πίστης και της Παιδείας: Ο Ρόλος της Εκκλησίας και των Σχολείων στη Μακεδονία"
Πριν την οριστική ενσωμάτωση της Μακεδονίας στον εθνικό κορμό, γεγονός που συνέβη μετά τους νικηφόρους βαλκανικούς πολέμους, η Μακεδονία, τόπος με πλούσια ιστορία και διαρκείς αγώνες για την ταυτότητα και την ελευθερία της, υπήρξε πεδίο όπου η πίστη και η παιδεία αποτέλεσαν θεμελιώδεις πυλώνες διατήρησης της εθνικής συνείδησης. Στους δύσκολους καιρούς της οθωμανικής κυριαρχίας, αλλά και στις ταραχώδεις περιόδους που ακολούθησαν, η Εκκλησία και τα σχολεία ανέλαβαν τον καίριο ρόλο των «φυλάκων» της πνευματικής και εθνικής κληρονομιάς. Οι ιερείς, με το κήρυγμα και τη διακονία τους, καλλιεργούσαν την πίστη και την ενότητα, ενώ οι δάσκαλοι, μέσα από την εκπαίδευση, διέσωζαν τη γλώσσα, τα ήθη και τις αξίες του ελληνισμού. Μπορεί λοιπόν χάρη στα ένοπλα αντάρτικά σώματα που επάνδρωσαν μαχητές από όλη την Ελλάδα να εξουδετερώθηκε ο βουλγαρικός κίνδυνος, αλλά πριν από αυτό, η παρουσία φωτισμένων ιερέων και εμπνευσμένων δασκάλων διέσωσαν την ελληνική ψυχή της Μακεδονίας.
γράφει ο Θάνος Δασκαλοθανάσης
Η Βουλγαρική Εξαρχία και η Αντιπαράθεσή της με το Οικουμενικό Πατριαρχείο
Η άνοδος της βουλγαρικής επιρροής στον χώρο της Μακεδονίας και της Θράκης αποτέλεσε μια υπαρξιακή απειλή τόσο για τον Ελληνισμό όσο και για το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Οι Βούλγαροι κομιτατζήδες, οργανωμένοι και αποφασισμένοι, στόχευαν σταθερά δύο πρόσωπα σε κάθε χωριό που εισέβαλαν: τον παπά και τον δάσκαλο. Οι δύο αυτοί θεσμοί ήταν οι βασικοί πυλώνες της ελληνικής παιδείας και εθνικής συνείδησης στις τοπικές κοινότητες. Ενώ οι ελληνικές κυβερνήσεις των αρχών του 20ού αιώνα επέλεγαν μια στάση προσεκτική και συχνά αναβλητική, το Οικουμενικό Πατριαρχείο επέδειξε αποφασιστικότητα, λαμβάνοντας πρωτοβουλίες για την προστασία της πνευματικής του επιρροής.
Σημαντικό ορόσημο αποτέλεσε η έκδοση του Χάττι Χουμαγιούν το 1856, στο πλαίσιο των μεταρρυθμίσεων του Τανζιμάτ, το οποίο προέβλεπε ισονομία μεταξύ μουσουλμάνων και μη μουσουλμάνων υπηκόων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το διάταγμα αναγνώριζε τη θρησκευτική ελευθερία, την άδεια ανέγερσης ναών και την αυτοδιοίκηση των θρησκευτικών κοινοτήτων (μιλλέτ), όπως του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Προέβλεπε ακόμη τη σύσταση Εθνικής Συνέλευσης του ορθοδόξου μιλλέτ με εκπροσώπους από κάθε νομό και εκπροσώπους της Κωνσταντινούπολης. Ωστόσο, το αίτημα των Βουλγάρων για ξεχωριστό βουλγαρικό μιλλέτ απορρίφθηκε, παρά τις έντονες πιέσεις τους για διορισμό Βουλγάρων ιερέων στις περιοχές όπου το σλαβικό στοιχείο ήταν κυρίαρχο.
Η καθοριστική καμπή ήρθε το 1870, όταν ο Σουλτάνος Αμπντούλ Αζίζ, κατόπιν ενεργειών του Ρώσου πρέσβη Νικολάι Ιγνάτιεφ και στο πλαίσιο της πανσλαβιστικής πολιτικής της Ρωσίας, εξέδωσε το περίφημο φιρμάνι για την ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχίας, χωρίς προηγούμενη ενημέρωση ή συναίνεση του Πατριαρχείου. Το φιρμάνι προέβλεπε τη δημιουργία αυτοκέφαλης βουλγαρικής εκκλησιαστικής διοίκησης με έδρα την Κωνσταντινούπολη και επικεφαλής Εξάρχη, ο οποίος θα εκλεγόταν από τους πιστούς και θα επικυρωνόταν από τον Σουλτάνο. Αρχικά υπάγονταν σε αυτήν 15 επισκοπές, ενώ για περιοχές με μεικτό πληθυσμό, όπως η Μακεδονία, δινόταν η δυνατότητα ένταξης στην Εξαρχία έπειτα από τοπικό δημοψήφισμα, εφόσον τα δύο τρίτα των Ορθοδόξων κατοίκων το ζητούσαν.Αυτή η πρόβλεψη αποτέλεσε τη βάση της βουλγαρικής προσπάθειας επέκτασης στις επισκοπικές περιοχές της Μακεδονίας,μέσω της δράσης επισκόπων και δασκάλων και τελικά της ένοπλης βίας και τρομοκρατίας έναντι των χριστιανικών πληθυσμών.
Η αρχή έγινε με την προσχώρηση της περιοχής της Αχρίδας στην Εξαρχία, γεγονός που άνοιξε τον δρόμο για έναν σκληρό ανταγωνισμό γύρω από τις δεκαεννέα μητροπόλεις της Μακεδονίας, ανάμεσα στις οποίες περιλαμβάνονταν: Θεσσαλονίκης, Πελαγονίας (Μοναστήρι), Βέροιας, Δράμας, Σερρών, Φιλίππων, Μελενίου, Πρεσπών (Αχρίδα), Σισανίου, Κασσανδρείας, Σκοπίων, Κεστενδηλίου, Στηπίων, Καστοριάς, Βοδενών, Κορυτσάς, Στρώμνιτσας, Γρεβενών, Μογλενών, Δεβρών και Βελισού.
Η πανορθόδοξη σύνοδος του 1872 καταδίκασε την Εξαρχία ως σχισματική, χαρακτηρίζοντάς την ως φορέα του εθνοφυλετισμού, διότι ταύτιζε τη θρησκευτική πίστη με την εθνική καταγωγή, κάτι αντίθετο προς το οικουμενικό πνεύμα της Ορθοδοξίας. Για τους Βούλγαρους, όμως, η προσχώρηση στην Εξαρχία σήμαινε την επίσημη αναγνώριση της εθνικής τους ταυτότητας. Όσο η βουλγαρική δράση επεκτεινόταν στη Μακεδονία, τόσο το Πατριαρχείο σκλήραινε τη στάση του, καθώς διακυβευόταν πλέον η ίδια η υπόστασή του. Έτσι, άρχισε να ευθυγραμμίζεται σταδιακά με τις ελληνικές εθνικές θέσεις, από τις οποίες στο παρελθόν είχε κρατήσει ουδέτερη απόσταση.
Παρότι η Εξαρχία παρουσιάστηκε ως απλή εκκλησιαστική μεταρρύθμιση, στην πραγματικότητα λειτούργησε ως πολιτικό εργαλείο για την προώθηση του βουλγαρικού εθνικισμού. Η σύγκρουση ανάμεσα σε Πατριαρχικούς και Εξαρχικούς δεν περιορίστηκε στο θρησκευτικό επίπεδο, αλλά εξελίχθηκε σε μια σφοδρή εθνική και πολιτισμική αντιπαράθεση, που όξυνε βαθιά τον τοπικό διχασμό. Όποιος αποδεχόταν την Εξαρχία θεωρούνταν Βούλγαρος, ενώ η παραμονή στο Πατριαρχείο σήμαινε προσήλωση στον Ελληνισμό. Η διχοτόμηση αυτή αποτέλεσε τη βάση του Μακεδονικού Ζητήματος, που αργότερα θα οδηγήσει σε ανοιχτή ένοπλη σύγκρουση.
Έως και το 1904, οπότε και σημειώνεται το πέρασμα των πρώτων ελληνικών ενόπλων σωμάτων στη Μακεδονία, το μεγαλύτερο βάρος της ελληνικής άμυνας είχε πέσει στις πλάτες της Εκκλησίας και ειδικότερα του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Σε μια εποχή όπου οι ελληνικές κυβερνήσεις παρέμεναν επιφυλακτικές και αναβλητικές, το Πατριαρχείο ανέλαβε τον ρόλο του πρωτοστάτη στην προσπάθεια προστασίας των εθνικών συμφερόντων του Ελληνισμού στη Μακεδονία.
Πρώτη σημαντική ενέργεια του Πατριάρχη Ιωακείμ Γ΄ υπήρξε η αντικατάσταση πολλών μητροπολιτών στον μακεδονικό χώρο με νέους, φλογερούς και μαχητικούς ιεράρχες, με βαθιά πνευματική καλλιέργεια και έντονο εθνικό φρόνημα. Μεταξύ αυτών ξεχώρισαν ο Μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης, ο Δράμας Χρυσόστομος (μετέπειτα εθνομάρτυρας Σμύρνης), ο Στρωμνίτσης Γρηγόριος, ο Πελαγονίας Ιωακείμ και ο Θεσσαλονίκης Ιωακείμ. Όλοι αυτοί, ιδιαίτερα μετά το 1900, κλήθηκαν να δράσουν σε ένα εξαιρετικά εχθρικό και επικίνδυνο περιβάλλον, στο οποίο κυριαρχούσε η βία και η τρομοκρατία από πλευράς της Εσωτερικής Μακεδονικής Επαναστατικής Οργάνωσης (ΕΜΕΟ).
Η τακτική της ΕΜΕΟ ήταν οργανωμένη και σκληρή: ένοπλοι άνδρες εισέβαλλαν τις νύχτες σε χωριά, συγκέντρωναν τον πληθυσμό στους ναούς και με απειλές ή υποσχέσεις απαιτούσαν από τους κατοίκους να δηλώσουν υποταγή στην οργάνωση. Ταυτόχρονα, τους εξανάγκαζαν να αποκηρύξουν το Οικουμενικό Πατριαρχείο και να προσχωρήσουν στη Βουλγαρική Εξαρχία. Στόχος τους ήταν η πλήρης αλλαγή της θρησκευτικής και εθνικής ταυτότητας των κατοίκων της Μακεδονίας, με σκοπό την εδραίωση της βουλγαρικής επιρροής.
Οι επιδρομές των Βουλγάρων κομιτατζήδων στη Μακεδονία συνοδεύονταν συχνά από φόνους ή παραδειγματικές εκτελέσεις πατριαρχικών ιερέων, δασκάλων και προκρίτων· ανθρώπων δηλαδή που είχαν τη δυνατότητα να οργανώσουν, να αφυπνίσουν και να διατηρήσουν ζωντανό το ελληνικό στοιχείο στις μακεδονικές κοινότητες. Η βία στόχευε στην κάμψη του φρονήματος των πληθυσμών και στη μαζική ένταξη στην Εξαρχία, ως μέσο εθνολογικής αλλοίωσης της περιοχής. Απαραίτητη προϋπόθεση για την αντιμετώπιση αυτής της τρομοκρατίας ήταν η ενεργή και συστηματική συμμετοχή των Επισκόπων. Οι τοπικοί ιεράρχες καλούνταν να οργανώσουν και να συντονίσουν ευρύ δίκτυο οπλαρχηγών, συνεργατών και πληροφοριοδοτών, να μεριμνήσουν για την αποστολή βοήθειας στις επισκοπές τους και, πάνω απ’ όλα, να προσφέρουν ηθική και πνευματική προστασία στους δοκιμαζόμενους χριστιανούς πληθυσμούς.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωακείμ Γ΄, ήδη από το 1901, είχε ζητήσει από την ελληνική κυβέρνηση τη δημιουργία μυστικής εταιρείας με στόχο την οργάνωση και καθοδήγηση της ελληνικής αντίστασης στη Μακεδονία. Η πρωτοβουλία αυτή φανερώνει την αποφασιστικότητα της Εκκλησίας να σταθεί ενεργά απέναντι στην εξαρχική διείσδυση και τη βουλγαρική προπαγάνδα, σε μια εποχή που το κράτος παρέμενε διστακτικό, αμήχανο και αναποφάσιστο.
Ιδιαίτερη σημασία είχε και η ηρωική δράση των απλών ιερέων στις τοπικές κοινότητες. Σε κάθε χωριό, ο ιερέας ήταν η ψυχή του πληθυσμού: καθοδηγητής, δάσκαλος, σύμβουλος και πνευματικό στήριγμα. Πολλοί πλήρωσαν με τη ζωή τους την πίστη τους στο Πατριαρχείο και την άρνησή τους να προσχωρήσουν στη Βουλγαρική Εξαρχία. Οι κομιτατζήδες συχνά τους εκτελούσαν δημόσια, για να κάμψουν την αντίσταση και να παραδειγματίσουν τους κατοίκους. Κι όμως, οι πατριαρχικοί ιερείς, με αφοσίωση, τόλμη και αυταπάρνηση, συνέχισαν το έργο τους: στήριζαν τους Μακεδονομάχους, ενίσχυαν το φρόνημα του λαού και λειτουργούσαν ως πνευματικοί ηγέτες και τοπικοί ήρωες μέσα σε μια από τις σκοτεινότερες περιόδους της μακεδονικής ιστορίας.
Ο ρόλος της Εκπαίδευσης
Η εκπαίδευση, ως φορέας διαπαιδαγώγησης, καλλιέργειας της γλώσσας και διαμόρφωσης εθνικής συνείδησης, αποτέλεσε αντικείμενο σφοδρής διαμάχης μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων και εξελίχθηκε σε έναν πραγματικό «εκπαιδευτικό πόλεμο». Οι Βούλγαροι επιχείρησαν να ενισχύσουν την παρουσία τους στη Μακεδονία, αυξάνοντας τον αριθμό των δασκάλων και ιδρύοντας νέα σχολεία. Συχνά, οι εκπαιδευτικοί αυτοί λειτουργούσαν ως «εικονικοί» δάσκαλοι και πράκτορες της ΕΜΕΟ, προπαγανδίζοντας υπέρ της Εξαρχίας και της βουλγαρικής εθνικής ταυτότητας.
Ο ανταγωνισμός δεν περιοριζόταν στις σχολικές αίθουσες· επεκτάθηκε και στον τομέα των στατιστικών και των χαρτών, με τις δύο πλευρές να δημοσιεύουν εθνογραφικούς χάρτες για να αποδείξουν την εκπαιδευτική και πολιτιστική τους υπεροχή. Παρά την οργανωμένη βουλγαρική προσπάθεια, η ελληνική εκπαίδευση κατάφερε να αντέξει και να συνεχίσει το έργο της χάρη στη δράση φωτισμένων, πατριωτών και καλά μορφωμένων δασκάλων.
Η ελληνική παιδεία διέθετε ισχυρά θεμέλια στη Μακεδονία, καθώς πολλά σχολεία λειτουργούσαν ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα ή και νωρίτερα. Οι μεταρρυθμίσεις του Τανζιμάτ και ειδικότερα το Χάττι Χουμαγιούν (1856) συνέβαλαν στη βελτίωση της θέσης των χριστιανικών κοινοτήτων και της εκπαίδευσης.Το δικαίωμα κοινοτικής αυτοδιοίκησης ενισχύθηκε σημαντικά, ιδίως μετά το 1862, όταν η Οθωμανική Πύλη αναγνώρισε τους Εθνικούς και Γενικούς Κανονισμούς του Πατριαρχείου, οι οποίοι λειτούργησαν ουσιαστικά ως «σύνταγμα» των ορθόδοξων κοινοτήτων ως το 1923.
Η νομοθετική κατοχύρωση του δικαιώματος ίδρυσης σχολείων επέτρεψε στους ορθόδοξους πληθυσμούς να αναπτύξουν δική τους εκπαιδευτική υποδομή. Σε αυτή τη συγκυρία, η εκπαίδευση άρχισε να αποκτά εθνικό χαρακτήρα και κοσμικό περιεχόμενο, επηρεασμένη από τις ιδέες του Διαφωτισμού. Τη διαμόρφωση του εθνικού φρονήματος ενίσχυσαν οι πολιτιστικοί σύλλογοι, η ελληνόγλωσση λογοτεχνία, αλλά και δάσκαλοι, κληρικοί, γιατροί και διανοούμενοι, όλοι τους απόφοιτοι ανώτερων και ανώτατων ιδρυμάτων.
Η ελληνική πλευρά διέθετε σημαντικά πλεονεκτήματα:
-
την πολιτιστική και εκπαιδευτική υπεροχή,
-
τον ηγεμονικό ρόλο του Πατριαρχείου,
-
τη δυναμική ελληνική αστική τάξη με επιρροή στο εμπόριο και στην οικονομία,
-
και κυρίως, την παλαιότερη και ισχυρότερη εκπαιδευτική υποδομή.
Αυτό οδήγησε ήδη από τον 18ο αιώνα στον γλωσσικό εξελληνισμό μεγάλου μέρους του αστικού και μικροαστικού πληθυσμού, συμπεριλαμβανομένων βλαχόφωνων και αλβανόφωνων Ορθοδόξων, που στήριξαν τα ελληνικά σχολεία και ασπάστηκαν την εθνική ιδεολογία.
Ωστόσο, στην ύπαιθρο τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Ο σλαβόφωνος αγροτικός πληθυσμός συχνά παρέμενε αναλφάβητος, εθνικά αδιάμορφωτος και ευμετάβλητος. Στις απομονωμένες περιοχές, η δράση των δασκάλων ήταν ακόμη πιο κρίσιμη για τη διατήρηση του ελληνικού φρονήματος. Αντίθετα, οι βλαχόφωνοι των πόλεων παρέμειναν πιστοί στο Πατριαρχείο, ενώ πόλεις όπως Ιωάννινα, Κοζάνη, Καστοριά, Μοναστήρι, Θεσσαλονίκη, Φιλιππούπολη, Αγχίαλος, Βάρνα εξελίχθηκαν σε εκπαιδευτικές εστίες με πλήθος σχολείων, μαθητών και δασκάλων.
Η πρωτοβάθμια ελληνική εκπαίδευση οργανώθηκε συστηματικά μετά το 1870. Κάθε χωριό διέθετε σχολείο· σε μεγαλύτερες κοινότητες λειτουργούσαν αστικές σχολές, ενώ στις πόλεις υπήρχαν γυμνάσια ανάλογα με εκείνα του ελληνικού κράτους. Το 1885, στα τρία μακεδονικά βιλαέτια καταγράφονταν:
610 ελληνικά σχολεία με 40.000 μαθητές,
8 γυμνάσια, 353 δημοτικά και αστικές σχολές,
188 νηπιαγωγεία και παρθεναγωγεία.
Την ίδια περίοδο, τα βουλγαρικά σχολεία αριθμούσαν 561 με 18.000 μαθητές.
Η εκπαιδευτική πολιτική του ελληνικού κράτους στη Μακεδονία κατά τη δεκαετία του 1880 οργανώθηκε και υλοποιήθηκε μέσω των προξενείων και των μητροπόλεων, με στόχο την ενίσχυση της ελληνικής εθνικής ταυτότητας και την αναχαίτιση της βουλγαρικής επιρροής. Βασικές προτεραιότητες ήταν η συγκράτηση του πληθυσμού στους κόλπους του Οικουμενικού Πατριαρχείου, η ενίσχυση της ελληνικής εκπαίδευσης στις μεγάλες πόλεις με συμπαγές ελληνικό στοιχείο και η διεύρυνση του πρωτοβάθμιου σχολικού δικτύου σε πατριαρχικές σλαβόφωνες κοινότητες. Το ελληνικό κράτος παρείχε οικονομικές επιχορηγήσεις, υποτροφίες για σπουδές και φρόντισε για την εκπαίδευση δασκάλων και δασκαλισσών μέσω ειδικών διδασκαλείων και παρθεναγωγείων. Σημαντική ήταν η συμβολή εκπαιδευτικών και πολιτιστικών συλλόγων, ενώ από το 1904 ιδρύθηκε στη Θεσσαλονίκη Σχολική Επιθεώρηση για τον συντονισμό και την ομογενοποίηση της ελληνικής εκπαίδευσης στις υπόδουλες περιοχές.
Η έντονη εκπαιδευτική δράση σήμαινε και την αντίστοιχη αύξηση του αριθμού των δασκάλων που δραστηριοποιούνταν στον μακεδονικό χώρο,γεγονός που τους κατέστησε στόχο της βίας των κομιτατζήδων.Πολλές είναι οι περιπτώσεις εκπαιδευτικών ανδρών αλλά και πολλών γυναικών που έπεσαν θύματα της βουλγαρικής τρομοκρατίας παρά το δίχτυ προστασίας και καθοδήγησης που οργανώθηκε με πρωτοβουλία του προξένου Λάμπρου Κορομηλά και του Αθανάσιου Σουλιώτη-Νικολαΐδη. Παρά τις δυσκολίες, η ελληνική εκπαίδευση αποτέλεσε κρίσιμο εργαλείο για την εθνική αφύπνιση του πληθυσμού.
Χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις της Λίλης Βλάχου ή Τσίσκα,του Γρηγόρη Παπαζαφειρίου,της Βέλικας Τράικου,της Αγγελικής Χατζηγεωργίου,,της Αγγελικής Φιλιππίδου αλλά και πολλών άλλων που μαρτύρησαν στη μακεδονική γη υπηρετώντας ως δάσκαλοι και έγιναν σύμβολα του πνευματικού αγώνα για τη Μακεδονία που ήταν εξίσου σημαντικός με τον ένοπλο αγώνα.




Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου