Πελοποννησιακός Πόλεμος Ο μεγάλος λοιμός

Το σχέδιο του Περικλή και τα πρώτα προβλήματα

Το στρατηγικό σχέδιο του Περικλή για να αντιμετωπίσει την εισβολή των Πελοποννήσιων στην Αττική είχε και κενά. Ο ίδιος ασφαλώς αντιλαμβανόταν ότι η παραμονή των Αθηναίων μέσα στα τείχη, την ώρα που οι εχθροί κατέστρεφαν την αττική γη, δεν θα ήταν μια εύκολη υπόθεση ούτε θα έμενε χωρίς συνέπειες. Οι περήφανοι Αθηναίοι, που όπως όλοι οι Έλληνες θεωρούσαν τη γη τους ιερή, είδαν την υπερηφάνεια και το φρόνημά τους να δοκιμάζονται, όταν αναγκάστηκαν να αποδεχθούν ως τετελεσμένο γεγονός την καταστροφή των περιουσιών τους.Ήταν αναπόφευκτο να δημιουργηθεί ένα αίσθημα ανασφάλειας και ηττοπάθειας.

γράφει ο Θάνος Δασκαλοθανάσης



Αυτήν ακριβώς την κατάσταση προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν και ορισμένες μεγάλες ναυτικές πόλεις της αθηναϊκής συμμαχίας, όπως η Χίος, η Μυτιλήνη και η Σάμος, θεωρώντας ότι ίσως είχε φτάσει η κατάλληλη στιγμή για να αποστατήσουν. Ο μεγάλος πολιτικός, που πλέον βρισκόταν σε ώριμη ηλικία, πίστευε ότι θα μπορούσε να συγκρατήσει τόσο τους γεωργούς που έβλεπαν τα χωράφια τους να καίγονται όσο και τους υπόλοιπους πολίτες, έως ότου οι Σπαρτιάτες εγκαταλείψουν τις επαναλαμβανόμενες εισβολές τους. Τελικά, όμως, θα προδιδόταν από την ηλικία, τη σωματική εξάντληση και κυρίως από τον πιο αστάθμητο παράγοντα, εκείνον που δεν μπορούσε να υπολογίσει: τον μεγάλο λοιμό.

Η Αθήνα, πέρα από τους περίπου 100.000–150.000 μόνιμους κατοίκους της, αναγκάστηκε να φιλοξενήσει σχεδόν άλλους τόσους από την αττική ύπαιθρο. Οι πρόσφυγες επιβάρυναν τις πηγές ύδρευσης, τα αποχωρητήρια και το αποχετευτικό σύστημα της πόλης. Ολόκληρη η Αθήνα είχε μετατραπεί σε ένα τεράστιο στρατόπεδο, όπου ο συνωστισμός, σε συνδυασμό με τη μεσογειακή ζέστη, την έλλειψη καθαρού νερού και τις κακές συνθήκες υγιεινής, δημιούργησε τις ιδανικές συνθήκες για την εξάπλωση μιας θανατηφόρας επιδημίας. Η εικόνα της πόλης είχε αλλάξει ριζικά. Οι άλλοτε εύποροι αγρότες, με τα άνετα σπίτια και τις περιουσίες τους, είχαν γίνει πρόσφυγες και αναγκάζονταν να ζουν σε πρόχειρα παραπήγματα, εξαρτώμενοι από την ελεημοσύνη των κατοίκων της πόλης. Αντίθετα, αρκετοί από τους φτωχότερους Αθηναίους, που ήταν οι πιο φανατικοί υποστηρικτές της δημοκρατίας, εξακολουθούσαν να εξασφαλίζουν εισόδημα από τη συμμετοχή τους στον στόλο και στις ναυτικές επιχειρήσεις.

Η εμφάνιση του λοιμού

Η παράξενη νόσος ενέσκηψε τον Μάιο του 430 π.Χ., την εποχή που οι Σπαρτιάτες είχαν εισβάλει για δεύτερη φορά στην Αττική, και γρήγορα πήρε μεγάλες διαστάσεις. Αυτή ήταν, άλλωστε, η μοναδική στρατηγική που μπορούσαν να ακολουθήσουν, αφού ο ναυτικός αποκλεισμός της Αθήνας ήταν αδύνατος.

Τα σενάρια ότι οι Σπαρτιάτες είχαν με κάποιον τρόπο μολύνει τους Αθηναίους, φέρνοντας την αρρώστια, έδιναν και έπαιρναν. Η μόλυνση των πηγών νερού ήταν μια γνωστή πρακτική στην αρχαιότητα και αρκετοί πίστεψαν ότι κάτι ανάλογο είχε συμβεί. Το γεγονός ότι ο λοιμός δεν έπληξε σε ανάλογο βαθμό τους Πελοποννησίους προβλημάτισε πολλούς, οι οποίοι όμως παρέβλεπαν τη βασική αιτία της εξάπλωσής του: τον πρωτοφανή συνωστισμό μέσα στην Αθήνα και τις άθλιες συνθήκες υγιεινής. Η ύπαρξη ενός παλαιού χρησμού, που συνέδεε τον ερχομό του πολέμου με την εμφάνιση ενός μεγάλου λοιμού, επηρέασε ακόμη περισσότερο τους ανθρώπους, οι οποίοι προτιμούσαν να δώσουν στο τραγικό αυτό φαινόμενο μια θεϊκή ή υπερφυσική εξήγηση.

Η προέλευση και η εξάπλωση της επιδημίας


Από ιατρική άποψη, η ακριβής ταυτότητα του λοιμού των Αθηνών παραμένει άγνωστη μέχρι σήμερα. Η επικρατέστερη σήμερα θεωρία είναι ότι επρόκειτο για τυφοειδή πυρετό, χωρίς όμως να υπάρχει οριστική επιστημονική απόδειξη. Άλλοι ερευνητές έχουν κατά καιρούς προτείνει ότι επρόκειτο για επιδημικό τύφο, ευλογιά, ιλαρά ή ακόμη και κάποια μορφή αιμορραγικού πυρετού.

Η επιδημία πιθανότατα έφτασε στην Αθήνα μέσω του Πειραιά, ακολουθώντας τα εμπορικά δρομολόγια από την Αίγυπτο ή άλλες περιοχές της Ανατολικής Μεσογείου. Ποτέ άλλοτε καμία άλλη ελληνική πόλη δεν είχε πληγεί από μια τόσο μεγάλη και θανατηφόρα επιδημία. Η ίδια η έννοια μιας τόσο εκτεταμένης επιδημίας ήταν κάτι πρωτόγνωρο για τον ελληνικό κόσμο. Η Αθήνα, με το μεγάλο της λιμάνι, είχε εξελιχθεί σε ένα σημαντικό εμπορικό και ναυτικό κέντρο που προσέλκυε πλήθη ανθρώπων από πολλές και διαφορετικές περιοχές. Μερικοί από αυτούς πιθανόν να ήταν φορείς μεταδοτικών νοσημάτων. Η εκρηκτική εξάπλωσή της ευνοήθηκε από τον πρωτοφανή συνωστισμό που επικρατούσε μέσα στα τείχη της πόλης, τις κακές συνθήκες υγιεινής, την έλλειψη καθαρού νερού και τις υψηλές θερμοκρασίες του καλοκαιριού. Αν επρόκειτο για τυφοειδή πυρετό, η μετάδοση πιθανότατα έγινε μέσω μολυσμένου νερού και τροφίμων. Αν επρόκειτο για κάποια άλλη λοιμώδη νόσο, η στενή επαφή χιλιάδων ανθρώπων σε πρόχειρα καταλύματα θα διευκόλυνε τη μετάδοσή της από άνθρωπο σε άνθρωπο. Σε κάθε περίπτωση, οι συνθήκες που επικρατούσαν στην πολιορκημένη Αθήνα μετέτρεψαν την πόλη στο ιδανικό περιβάλλον για την ανεξέλεγκτη εξάπλωση της νόσου.


Τα συμπτώματα της νόσου

«Οἱ μὲν γὰρ ἰατροὶ τὸ πρῶτον θεραπεύοντες μάλιστα ἔθνῃσκον...»

«Οι γιατροί πέθαιναν πρώτοι, επειδή έρχονταν περισσότερο σε επαφή με τους αρρώστους»

Την πληρέστερη περιγραφή της νόσου μάς την παραδίδει ο Θουκυδίδης, ο οποίος νόσησε και ο ίδιος αλλά τελικά επέζησε. Σύμφωνα με την αφήγησή του, η ασθένεια εκδηλωνόταν αρχικά με αιφνίδιο υψηλό πυρετό, έντονους πονοκεφάλους και φλεγμονή στα μάτια, ενώ ο λαιμός και η γλώσσα κοκκίνιζαν, προκαλώντας βραχνάδα, δύσοσμη αναπνοή, βήχα, σπασμούς και εμετούς. Επρόκειτο για μια αρρώστια που προσέβαλλε ταυτόχρονα το αναπνευστικό και το πεπτικό σύστημα. Καθώς εξελισσόταν, εμφανίζονταν εξανθήματα και έλκη στο δέρμα, οι ασθενείς υπέφεραν από αφόρητη δίψα, αϋπνία και έντονη ανησυχία. Η αίσθηση καύσου ήταν τόσο βασανιστική, ώστε δεν άντεχαν ούτε το άγγιγμα ούτε την επαφή με τα ρούχα και επιθυμούσαν να μένουν γυμνοί. Πολλοί έπεφταν στις πηγές και στις δεξαμενές νερού, αναζητώντας λίγη ανακούφιση από τη δίψα και τον πυρετό. Στα τελευταία στάδια η σοβαρή διάρροια οδηγούσε πολλούς σε αφυδάτωση και πλήρη εξάντληση. Ακόμη όμως και όσοι κατάφερναν να επιζήσουν, συχνά έμεναν με μόνιμες βλάβες, όπως απώλεια της όρασης, ακρωτηριασμό δακτύλων ή άλλων άκρων, ακόμη και διαταραχές της μνήμης.

Η Αθήνα βυθίζεται στο χάος

Το βέβαιο είναι ότι μέσα σε περίπου έναν χρόνο χάθηκε σχεδόν το ένα τρίτο του πληθυσμού της Αθήνας. Ο Περικλής συγκέντρωσε τους πολίτες της Αττικής πίσω από τα τείχη της πόλης, όμως με αυτήν του την απόφαση τελικά οδήγησε στον θάνατο πολύ περισσότερους από όσους θα πέθαιναν στο πεδίο της μάχης. Οι εργασίες για την κατασκευή του Μετρό της Αθήνας, στα τέλη του 20ού αιώνα, αποκάλυψαν ομαδικούς τάφους της εποχής του λοιμού, όπου τα πτώματα είχαν ριχτεί βιαστικά και πρόχειρα, χωρίς τις καθιερωμένες ταφικές τελετές και τα έθιμα, στα οποία οι αρχαίοι Έλληνες έδιναν τόσο μεγάλη σημασία.

Οι Αθηναίοι δοκιμάζονταν από τη φοβερή αρρώστια, ενώ έξω από τα τείχη οι Πελοποννήσιοι συνέχιζαν να καίνε τις περιουσίες τους. Η κοινωνική συνοχή κλονίστηκε, η εγκληματικότητα αυξήθηκε και η πόλη βυθίστηκε στην αναρχία και το χάος.

Η νόσος προκάλεσε μεγάλη κατάπτωση και εξαθλίωση στους ανθρώπους, ενώ άλλαξε βαθιά τη συμπεριφορά τους. Δημιουργήθηκαν οι συνθήκες για να εκδηλωθούν η βίαιη φύση του ανθρώπου, ο κυνισμός, η αδιαφορία για τους νόμους και τα έθιμα.Κλονίστηκε η πίστη στους Θεούς από την απελπισία μπροστά στον επικείμενο θάνατο.Οι άνθρωποι άρχισαν να χάνουν τον αυτοέλεγχό τους,να κυνηγούν χωρίς όρια και κανόνες τις απολαύσεις και τις χαρές της  ούτως ή άλλως τόσο απρόβλεπτης αλλά  και πολύ πιθανόν εφήμερης ζωής τους.

 Η πόλη είχε πληγεί τόσο σκληρά από τον λοιμό, ώστε ήταν αδύνατο να μην επηρεαστούν οι άνθρωποι και ο ίδιος ο δήμος. Η εγκληματικότητα, η ανομία, η αγριότητα και οι πολύ σκληρές, συχνά χωρίς κρίση, αποφάσεις έγιναν πλέον κανόνας και δεν είχαν καμία σχέση με το υψηλό πνευματικό και πολιτικό επίπεδο που χαρακτήριζε άλλοτε την Αθήνα. Η πολιτική του δήμου άλλαξε ριζικά και έγινε πιο βίαιη, τόσο απέναντι στους εχθρούς όσο και απέναντι στις συμμαχικές πόλεις που αποστατούσαν, αλλά ακόμη και απέναντι σε ουδέτερες πόλεις. Είναι φανερό ότι ολόκληρη η εξέλιξη του Πελοποννησιακού Πολέμου πρέπει να ιδωθεί και μέσα από αυτή την οπτική. Η απουσία του Περικλή, που λίγο αργότερα θα πέσει και ο ίδιος θύμα της αρρώστιας, καθώς και η εμφάνιση στο πολιτικό προσκήνιο ανδρών μικρότερου αναστήματος και ικανοτήτων, θα επιτείνουν ακόμη περισσότερο το κενό ηγεσίας και θα οδηγήσουν την Αθήνα σε αποφάσεις που σε πολλές περιπτώσεις αποδείχθηκαν καταστροφικές.

Η επανεμφάνιση του λοιμού

Μετά την πρώτη μεγάλη έξαρση, η ένταση της επιδημίας περιορίστηκε προσωρινά. Ο λοιμός όμως δεν εξαφανίστηκε οριστικά, καθώς επανεμφανίστηκε τον χειμώνα του 427–426 π.Χ., συνεχίζοντας να αποδεκατίζει τον πληθυσμό και να δυσχεραίνει ακόμη περισσότερο τη θέση της Αθήνας. Οι Αθηναίοι εξακολουθούσαν να υποφέρουν από την πείνα και να παραμένουν περιορισμένοι μέσα στα τείχη, ενώ πιθανότατα αρκετοί από όσους είχαν επιζήσει είχαν αποκτήσει κάποια μορφή ανοσίας, γεγονός που περιόρισε σταδιακά την εξάπλωση και τη θνησιμότητα της νόσου.

Στα τελευταία χρόνια του πολέμου οι Σπαρτιάτες, και ιδιαίτερα ο Λύσανδρος, απελευθέρωσαν πολλούς Αθηναίους αιχμαλώτους, επιτρέποντάς τους να επιστρέψουν στην Αθήνα. Η αιφνίδια αύξηση του πληθυσμού επιβάρυνε ακόμη περισσότερο την ήδη εξαντλημένη πόλη, χωρίς όμως να προκαλέσει νέα επιδημία αντίστοιχης έκτασης. Θεωρητικά, μέσα στη χαοτική κατάσταση που επικρατούσε στην Αθήνα κατά την εισβολή του 430 π.Χ., οι Σπαρτιάτες θα μπορούσαν να επιχειρήσουν ακόμη και την κατάληψη της πόλης. Ο φόβος όμως της άγνωστης νόσου και η συντηρητική στρατιωτική τους φιλοσοφία τούς απέτρεψαν από μια τέτοια ενέργεια.


Οι στρατιωτικές και πολιτικές συνέπειες

Σίγουρο είναι ότι ο λοιμός επηρέασε άμεσα τους Αθηναίους. Ανάμεσα στα θύματα βρίσκονταν χιλιάδες οπλίτες, ναύτες και έμπειροι κωπηλάτες, δηλαδή το πολυτιμότερο ανθρώπινο δυναμικό της αθηναϊκής πολεμικής μηχανής. Οι απώλειες αυτές δεν μπορούσαν να αναπληρωθούν εύκολα, καθώς απαιτούνταν χρόνια εκπαίδευσης για τη δημιουργία ενός έμπειρου πληρώματος τριήρους. Η απώλεια τόσων στρατιωτών και αμάχων, η επακόλουθη μείωση της μαχητικής ικανότητας, η πολιτική και κοινωνική αναταραχή, οι επιπτώσεις στην οικονομία και στην παραγωγή, η έκτακτη κατάσταση που επικρατούσε μέσα στην πόλη, αλλά και οι εξεγέρσεις των συμμαχικών πόλεων, επηρέασαν καθοριστικά την Αθήνα.

Η μεγαλύτερη όμως απώλεια ήταν ο θάνατος του ηγέτη της, του Περικλή, του ανθρώπου που μπορούσε να κρατήσει ενωμένους τους Αθηναίους και να τους καθοδηγήσει. Μετά τον θάνατό του, η πολιτική και στρατηγική της πόλης άλλαξε σταδιακά, καθώς στο προσκήνιο αναδείχθηκαν πολιτικοί που δεν διέθεταν ούτε το κύρος ούτε τις ικανότητές του.


Ο λοιμός άλλαξε την πορεία του πολέμου

Ο μεγάλος λοιμός δεν υπήρξε απλώς μια υγειονομική καταστροφή, αλλά ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα ολόκληρου του Πελοποννησιακού Πολέμου. Η απώλεια χιλιάδων οπλιτών, ναυτών, έμπειρων κωπηλατών και αμάχων αποδυνάμωσε σοβαρά τη στρατιωτική ισχύ της Αθήνας, ενώ η οικονομία και η παραγωγή δέχθηκαν ισχυρό πλήγμα. Η κοινωνική συνοχή διαλύθηκε, η εμπιστοσύνη στους θεσμούς κλονίστηκε και αρκετές συμμαχικές πόλεις θεώρησαν ότι είχε φτάσει η κατάλληλη στιγμή να αποστατήσουν. Το βαρύτερο όμως πλήγμα ήταν ο θάνατος του Περικλή το 429 π.Χ. Μαζί του η Αθήνα έχασε τον άνθρωπο που είχε σχεδιάσει τη στρατηγική της και μπορούσε να συγκρατεί τις αντιθέσεις στο εσωτερικό της πόλης. Οι πολιτικοί που τον διαδέχθηκαν δεν διέθεταν ούτε το κύρος ούτε τη διορατικότητά του, με αποτέλεσμα η αθηναϊκή πολιτική να γίνει σταδιακά πιο επιθετική, περισσότερο παρορμητική και συχνά λιγότερο συνετή. Ο λοιμός δεν κατέστρεψε μόνο τον πληθυσμό της Αθήνας· άλλαξε την ψυχολογία, την πολιτική και τελικά την ίδια την πορεία του πολέμου.

Ο πόλεμος, που ξεκίνησε με την εισβολή των Πελοποννησίων στην αττική γη με σκοπό τη δήωσή της και τον εξαναγκασμό των Αθηναίων να παραταχθούν σε μάχη, συνεχίστηκε με την εμφάνιση του φονικού λοιμού και έμπαινε πλέον σε μια νέα φάση. Αθηναίοι και Σπαρτιάτες, βλέποντας το αδιέξοδο των επιλογών που είχαν ακολουθήσει μέχρι τότε, αναγκάστηκαν να χαράξουν νέα στρατηγική. Οι Αθηναίοι δεν θα παρέμεναν πλέον παθητικά πίσω από τα τείχη περιμένοντας να πεθάνουν,ούτε θα περιορίζονταν στις επιδρομές στα παράλια της Πελοποννήσου  ενώ και οι Πελοποννήσιοι θα σταματούσαν σταδιακά να στέλνουν κάθε χρόνο τους οπλίτες τους για να δηώνουν την Αττική. Και οι δύο αντίπαλοι, υπό την ηγεσία νέων ανδρών, θα δοκίμαζαν διαφορετικές στρατηγικές και θα μετέφεραν τις επιχειρήσεις σε νέα μέτωπα. Ο πόλεμος θα κλιμακωνόταν επικίνδυνα και θα εξελισσόταν σε μια αδυσώπητη, σκληρή αλλά και ιδιαίτερα βρόμικη σύγκρουση, με αμφίρροπη εξέλιξη και τελική έκβαση που θα κρινόταν ύστερα από πολλά ακόμη χρόνια πολέμου.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις