Η μάχη στο Κλειδί -1014-,α΄ μέρος


 Η Μάχη στο Κλειδί  διεξήχθη στις 29 Ιουλίου 1014 στο στενό πέρασμα της οροσειράς Μπέλες  στα  σημερινά σύνορα  Ελλάδας και Βουλγαρίας. Από τη Μάχη του Κλειδίου το 1014 μέχρι τις συγκρούσεις των Βαλκανικών Πολέμων και τη Μάχη των Οχυρών το 1941, η  ευρύτερη περιοχή υπήρξε  επανειλημμένα πεδίο κρίσιμων στρατιωτικών αναμετρήσεων.

Η σύγκρουση στο Κλειδί ήταν το  αποκορύφωμα του μακροχρόνιου πολέμου ανάμεσα στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία του αυτοκράτορα Βασιλείου Β΄ και στο βουλγαρικό κράτος του τσάρου Σαμουήλ. Μετά από δεκαετίες σκληρών συγκρούσεων στα Βαλκάνια, οι δύο αντίπαλοι αναμετρήθηκαν σε μια μάχη που έμελλε να κρίνει την τύχη της περιοχής. Η συντριπτική νίκη των Βυζαντινών όχι μόνο διέλυσε τη στρατιωτική ισχύ της Βουλγαρίας, αλλά άνοιξε και τον δρόμο για την οριστική ενσωμάτωσή της στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία λίγα χρόνια αργότερα. Η επιτυχία αυτή χάρισε στον Βασίλειο Β΄ το προσωνύμιο «Βουλγαροκτόνος» και τον κατέστησε έναν από τους σημαντικότερους αυτοκράτορες της βυζαντινής ιστορίας.


του Θάνου Δασκαλοθανάση

Οι Βούλγαροι και το Βυζάντιο: μια σχέση φιλίας και έχθρας

Οι Βούλγαροι, λαός ασιατικής προέλευσης, εμφανίστηκαν στα βόρεια σύνορα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας κατά τον 7ο αιώνα. Από την πρώτη στιγμή της εγκατάστασής τους νότια του Δούναβη, οι σχέσεις τους με το Βυζάντιο χαρακτηρίστηκαν από εναλλαγές πολέμου και ειρήνης. Οι δύο λαοί συγκρούστηκαν επανειλημμένα για τον έλεγχο της Θράκης, της Μακεδονίας και των σημαντικών περασμάτων της Βαλκανικής.

Τις περιόδους των συγκρούσεων διαδέχονταν συχνά περίοδοι επικοινωνίας, διπλωματικών επαφών και συνεργασίας. Η ισχύς, ο πλούτος και το υψηλό επίπεδο οργάνωσης της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ασκούσαν μεγάλη επιρροή στο νεοσύστατο βουλγαρικό κράτος. Η ανώτερη οικονομική, διοικητική και πολιτιστική ανάπτυξη του Βυζαντίου αποτέλεσε πρότυπο για τους Βουλγάρους ηγεμόνες.

Κατά τον 9ο αιώνα οι Βούλγαροι άρχισαν να υιοθετούν βυζαντινά στοιχεία στη διοίκηση, τη διπλωματία και την οργάνωση του κράτους τους. Η σημαντικότερη όμως εξέλιξη ήταν ο εκχριστιανισμός τους. Το 864 ο ηγεμόνας των Βουλγάρων, Βόρις Α΄, βαπτίστηκε χριστιανός και έλαβε το όνομα Μιχαήλ προς τιμήν του Βυζαντινού αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄. Η υιοθέτηση του χριστιανισμού συνέβαλε στην ενίσχυση της συνοχής του βουλγαρικού κράτους και έφερε τη Βουλγαρία ακόμη πιο κοντά στον βυζαντινό πολιτισμό.

Κατά τις επόμενες δεκαετίες η βουλγαρική αριστοκρατία υιοθέτησε βυζαντινά έθιμα, τίτλους, διοικητικές πρακτικές και μορφές τέχνης. Η βουλγαρική Εκκλησία οργανώθηκε σύμφωνα με το βυζαντινό πρότυπο, ενώ η διάδοση της σλαβικής γραφής και της χριστιανικής γραμματείας δημιούργησε τις προϋποθέσεις για μια σημαντική πολιτιστική άνθηση, βαθιά επηρεασμένη από την Κωνσταντινούπολη.

Η πολιτική και στρατιωτική αντιπαλότητα, ωστόσο, δεν έπαψε ποτέ. Οι Βούλγαροι ηγεμόνες επιδίωκαν να δημιουργήσουν ένα ισχυρό κράτος ισότιμο με το Βυζάντιο, ενώ οι αυτοκράτορες της Κωνσταντινούπολης θεωρούσαν τη Βουλγαρία τον σημαντικότερο αντίπαλό τους στα Βαλκάνια. Έτσι, οι περίοδοι ειρήνης και πολιτιστικών ανταλλαγών εναλλάσσονταν με μακροχρόνιους πολέμους, οι οποίοι κορυφώθηκαν στα τέλη του 10ου και στις αρχές του 11ου αιώνα, κατά την εποχή του Σαμουήλ και του Βασιλείου Β΄ Βουλγαροκτόνου.


 Πολεμιστής-Αυτοκράτωρ

Ο Βασίλειος Β΄ αναδείχθηκε μέσα από τα έργα και τις στρατιωτικές του επιτυχίες ίσως ο σπουδαιότερος πολεμιστής-  αυτοκράτορας της χιλιόχρονης  Αυτοκρατορίας. Ανέβηκε στον θρόνο σε νεαρή ηλικία,αρχικά βρέθηκε αντιμέτωπος με ισχυρές αριστοκρατικές φατρίες, εσωτερικές εξεγέρσεις και σοβαρές εξωτερικές απειλές τόσο στην Ανατολή όσο και στα Βαλκάνια.

Η μακρόχρονη σύγκρουσή του με τον Σαμουήλ και το βουλγαρικό κράτος υπήρξε μία από τις μεγαλύτερες στρατιωτικές αναμετρήσεις της εποχής. Με επιμονή,πολεμική και διπλωματική ικανότητα και  συνεχείς εκστρατείες κατόρθωσε να ανατρέψει την κατάσταση και να επιβληθεί οριστικά των αντιπάλων του. Η νίκη του επί των Βουλγάρων τον κατέστησε κυρίαρχο των Βαλκανίων και του χάρισε το προσωνύμιο «Βουλγαροκτόνος».

Όταν πέθανε το 1025, ύστερα από σχεδόν πενήντα χρόνια βασιλείας, παρέδωσε στους διαδόχους του μια αυτοκρατορία ισχυρή, οικονομικά εύρωστη και με σύνορα που πλησίαζαν σε μεγάλο βαθμό την έκταση που είχε γνωρίσει το Βυζάντιο κατά τους προηγούμενους αιώνες της ακμής του.

 Βυζαντινοβουλγαρικές συγκρούσεις   

Η εμφάνιση των Βουλγάρων ως δυνητικά ενός επικίνδυνου εχθρού στα βόρεια σύνορα του Βυζαντίου ανάγεται στον 7ο αιώνα, όταν οι Βούλγαροι υπό την ηγεσία του Χάνου Ασπαρούχ πέρασαν τον Δούναβη και εγκαταστάθηκαν σε εδάφη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (680-681). Η μεγάλη ακμή του βουλγαρικού κράτους σημειώθηκε επί του τσάρου Συμεών Α΄ (893-927), όταν οι Βούλγαροι απείλησαν ακόμη και την ίδια την Κωνσταντινούπολη. Αργότερα, από τη μια ο ηγεμόνας των Ρως του Κιέβου Σβιατοσλάβος, σε συνεννόηση με τους Βυζαντινούς (968-969), και από την άλλη ο αυτοκράτορας Ιωάννης Τσιμισκής (970-971) νίκησαν τους Βουλγάρους σε αποφασιστικές μάχες.

Με νέο τσάρο τον Σαμουήλ (997-1014), οι Βούλγαροι θα ανακαταλάβουν τα χαμένα εδάφη και θα αρχίσουν πάλι τις επιθέσεις στον νότο.

Το 986 ο Βασίλειος Β΄ αποφάσισε να αναλάβει προσωπικά δράση εναντίον των Βουλγάρων. Επικεφαλής στρατού περίπου 30.000 ανδρών εισέβαλε στη Βουλγαρία και πολιόρκησε τη Σερδική (τη σημερινή Σόφια), μια από τις σημαντικότερες πόλεις του βουλγαρικού κράτους. Η πολιορκία όμως δεν απέδωσε τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Αντιμέτωπος με απώλειες, προβλήματα ανεφοδιασμού και ανησυχώντας για την αφοσίωση ορισμένων στρατηγών του, ο αυτοκράτορας αποφάσισε να λύσει την πολιορκία και να υποχωρήσει προς τη Θράκη.

Κατά την επιστροφή του, στις 17 Αυγούστου 986, ο βυζαντινός στρατός παγιδεύτηκε στο στενό πέρασμα που είναι γνωστό ως Πύλες του Τραϊανού,νότια της Σόφιας. Εκεί οι δυνάμεις του Σαμουήλ εξαπέλυσαν αιφνιδιαστική επίθεση και προκάλεσαν συντριπτική ήττα στους Βυζαντινούς. Η καταστροφή αυτή υπήρξε το μεγαλύτερο στρατιωτικό πλήγμα των πρώτων χρόνων της βασιλείας του Βασιλείου και σημάδεψε βαθιά τον αυτοκράτορα.


Μετά τη νίκη τους οι Βούλγαροι επέκτειναν την κυριαρχία τους στη Μακεδονία και τη Θεσσαλία, καταλαμβάνοντας ακόμη και τη Λάρισα (986). Ωστόσο, από τα τέλη του 10ου αιώνα η κατάσταση άρχισε να αλλάζει. Το 997 ο βυζαντινός στρατηγός Νικηφόρος Ουρανός συνέτριψε τον στρατό του Σαμουήλ στη μάχη του Σπερχειού, ενώ τα επόμενα χρόνια ο Βασίλειος Β΄ εξαπέλυσε συνεχείς εκστρατείες στη Μακεδονία. Μεταξύ 1001 και 1004, έχοντας πλέον εδραιώσει την εξουσία του στο εσωτερικό της αυτοκρατορίας, εισέβαλλε σχεδόν κάθε χρόνο στη Βουλγαρία, καταλαμβάνοντας οχυρά, λεηλατώντας την ύπαιθρο και πλήττοντας σημαντικά τις οικονομικές και στρατιωτικές δυνατότητες του εχθρού. Παράλληλα ανακατέλαβε σημαντικές πόλεις, όπως η Βέροια, τα Σέρβια και τα Σκόπια, περιορίζοντας σταδιακά το βουλγαρικό κράτος.Ύστερα από σχεδόν τριάντα χρόνια πολέμου, η τελική αναμέτρηση ανάμεσα στους δύο αντιπάλους πλησίαζε και θα δινόταν στις 29 Ιουλίου 1014, στο στενό πέρασμα του Κλειδίου.

 

Οι προετοιμασίες του Σαμουήλ

Τρεις χειμώνες προετοίμαζε ο Σαμουήλ την αναμέτρηση με τους Βυζαντινούς. Οι συνεχείς επιδρομές του Βασιλείου είχαν κλονίσει τη δύναμη του βουλγαρικού κράτους, ενώ σε ορισμένες περιοχές τοπικοί άρχοντες δήλωναν πλέον υποταγή στον Βυζαντινό αυτοκράτορα.

Γνωρίζοντας ότι το στενό του Κλειδίου αποτελούσε το πέρασμα από το οποίο διέρχονταν οι βυζαντινές εκστρατείες προς το εσωτερικό της Βουλγαρίας, ο Σαμουήλ αποφάσισε να συγκεντρώσει εκεί το μεγαλύτερο μέρος του στρατού του. Το Κλειδί ήταν το στενότερο σημείο της κοιλάδας του ποταμού Στρώμνιτσα (παραπόταμου του Στρυμόνα) και αποτελούσε ιδανική θέση για την αναχαίτιση των Βυζαντινών.

Για να εμποδίσει την είσοδο του βυζαντινού στρατού στη Βουλγαρία, διέταξε την κατασκευή ισχυρών οχυρωματικών έργων. Τάφροι, τείχη και ξύλινα φράγματα κατασκευάστηκαν, ενώ η περιοχή φρουρούνταν από ισχυρές βουλγαρικές δυνάμεις. Παράλληλα συγκρότησε έναν μεγάλο στρατό, που σύμφωνα με τις περισσότερες εκτιμήσεις αριθμούσε περίπου 40.000 άνδρες, αποφασισμένος να δώσει την κρισιμότερη μάχη του πολέμου.

 

Οι προετοιμασίες του Βασιλείου Β΄

Ο Βασίλειος Β΄ προετοίμαζε επί τρεις χειμώνες τη μεγάλη εκστρατεία. Οι διαρκείς επιθέσεις του στα βουλγαρικά εδάφη είχαν αποδυναμώσει σημαντικά τον αντίπαλό του και πλέον θεωρούσε ότι είχε έρθει η ώρα για την τελική αναμέτρηση.

Έχοντας ως βάση και κέντρο ανεφοδιασμού τις Σέρρες, συγκέντρωσε στρατό και πολεμικό υλικό. Την άνοιξη του 1014 ξεκίνησε για το Κλειδί, στην περιοχή του σημερινού Ρούπελ. Η διάταξη του στρατεύματός του είχε πάντα την ίδια μορφή: δύο ίλες ιππικού ως εμπροσθοφυλακή, μία από κατάφρακτους και μία από μονόζωνους, και ακολουθούσε το κύριο σώμα του στρατού. Στο πλευρό του είχε έμπειρους και δοκιμασμένους στρατηγούς, με σημαντικότερο τον Νικηφόρο Ξιφία.

Στόχος του ήταν να διασπάσει την άμυνα στο στενό ανάμεσα στο Κλειδί και τον Κίμβα Λόγγο και να προχωρήσει στην κοιλάδα του Μελενίκου και της Στρώμνιτσας, όπου βρίσκονταν ακόμη σημαντικές βουλγαρικές κτήσεις. Η κατάληψή τους θα του άνοιγε τον δρόμο προς τις Πρέσπες και την Αχρίδα, την καρδιά του βουλγαρικού κράτους


Σχεδιάγραμμα της μάχης όπου φαίνεται η κυκλωτική κίνηση του βυζαντινού αποσπάσματος και η ταυτόχρονη επίθεση των βυζαντινών στρατευμάτων

Οι πρώτες επιθέσεις

  Ο βυζαντινός στρατός ακολούθησε την στρατιωτική οδό από τη Βασιλεύουσα δυτικά και δια μέσου της Θράκης,της Δράμας πέρασε στη κοιλαδα του Στρυμόνα. Φθάνοντας στη θέση  Κλειδί, στρατοπέδευσε σε απόσταση δύο ωρών από το στενό και έστειλε ανιχνευτές να εντοπίσουν τον εχθρό.Το στενό είχε κλείσει με πρόχειρα αναχώματα από πέτρες και κορμούς, κάρα και βράχους και δεν φαινόταν βουλγαρική παρουσία.. Η απειλή ενέδρας φόβισε τον Βασίλειο που αποφάσισε να αλλάξει τη διάταξη του στρατού και να τοποθετήσει μπροστά το πεζικό και πίσω το ιππικό, θεωρώντας ότι οι άνδρες του δεν θα ανακόπτονταν από πιθανά εμπόδια, σε αντίθεση με τα άλογα.

       Η διαταγή του αυτοκράτορα ήταν σαφής, το στράτευμα όφειλε να βρίσκεται σε διαρκή εγρήγορση, οπλισμένο, με πλήρη εξάρτυση, ετοιμοπόλεμο ανά πάσα στιγμή. Η πρώτη νύχτα κύλησε ήρεμα, με τους Βούλγαρους να μην αντιδρούν αλλά να παρακολουθούν τις κινήσεις των Βυζαντινών από τις  γύρω βουνοκορφές. Την επομένη ο αυτοκράτορας έδωσε εντολή στον στρατό να προχωρήσει προς το στενό, ενώ ήταν σίγουρος ότι οι Βούλγαροι θα επετίθεντο όταν οι Βυζαντινοί θα πλησίαζαν τα αναχώματα.

               Πράγματι, μόλις η εμπροσθοφυλακή του βυζαντινού στρατού ζύγωσε τα εμπόδια, εκδηλώθηκε η πρώτη επίθεση από τους Βουλγάρους, οι οποίοι έσπρωχναν βράχους από ψηλά, ενώ παράλληλα στόχευαν με βέλη και πέτρες τους Βυζαντινούς. Παρά την ορμή του βυζαντινού στρατού, και οι δύο προσπάθειές τους να περάσουν τα αναχώματα απέβησαν άκαρπες, με αποτέλεσμα πολυάριθμους νεκρούς και τραυματίες.

               Ο αυτοκράτορας, βλέποντας τη δυσκολία του εγχειρήματος, διέταξε υποχώρηση του στρατεύματος.  Η στενότητα του περάσματος  σε συνδυασμό με την οχύρωση και την πλεονεκτική θέση των αμυνόμενων έκαναν πολύ δύσκολο το έργο των Βυζαντινών.Οι  κατά μέτωπο επιθέσεις, ακόμα κι αν ήταν συνεχείς και επίμονες δεν είχαν αποτέλεσμα.

Ο αντιπερισπασμός του Σαμουήλ  

        Ο Σαμουήλ θα προβεί σε μια στρατηγική κίνηση για να φέρει σε δύσκολη θέση τον Βασίλειο.Πριν από τη σύγκρουση θα επιχειρήσει  αντιπερισπασμό  για να διασπάσει την ενότητα των βυζαντινών δυνάμεων, στέλνοντας έναν από τους πλέον έμπιστους στρατηγούς του, τον Δαβίδ Νεστορίτση, με σημαντικές δυνάμεις νότια, με στόχο την κατάληψη της Θεσσαλονίκης  και της ευρύτερης περιοχής (Ιούλιος 1014).Υπολόγιζε ότι ο Βασίλειος θα έστελνε ενισχύσεις ή πιθανόν να σταματούσε την επίθεση και να κατευθυνόταν προς τη Θεσσαλονίκη.

      Τη  σημαντική πόλη της Θεσσαλονίκης υπερασπιζόταν τότε ο Θεοφύλακτος Βοτανειάτης.Με τη σύμπραξη του γιου του Μιχαήλ κατόρθωσε να αναχαιτίσει τη βουλγαρική επίθεση, να συντρίψει το σώμα του Νεστορίτση έξω από τη Θεσσαλονίκη και να τρέψει τους Βουλγάρους σε φυγή, συλλαμβάνοντας πλήθος αιχμαλώτων και πολλά λάφυρα και τελικά να κατευθυνθεί στο Κλειδί για ενταχτεί στο κύριο σώμα του βυζαντινού στρατού .                                     

Το νέο σχέδιο

             Ως λύση για να διασπαστεί η βουλγαρική άμυνα  προκρίθηκε ένα τολμηρό εγχείρημα. Την κρίσιμη αποστολή ανέλαβε ο στρατηγός του Θέματος της Μακεδονίας Νικηφόρος Ξιφίας.Επικεφαλής πολυάριθμου αποσπάσματος επιχείρησε κυκλωτική κίνηση  και ανέβηκε το ψηλότερο βουνό, νότια του Κλειδίου, τη Βελασίτσα, μέσα από δύσβατα μονοπάτια και με απόλυτη μυστικότητα. Έπειτα από πορεία αρκετών ημερών,στις  28 Ιουλίου του 1014 βρέθηκε στα νώτα των Βουλγάρων. Ο στρατηγός θα ειδοποιούσε, όταν το σώμα του θα είχε λάβει θέσεις μάχης με τριπλό σάλπισμα.

               Το μεσημέρι της επομένης, της 29ης Ιουλίου 1014, εκδηλώθηκε η ταυτόχρονη επίθεση τη στιγμή που ακούστηκε το σύνθημα του στρατηγού Ξιφία.Το αυτοκρατορικό φουσάτο ήταν από νωρίς σε ετοιμότητα, όρμησε προς τα αναχώματα με ηγέτη τον ίδιο τον Βασίλειο, ο οποίος, παρά τα πενήντα του χρόνια, ήταν ακμαίος και δυνατός, πάντα στη πρώτη γραμμή, αποτελώντας παράδειγμα για αξιωματικούς και στρατιώτες.

    Οι Βούλγαροι, αιφνιδιασμένοι και βρισκόμενοι ανάμεσα σε δύο εχθρικές επιθέσεις, άρχισαν να υποχωρούν. Οι περισσότεροι πετούσαν τα όπλα τους και έτρεχαν να σωθούν, ενώ αρκετοί ποδοπατήθηκαν μέσα στη στενή κοιλάδα και πολύ περισσότεροι αιχμαλωτίστηκαν. Ο ίδιος ο Σαμουήλ, μαζί με τον γιο του και το επιτελείο του, πολέμησε μέχρι τέλους, κινδυνεύοντας να πέσει στα χέρια των Βυζαντινών. Η σωτηρία του οφειλόταν στην αποφασιστικότητα του γιου του, Γαβριήλ Ρωμανό, ο οποίος τον ανέβασε στο άλογό του και κατάφερε να τον απομακρύνει από το πεδίο της μάχης. Οι δύο τους αναζήτησαν καταφύγιο την τελευταία στιγμή στο φρούριο Πρίλαπο (σημερινό Πρίλεπ, στη Βόρεια Μακεδονία). 

Η μάχη στο Κλειδί που θα άνοιγε τον δρόμο για την οριστική κατάκτηση της Βουλγαρίας από το βυζαντινό κράτος είχε μόλις τελειώσει.Ένα πολύ μεγάλο μέρος του εχθρικού στρατού,περίπου 15.000 άνδρες αιχμαλωτίστηκε,ενώ σημαντικές ήταν οι απώλειες των Βυζαντινών 1.000 νεκροί και άλλοι τόσοι περίπου τραυματίες. 

 Συνεχίζεται...

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις