Η Νύχτα του Κ Α Ν Α Ρ Η
Η πυρπόληση της τουρκικής ναυαρχίδας από τον Κανάρη
Τον Απρίλιο του 1822, στο μεγάλο και πλούσιο νησί της Χίου,με την σημαντική οικονομική, εμπορική και πνευματική ανάπτυξη και τα ιδιαίτερα προνόμια, ξεσπά η επανάσταση. Η αντίδραση της Υψηλής Πύλης είναι άμεση και αμείλικτη. Ισχυρός τουρκικός στόλος και στρατός καταστρέφουν το νησί, δεκάδες χιλιάδες κάτοικοι σφαγιάζονται ή οδηγούνται στην αιχμαλωσία. Όσοι καταφέρνουν να διαφύγουν βρίσκουν καταφύγιο κυρίως στα γειτονικά Ψαρά. Η καταστροφή συγκλονίζει Ελλάδα και Ευρώπη, προκαλώντας κύμα αγανάκτησης και φιλελληνισμού. Ο ελληνικός στόλος καταφθάνει με καθυστέρηση και προσπαθεί να προστατέψει τους πρόσφυγες και τα Ψαρά.
Η εκδίκηση με ένα ισχυρό πλήγμα εναντίον του οθωμανικού στόλου θεωρείται πλέον βέβαιη. Το ερώτημα, όμως, είναι με ποιον τρόπο θα μπορούσε να γίνει. Η αριθμητική υπεροχή και η δύναμη πυρός των τουρκικών πολεμικών πλοίων απέκλειαν μια συμβατική ναυμαχία.Οι Έλληνες θα στραφούν στο όπλο που γνώριζαν καλύτερα και είχε ήδη αποδείξει την αποτελεσματικότητά του: τα πυρπολικά.
Από τα τέλη Απριλίου,με την καταστροφή στο νησί,οι Ψαριανοί ενημέρωναν τον "Άρειο Πάγο" ότι σχεδίαζαν να χτυπήσουν τον εχθρικό στόλο που ήταν αγκυροβολημένος στα χιώτικα νερά:
«Ἡμεῖς σήμερον μετὰ τῶν ἀδελφῶν Ὑδριωτοσπετζιωτῶν ἐκστρατεύομεν κατὰ τῶν βαρβάρων, οἵτινες ἔτι εἰς τὴν Χίον εὑρίσκονται, καὶ ὁ Θεὸς εἰς τὸ κατευόδιον καὶ καλὴ ἔκβασιν τοῦ ἐπωφελοῦς πρὸς τὸ Γένος σκοποῦ μας».
διαβάστε το πρώτο μέρος για την καταστροφή της Χίου...
γράφει ο Θάνος Δασκαλοθανάσης
Στις 31 Μαΐου, την ημέρα που τα σπετσιώτικα πλοία επρόκειτο να αναχωρήσουν από τα Ψαρά λόγω διαφωνιών με τους Υδραίους,οριστικοποιήθηκε η απόφαση για ένα γενναίο χτύπημα με πυρπολικά εναντίον του τουρκικού στόλου. Η απόφαση ενισχύθηκε από την είδηση ότι ο αιγυπτιακός στόλος του Ιμπραήμ είχε ήδη εμφανιστεί στο νοτιοανατολικό Αιγαίο. Στόχος ήταν να αποτραπεί η ένωση των δύο στόλων, γεγονός που θα δημιουργούσε νέα και ιδιαίτερα επικίνδυνα δεδομένα στον ναυτικό αγώνα.
Για τις ανάγκες του αγώνα στη θάλασσα, οι Έλληνες είχαν επιλέξει τη χρήση των πυρπολικών.Τα λεγόμενα πρηστήρια ή πυρπολικά ήταν μικρά, ειδικά διαμορφωμένα πλοιάρια, γεμάτα με εύφλεκτα και εκρηκτικά υλικά, όπως πίσσα, θειάφι, ρετσίνι, δαδιά και βαρέλια πυρίτιδας. Προσκολλούνταν στα πλευρά του εχθρικού πλοίου με τη βοήθεια του ανέμου και κατάλληλων ελιγμών.Αφού στερεώνονταν γερά με γάντζους, πυρπολούνταν και μετέτρεπαν το εχθρικό πλοίο σε μια φλεγόμενη παγίδα. Οι Έλληνες είχαν φτάσει σε πολύ υψηλό επίπεδο αυτή την ιδιαίτερα απαιτητική τεχνική του ναυτικού πολέμου. Πέρα από την προετοιμασία και την τοποθέτηση των εύφλεκτων υλικών, συνήθιζαν να φτάνουν σε ελάχιστη απόσταση από τον εχθρικό στόχο, παρά τα πυρά που μπορούσαν να δεχθούν, και να προσδένουν την πλώρη του πυρπολικού στον πρόβολο του εχθρικού πλοίου, ώστε να εξασφαλίσουν την απόλυτη επιτυχία της επιχείρησης.Η αποχώρηση της ολιγομελούς ομάδας των 5-6 ατόμων, που είχε επικεφαλής τον πυρπολητή, γινόταν με μια δεύτερη μικρή βάρκα, τη σκαμπαβία, η οποία συνόδευε το πυρπολικό.
Η ισχύς του οθωμανικού στόλου, με τα μεγάλα πολεμικά πλοία και την επιδίωξη ανοικτών ναυμαχιών, ήταν δύσκολο να αντιμετωπιστεί από τον ελληνικό στόλο. Τα ελληνικά πλοία ήταν μικρότερα, αλλά πολύ πιο ευκίνητα, με έμπειρα πληρώματα και ικανότατους καπεταναίους. Για ειδικές αποστολές, όμως, η λύση των πυρπολικών φάνηκε στους Έλληνες ως το αποτελεσματικότερο όπλο. Με τόλμη, αιφνιδιασμό και άριστο χειρισμό μπορούσαν να καταστρέψουν ακόμη και τα μεγαλύτερα πολεμικά πλοία του εχθρού.
Η επιχείρηση της πυρπόλησης των μεγάλων τουρκικών πλοίων θα πραγματοποιούνταν νύχτα σε μια στιγμή μάλιστα που οι Οθωμανοί ύστερα από την καταστροφή στο νησί και με αφορμή τον εορτασμό του Μπαϊραμιού, είχαν παραδοθεί σε μεγάλα γλέντια και είχαν χαλαρώσει τα μέτρα επιφυλακής του στόλου τους.
Σχετικά με το πώς επιλέχθηκε ο άνθρωπος που θα αναλάμβανε αυτό το εξαιρετικά επικίνδυνο εγχείρημα υπάρχουν αρκετές εκδοχές. Άλλωστε κάθε μεγάλο κατόρθωμα γεννά με τον χρόνο τους δικούς του θρύλους.Σύμφωνα με μία εκδοχή οι Ψαριανοί υπέδειξαν εξαρχής τον Κωνσταντίνο Κανάρη ως τον καταλληλότερο για την αποστολή. Μια δεύτερη αναφέρει ότι του ζητήθηκε να παραχωρήσει το πυρπολικό του και, αν το επιθυμούσε, να τεθεί ο ίδιος επικεφαλής της επιχείρησης.Σύμφωνα με τα λεγόμενα του Κανάρη αυτοπροτάθηκε ο ίδιος καθώς οι συμπατριώτες του αρχικά δεν του είχαν απόλυτη εμπιστοσύνη.
Ο Κωνσταντίνος Κανάρης, σε ηλικία περίπου τριάντα ετών, τέθηκε επικεφαλής του ψαριανού πυρπολικού. Με δική του υπόδειξη, στην επιχείρηση θα συμμετείχε και ένα δεύτερο, υδραίικο πυρπολικό, με κυβερνήτη τον έμπειρο Ανδρέα Πιπίνο. Τα δύο πυρπολικά θα συνοδεύονταν από τέσσερα ακόμη πλοία, δύο ψαριανά και δύο υδραίικα, τα οποία θα είχαν επικουρικό ρόλο: να περισυλλέξουν τα πληρώματα αμέσως μετά την πυρπόληση και να εξασφαλίσουν την ασφαλή αποχώρησή τους.
Η επιχείρηση έκρυβε τεράστιο ρίσκο και οι πιθανότητες επιτυχίας ήταν μοιρασμένες. Πέρα από την εκδίκηση για τη σφαγή της Χίου και την αναπτέρωση του ηθικού των επαναστατημένων Ελλήνων, ο Μιαούλης προσδοκούσε και σημαντικά στρατηγικά οφέλη. Αν η επιχείρηση πετύχαινε, ήταν πολύ πιθανό ο οθωμανικός στόλος να μην αποτολμήσει άλλη επιχείρηση ή να εγκαταλείψει τη Χίο για να αναζητήσει την ασφάλεια των στενών του Ελλησπόντου.Το σημαντικότερο ήταν να αποτραπεί η ένωσή του με τον αιγυπτιακό στόλο του Ιμπραήμ, εξέλιξη που θα έθετε σε ακόμη μεγαλύτερο κίνδυνο την ελληνική επανάσταση.
Την 1η Ιουνίου 1822, η μικρή ναυτική μοίρα με τα δύο πυρπολικά και τα τέσσερα συνοδευτικά πλοία απέπλευσε από τα Ψαρά. Αρχικά κινήθηκαν προς τα δυτικά παράλια της Μυτιλήνης, περιμένοντας τον κατάλληλο καιρό και κυρίως τους ευνοϊκούς ανέμους που θα τους επέτρεπαν να πραγματοποιήσουν το παράτολμο εγχείρημά τους.
Το πρωινό της 6ης Ιουνίου φύσηξε ένας βορειοανατολικός άνεμος, ιδανικός για την επιχείρηση.Για να παραπλανήσουν τους Τούρκους ότι δήθεν πρόκειται για εμπορικά πλοία,ύψωσαν αυστριακές σημαίες.Πολύ σύντομα ήρθαν σε επαφή με εχθρικά πλοία που περιπολούσαν την είσοδο του πορθμού της Χίου.Προσποιήθηκαν ότι κατευθύνονταν προς τη Σμύρνη και έτσι δεν προκάλεσαν υποψίες. Όταν μπήκαν στον όρμο της Χίου, είχε ήδη πέσει ο ήλιος.
Με τη δύση όμως κόπασε και ο ευνοϊκός άνεμος. Ο Ανδρέας Πιπίνος πρότεινε να περιμένουν ώσπου να φυσήσει ξανά, όμως ο Κανάρης αντέτεινε ότι δεν υπήρχε χρόνος για χάσιμο. Ήταν προτιμότερο να κινηθούν με τον λίγο άνεμο που υπήρχε, ελπίζοντας πως, όπως συνέβαινε συνήθως, πριν από τα μεσάνυχτα ο άνεμος θα δυνάμωνε.
Καθώς πλησίαζαν τα εχθρικά πλοία, ο άνεμος ενισχύθηκε, κάνοντας γρηγορότερη και ευκολότερη την εφαρμογή του σχεδίου τους. Ήταν μια ασέληνη νύχτα. Τα μεγάλα τουρκικά πολεμικά πλοία, και ιδιαίτερα η φωταγωγημένη ναυαρχίδα του Καρά Αλή, ξεχώριζαν μέσα στο σκοτάδι και τους έδειχαν τον στόχο. Η γιορτή του Μπαϊραμιού, αλλά και η πρόσφατη επιτυχία τους στη Χίο, είχαν γεμίσει τους Τούρκους αυτοπεποίθηση και ασφάλεια. Οι περισσότεροι διασκέδαζαν, χωρίς να φαντάζονται ότι ο κίνδυνος βρισκόταν δίπλα τους.
Ο μεγάλος στόχος στο οποίο θα χτυπούσε ο Κανάρης ήταν η ναυαρχίδα, ένα τρίκροτο με 84 πυροβόλα με πάνω από 2.200 άτομα πολλοί από τους οποίους ήταν αξιωματούχοι και καλεσμένοι από τον Τσεσμέ και τη Σμύρνη.Στα αμπάρια στέναζαν τα γυναικόπαιδα,ενώ στα κατάρτια και ξεψυχούσαν ακόμα απαγχονισμένοι Χιώτες.Ο δεύτερος στοχος στον οποιο θα χτυπούσε ο Πιπίνος ήταν η υποναυαρχίδα το άλλο μεγάλο δίκροτο του οθωμανικού στόλου.
Τα δυο πυρπολικά πλησίασαν με προσεκτικούς και επιδέξιους ελιγμούς τα εχθρικά καράβια. Ο Πιπίνος κατάφερε να προσκολλήσει το δικό του στο εχθρικο καράβι.Έγινε όμως αντιληπτός,το πλήρωμα αντέδρασε και έσβησε την φωτια προτού απλωθεί.Οι πρώτοι πυροβολισμοί που έπεσαν δεν ακούστηκαν καλά καλά μέσα στο πανδαιμόνιο της γιορτής αλλά και στους πανηγυρικούς κανονιοβολισμούς από το κάστρο της Χίου.
Το πυρπολικό όμως του Κανάρη κατευθυνόταν πλέον κατευθείαν προς τη ναυαρχίδα. Οι Τούρκοι φρουροί νομίζοντάς το για αυστριακό εμπορικό, άρχισαν να φωνάζουν να αλλάξει πορεία. Με επιδεξιότητα και γρήγορες κινήσεις ο Κανάρης κατάφερε να βάλει την πλώρη του σκάφους σε μία ανοιχτή θυρίδα της ναυαρχίδας. Τότε οι φρουροί αντιλήφθηκαν τον κίνδυνο. Άρχισαν να πυροβολούν και σήμαναν συναγερμό.
Αμέσως μεγάλοι γάντζοι πετάχτηκαν από το πυρπολικό και στερέωσαν γερά το μικρό σκάφος στα πλευρά της ναυαρχίδας. Την ίδια στιγμή ο Κανάρης και ο τιμονιέρης του, Ιωάννης Τσάκαλος, έδεσαν το τιμόνι, ώστε το πυρπολικό να παραμείνει σταθερά προσκολλημένο πάνω στο οθωμανικό πλοίο. Ο Κανάρης άναψε με τον δαυλό του το φιτίλι, πυροδοτώντας την πλωτή βόμβα.Αμέσως πήδηξε στη σκαμπαβία, τη μικρή βάρκα διαφυγής που είχαν ήδη επιβιβαστεί οι υπόλοιποι άνδρες του πληρώματος.
Με γρήγορο κουπί οι άνδρες της λέμβου προσπάθησαν να απομακρυνθούν, ενώ γύρω τους έπεφταν πυρά από τους Τούρκους στρατιώτες. Ένα σκοινί είχε μπλεχτεί και κρατούσε τη βάρκα δεμένη με το πυρπολικό. Ένας ναύτης κατάφερε τελικά να το κόψει και η βάρκα ελευθερώθηκε. Η μικρή αυτή καθυστέρηση δεν αποδείχθηκε μοιραία.
Η έκρηξη του πυρπολικού στα πλευρά του πλοίου ήταν η αρχή του τέλους. Ο δυνατός βορειοανατολικός άνεμος μετέτρεψε το πυρπολικό σε μια πύρινη λαίλαπα που εξαπλώθηκε με αστραπιαία ταχύτητα σε ολόκληρη τη ναυαρχίδα.Μέσα σε λίγα μόλις λεπτά οι φλόγες τύλιξαν τα πανιά των καταρτιών,τα ξάρτια και τις σκηνές του καταστρώματος Σπίθες, φλεγόμενα ξύλα και κομμάτια από το πυρπολικό εκτοξεύονταν, ανάβοντας νέες εστίες φωτιάς. Οι φλόγες απλώνονταν ανεξέλεγκτα, ενώ η θερμότητα προκαλούσε συνεχείς μικρές εκρήξεις από την πυρίτιδα και τα πυρομαχικά που βρίσκονταν στο πλοίο. Πανικός και σύγχυση κυρίευσε το πλήρωμα και τους καλεσμένους που έτρεχαν να σωθούν, αγνοώντας οι περισσότεροι τι ακριβώς είχε συμβεί.
Ο Καρά Αλής, συνειδητοποιώντας τον μεγάλο κίνδυνο, διέταξε τους ναύτες να κόψουν τους κάβους, ώστε να κινηθεί η ναυαρχίδα και να λυτρωθεί από τον πύρινο εναγκαλισμό του πυρπολικού. Ήταν όμως ανώφελο. Το πυρπολικό ήταν γερά δεμένο στα πλευρά της και κινήθηκε μαζί της.
Η προσπάθεια για την κατάσβεση της φωτιάς ήταν από την αρχή μια χαμένη υπόθεση. Τα φλεγόμενα κατάρτια, τα κομμάτια από τα πανιά, τα σχοινιά και όλα τα εύφλεκτα υλικά που καίγονταν και έπεφταν πάνω στο κατάστρωμα δεν επέτρεπαν στους ναύτες να πλησιάσουν και να περιορίσουν τις φλόγες.Αξιωματικοί και ναύτες αδυνατούσαν να ελέγξουν την κατάσταση και από ένα σημείο και μετά όλοι προσπαθούσαν να σωθούν με κάθε τρόπο. Άλλοι έπεφταν στη θάλασσα, άλλοι επιβιβάζονταν βιαστικά στις τελευταίες λέμβους.
Το χειρότερο όμως ήταν ότι, καθώς η θερμοκρασία ανέβαινε συνεχώς, αρκετά από τα 84 πυροβόλα της ναυαρχίδας άρχισαν να εκπυρσοκροτούν ανεξέλεγκτα, εκτοξεύοντας βλήματα προς τυχαίες κατευθύνσεις, εναντίον των υπόλοιπων πλοίων του οθωμανικού στόλου.Αυτά αρχικά έσπευσαν να βοηθήσουν τη ναυαρχίδα, αναγκάστηκαν όμως να απομακρυνθούν για να αποφύγουν τις καταστροφικές βολές.
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, μέσα στην απόλυτη σύγχυση που επικρατούσε στον όρμο της Χίου, μια συντονισμένη επίθεση του ελληνικού στόλου θα μπορούσε να πλήξει καίρια και ίσως ανεπανόρθωτα ολόκληρο τον οθωμανικό στόλο.
Οργισμένος, αποκαμωμένος και πλέον ανήμπορος να ελέγξει την κατάσταση, ο Καρά Αλής, που μέσα σε λίγα μόλις λεπτά είχε περάσει από τον απόλυτο θρίαμβο στην πιο ταπεινωτική ήττα, εγκατέλειψε τη ναυαρχίδα επιβιβαζόμενος σε μια λέμβο. Σύμφωνα με μία εκδοχή, λίγο πριν απομακρυνθεί, ένα μεγάλο κομμάτι από το κεντρικό κατάρτι κατέρρευσε και τον τραυμάτισε θανάσιμα.
Ο ανταποκριτής της γαλλόφωνης εφημερίδας της Σμύρνης Spectateur Oriental έγραφε:
«Όταν το υπέροχο καράβι των 84 πυροβόλων ανατινάχτηκε, η έκρηξη ήταν τρομερή. Η πολιτεία της Χίου την ένιωσε σαν τράνταγμα από δυνατό σεισμό. Οι Τούρκοι που παρακολουθούσαν το θέαμα από την ξηρά, λες και τους χτύπησε κεραυνός, οι περισσότεροι έπεσαν κάτω ουρλιάζοντας.»
Ακόμη και ο ίδιος ο Βαχήτ Πασάς έγραψε:
«Η λάμψη ανέβηκε μέχρι τον ουρανό, κράτησε μέχρι το πρωί... και έτσι απαίσια πανηγυρίστηκε το Μπαϊράμι μας.»
Ο απόλυτος αιφνιδιασμός και ο τρόπος με τον οποίο συντελέστηκε η καταστροφή αποτέλεσαν ένα βαρύτατο πλήγμα για τους Οθωμανούς. Η απώλεια της ναυαρχίδας δεν είχε μόνο πρακτική αλλά και συμβολική σημασία.Είχε χαθεί ένα από τα σημαντικότερα πλοία του στόλου αλλά και ο ικανότατος ηγέτης του.
Η σορός του Καρά Αλή μεταφέρθηκε στο Κάστρο της Χίου, όπου τάφηκε με μεγάλες τιμές. Από την επόμενη κιόλας ημέρα, ο Βαχήτ Πασάς, εξοργισμένος από την καταστροφή, διέταξε ακόμη σκληρότερα αντίποινα στο ήδη ερημωμένο νησί.Ακόμα και τα μαστιχοχώρια ,στα οποία είχαν καταφύγει πολλοί για να σωθούν επειδή εξαιρέθηκαν από τις λεηλασίες,τώρα ισοπεδώθηκαν και αυτά. Οι εκτελέσεις και οι διώξεις συνεχίστηκαν, ολοκληρώνοντας μία από τις μεγαλύτερες ανθρώπινες τραγωδίες της Ελληνικής Επανάστασης.
Τα πληρώματα και των δύο πυρπολικών, μέσα στη σύγχυση που επικράτησε, κατάφεραν να διαφύγουν με ασφάλεια και να φτάσουν στα πλοία που τους περίμεναν.Στα Ψαρά στήθηκε μεγάλη γιορτή. Πλήθος κόσμου και οι τοπικές αρχές υποδέχθηκαν τους πυρπολητές και, μέσα σε πανηγυρική πομπή, τους συνόδευσαν μέχρι τον ναό του Αγίου Νικολάου, όπου τελέστηκε δοξολογία.Η είδηση της καταστροφής της τουρκικής ναυαρχίδας μεταδόθηκε γρήγορα σε ολόκληρη την Ελλάδα, προκαλώντας ενθουσιασμό και αναπτερώνοντας το ηθικό των επαναστατώ Είχαν πετύχει κάτι πραγματικά μεγάλο, που ανέτρεπε το άσχημο κλίμα οργής αλλά και απόγνωσης και ηττοπάθειας το οποίο είχε αρχίσει να αναπτύσσεται στους κόλπους των επαναστατών.
Τόσο η κυβέρνηση όσο και ο λαός θεώρησαν αυτονόητο ότι οι πυρπολητές έπρεπε να ανταμειφθούν για το κατόρθωμά τους. Αρχικά αποφασίστηκε να τους δοθεί χρηματική αμοιβή. Στη συνέχεια προτάθηκε, ως ακόμη μεγαλύτερη τιμή, να τους παραχωρηθεί γη από τις εθνικές γαίες, σε όποια περιοχή της Ελλάδας επιθυμούσαν. Τελικά, όπως συνέβαινε συχνά εκείνη την εποχή, πολλές από τις υποσχέσεις έμειναν ανεκπλήρωτες. Οι χρηματικές αμοιβές καταβλήθηκαν στους Υδραίους, ενώ για τους Ψαριανούς η σχετική απόφαση δεν υλοποιήθηκε.
Αυτό που τελικά έμεινε ήταν η δόξα και η υστεροφημία, ιδιαίτερα για τον Κωνσταντίνο Κανάρη. Ο μέχρι τότε σχεδόν άγνωστος ναυτικός μετατράπηκε σε θρύλο και σε σύμβολο του ατρόμητου Έλληνα αγωνιστή, που τόλμησε να καταστρέψει το μεγαλύτερο και ισχυρότερο πλοίο του εχθρού.
Το σημαντικότερο, όμως, ήταν ότι ο οθωμανικός στόλος ουσιαστικά τέθηκε εκτός του τουρκικού σχεδιασμού για την καταστολή της Ελληνικής Επανάστασης. Η προγραμματισμένη σύμπραξή του με τον αιγυπτιακό στόλο που αναμενόταν στο Αιγαίο δεν πραγματοποιήθηκε. Η καθυπόταξη των νησιών του Αιγαίου, ο ανεφοδιασμός των οθωμανικών στρατευμάτων και η λύση των πολιορκιών των επαναστατημένων κάστρων της Πελοποννήσου αναβλήθηκαν επ' αόριστον. Αντί να συνεχίσει τις επιχειρήσεις του, ο οθωμανικός στόλος, λαμβάνοντας πλέον αυστηρά μέτρα προφύλαξης, αναχώρησε για τον Ελλήσποντο.
Λίγες εβδομάδες αργότερα, όταν η στρατιά του Δράμαλη βρέθηκε αντιμέτωπη με την παγίδα του Κολοκοτρώνη στα Δερβενάκια, δεν διέθετε πλέον τη δυνατότητα να ανεφοδιαστεί από τη θάλασσα. Οι Οθωμανοί, που έτσι κι αλλιώς δεν είχαν τη ναυτική παράδοση και την εμπειρία των Ελλήνων, είχαν πλέον τρομοκρατηθεί από τα πυρπολικά, τα οποία αποδείχθηκαν το αποτελεσματικότερο όπλο του Αγώνα στη θάλασσα.
Έναν χρόνο μετά την έναρξη της Επανάστασης, οι Έλληνες, χωρίς καμιά ξένη βοήθεια, με τα πενιχρά μέσα τους, τις αδυναμίες και τις δικές τους παθογένειες, συνέχιζαν τον μεγάλο Αγώνα. Η πυρπόληση της τουρκικής ναυαρχίδας αποδείχθηκε πολύ περισσότερο από μια πράξη εκδίκησης. Έφερε ανακούφιση στους Έλληνες που είχαν μάθει για τη σφαγή της Χίου, μετέτρεψε την οδύνη σε ελπίδα και την απόγνωση σε αντίσταση, ακινητοποίησε για μεγάλο χρονικό διάστημα τον οθωμανικό στόλο και μετέδωσε το μήνυμα σε ολόκληρο τον κόσμο ότι στην Ελλάδα ένας μικρός λαός πάλευε μόνος του για τη λευτεριά του.





Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου