H MAXH στο ΒΑΛΤΕΤΣΙ

 Η Π Ρ Ω Τ Η  Μ Ε Γ Α Λ Η   Ν Ι Κ Η

12-13  Μαΐου 1821


Στις πρώτες ημέρες της Επανάστασης η κατάσταση στην Πελοπόννησο και ακόμη περισσότερο στη Ρούμελη, ήταν κρίσιμη και αβέβαιη. Οι επαναστάτες προσπαθούσαν να συντονίσουν τις ενέργειές τους, να δημιουργήσουν μια στοιχειώδη οργάνωση και να καθορίσουν τη στρατηγική που θα ακολουθούσαν. Οι περισσότεροι, εξοικειωμένοι κυρίως με τον κλεφτοπόλεμο,τις ενέδρες και τις αιφνιδιαστικές επιθέσεις, μπορούσαν να ανταποκριθούν μόνο σε αυτού του είδους την πολεμική τακτική.

γράφει ο Θάνος Δασκαλοθανάσης


Ο καθοριστικός Κολοκοτρώνης

Η ηγετική φυσιογνωμία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, με τα ιδιαίτερα στρατηγικά του χαρίσματα, χρειάστηκε χρόνο και μεγάλη προσπάθεια για να επιβληθεί και να πείσει τους υπόλοιπους οπλαρχηγούς για την αξία των σχεδίων του. Ο Γέρος του Μοριά,που είχε την στήριξη  του  σημαντικού πρόκριτου Κανέλλου Δεληγιάννη και του αρχηγού των Μανιατών Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη είχε από την αρχή συλλάβει το σχέδιο της πολιορκίας της Τριπολιτσάς, του σημαντικότερου διοικητικού και στρατιωτικού κέντρου των Οθωμανών στην Πελοπόννησο. Πίστευε ότι η κατάληψή της θα αποτελούσε το αποφασιστικό πλήγμα κατά της οθωμανικής κυριαρχίας στον Μοριά και θα εξασφάλιζε την επιτυχία της Επανάστασης στην περιοχή.

Στις πρώτες του κινήσεις ήταν η δημιουργία στρατοπέδων γύρω από την Τριπολιτσά. Τα στρατόπεδα αυτά θα αποτελούσαν τη βάση της πολιορκίας και θα δινόταν εκεί η ευκαιρία να υπάρξει μια συγκέντρωση και στοιχειώδης εκπαίδευση των ατάκτων και απείθαρχων Ελλήνων που δεν είχαν καμιά ανάλογη πολεμική εμπειρία.Η παρουσία   τους θα έσφιγγε προοδευτικά τον κλοιό γύρω από την πόλη και θα δημιουργούσε τις προϋποθέσεις για την άλωσή της.

Οι κινήσεις των Τούρκων 

Οι Οθωμανοί και συγκεκριμένα ο Χουρσίτ πασάς, απασχολημένος στα Ιωάννινα με την εξόντωση του Αλή πασά αλλά και με το κίνημα του Αλέξανδρου Υψηλάντη στη Μολδοβλαχία, θεωρούσαν ότι η περιφερειακή και περιορισμένης κλίμακας επανάσταση στη νότια Ελλάδα θα μπορούσε εύκολα να αντιμετωπιστεί.Για να ενισχύσει την αποδυναμωμένη οθωμανική παρουσία στον Μοριά,  διέταξε αρχικά τον Γιουσούφ πασά της Εύβοιας να κατευθυνθεί προς την Πάτρα. Για την ενίσχυση της Τριπολιτσάς έστειλε τον έμπιστό του Κεχαγιάμπεη (Μουσταφά Μπέη), επικεφαλής δύναμης περίπου 3.500 Αλβανών πολεμιστών.

Η δύναμη αυτή πέρασε από τη Στερεά Ελλάδα στην Πελοπόννησο και, μέσω της Κορίνθου, κατευθύνθηκε προς το εσωτερικό του Μοριά. Η προέλασή της προκάλεσε πανικό με πολλούς κατοίκους να εγκαταλείπουν τις εστίες τους και να καταφεύγουν  σε ορεινές περιοχές ή στα κοντινά νησιά. Αφού πέρασε από το Άργος και το Ναύπλιο, ο Κεχαγιάμπεης εισήλθε στην Τριπολιτσά στις 6 Μαΐου 1821.

Η άφιξή του αναπτέρωσε το ηθικό των Οθωμανών και ενίσχυσε σημαντικά τη φρουρά της πόλης. Ο ίδιος πίστευε ότι η παρουσία του θα αρκούσε για να κάμψει την αντίσταση των επαναστατών και να καταστείλει γρήγορα την εξέγερση, είτε με διαπραγματεύσεις και πολιτική  είτε με τη χρήση βίας.

Οι κινήσεις των Ελλήνων

Μέσα από επιτυχίες και αποτυχίες μικρής κλίμακας, τη δημιουργία στρατοπέδων αλλά και την πρώτη σημαντική νίκη στο Λεβίδι, ο Κολοκοτρώνης αντιλήφθηκε ότι η ισχυρή παρουσία του Κεχαγιάμπεη στην Τριπολιτσά προμήνυε μια μεγάλη σύγκρουση. Για τον λόγο αυτό διέταξε την ανακατάληψη του Βαλτετσίου, το οποίο οι επαναστάτες είχαν καταλάβει, αλλά στη συνέχεια εγκατέλειψαν.

Στις 10 Μαΐου οι Μανιάτες οπλαρχηγοί Κυριακούλης Μαυρομιχάλης και Ηλίας Μαυρομιχάλης προσέγγισαν την περιοχή και άρχισαν εντατικά έργα οχύρωσης. Στους λόφους γύρω από το χωριό κατασκευάστηκαν ταμπούρια με πέτρες και κορμούς δέντρων ενώ οχυρώθηκαν επίσης η εκκλησία και αρκετά σπίτια. Οι οπλαρχηγοί τοποθετήθηκαν σε καίριες θέσεις και οργανώθηκαν σκοπιές που επόπτευαν όλη την περιοχή.

Σε υψόμετρο περίπου 1.000 μέτρων στις νότιες υπώρειες του Μαινάλου, με τις χαράδρες και τα φυσικά εμπόδια που περιόριζαν τις κινήσεις του εχθρού, το Βαλτέτσι φαινόταν να έχει μόνο πλεονεκτήματα. Ο Κολοκοτρώνης θεωρούσε ότι η άμυνα είχε μεγάλες πιθανότητες επιτυχίας,παρακολουθούσε προσωπικά τις εργασίες, δίνοντας συνεχώς οδηγίες για την καλύτερη οργάνωση και οχύρωση των θέσεων.

  «Εκοιμόμουν εις το Βαλτέτσι, εγευμάτιζα εις την Πιάναν, εδείπνουν εις το Χρυσοβίτσι και επεριφερόμην εις τα τρία ορδία (στρατόπεδα)», θα γράψει χαρακτηριστικά στα απομνημονεύματά του.

Ήταν αναμενόμενο ότι η συγκρότηση ενός ισχυρού επαναστατικού κέντρου στο Βαλτέτσι,σε κομβική θέση κοντά στην Τρίπολη, θα προκαλούσε την αντίδραση του Κεχαγιάμπεη. Στόχος του ήταν να διαλύσει το ελληνικό στρατόπεδο και στη συνέχεια να κινηθεί προς τη Μεσσηνία και τη Λακωνία για να επαναφέρει στον  οθωμανικό έλεγχο περιοχές που είχαν ήδη απελευθερωθεί.



Η μάχη στο Βαλτέτσι

Το σχέδιο του Κεχαγιάμπεη ήταν καλά μελετημένο και οργανωμένο. Πριν φωτίσει ο ήλιος, το βασικό οθωμανικό σώμα έπληξε το Βαλτέτσι με 3.000 πεζούς. Άλλα τρία μικρότερα σώματα περικύκλωσαν την περιοχή για να αποκλείσουν τη δυνατότητα ενισχύσεων.Την επιχείρηση ακολουθούσε και τουρκικό ιππικό, καθώς και ένα πέμπτο σώμα με κανόνια και πολεμοφόδια.

Άμεσα οι σκοποί από τα παρατηρητήρια ακόμα και με τη χρήση σημάτων καπνού ειδοποίησαν για την τουρκική επίθεση.Στο ίδιο το χωριό και στους λόφους γύρω από αυτό, οι αγωνιστές, γαντζωμένοι στα βράχια και κρυμμένοι στα ταμπούρια, ήταν έτοιμοι να αντισταθούν και να αποκρούσουν την οθωμανική προέλαση. Ο Κολοκοτρώνης έλαβε το σήμα και έδωσε οδηγίες στον Πλαπούτα να ξεκινήσει με τους άνδρες του, ενώ και ο ίδιος με το δικό του σώμα του έφτασε στη βόρεια πλευρά του Βαλτετσίου. Οι δύο αυτές συγχρονισμένες κινήσεις προκάλεσαν αντιπερισπασμό στους εχθρούς. Την ίδια ώρα, άλλο σώμα υπό τον Νικηταρά θα εμπλεκόταν στη μάχη.

Η πρώτη προώθηση των Οθωμανών τούς έφερε σε απόσταση βολής από τις θέσεις των Ελλήνων. Οι οδηγίες των Μαυρομιχαλαίων ήταν να παραμείνουν όλοι στις θέσεις τους και να μη μετακινηθεί κανείς.Χωρίς να ανοίξει πυρ καμία από τις δύο πλευρές, σύμφωνα με τις μαρτυρίες της μάχης, με πρωτοβουλία των Οθωμανών άρχισαν διαπραγματεύσεις και στιχομυθίες με σκοπό την παράδοση των Ελλήνων και την αποφυγή της σύγκρουσης. Οι στιχομυθίες αυτές συνηθίζονταν μεταξύ των εμπλεκομένων ιδιαίτερα Ελλήνων και Αλβανών που είχαν συνυπάρξει σε αυλές πασάδων και αρματολίκια. Περιλάμβαναν επικλήσεις, υποσχέσεις για αμνηστεία και δώρα, αναφορές σε παλιές φιλίες, αλλά σχεδόν πάντοτε κατέληγαν σε ύβρεις και προπηλακισμούς λίγο πριν πέσει η πρώτη τουφεκιά.

Η προσπάθεια των Τούρκων να ανέβουν σε έναν λόφο και να υψώσουν το μπαϊράκι τους είναι αυτή που θα προκαλέσει  την έκρηξη της μάχης. 

Η μάχη των ταμπουριών

Τα ταμπούρια ήταν πρόχειρα οχυρώματα κατασκευασμένα από πέτρες, χώμα και κορμούς δέντρων. Συνήθως είχαν ύψος από το στήθος μέχρι το κεφάλι ενός άνδρα, ώστε να παρέχουν σχετική προστασία. Πίσω από αυτά βρίσκονταν λίγοι άνδρες, οι οποίοι συνήθως κατάγονταν από την ίδια περιοχή και ακολουθούσαν τον ίδιο καπετάνιο.

Η στόχευση μέσα από το ταμπούρι έδινε σημαντικό πλεονέκτημα στους αμυνόμενους. Δεν πυροβολούσαν όλοι μαζί. Όταν κάποιοι έριχναν, οι υπόλοιποι γέμιζαν τα όπλα τους, μια διαδικασία που απαιτούσε αρκετό χρόνο. Ο αρχηγός περνούσε από ταμπούρι σε ταμπούρι για να δώσει οδηγίες και να εμψυχώσει τους αγωνιστές.

Όταν οι επιτιθέμενοι έφταναν πολύ κοντά, η μάχη γινόταν ακόμη πιο άγρια. Πέτρες, βόλια, πιστόλες και γιαταγάνια χρησιμοποιούνταν σε πολύ μικρές αποστάσεις. Αν οι Οθωμανοί κατάφερναν να πατήσουν πάνω στο ταμπούρι, η σύγκρουση μπορούσε να εξελιχθεί σε μάχη σώμα με σώμα.

Στο Βαλτέτσι όταν οι Οθωμανοί ξεκίνησαν το γιουρούσι, οι Έλληνες δεν πυροβόλησαν αμέσως. Περίμεναν να πλησιάσει ο εχθρός όσο το δυνατόν περισσότερο ώστε οι βολές τους να είναι αποτελεσματικές. Καθώς οι Τούρκοι ανέβαιναν τις πλαγιές εκτεθειμένοι,οι αμυνόμενοι εμφανίζονταν για λίγα δευτερόλεπτα πάνω από το ταμπούρι, πυροβολούσαν και αμέσως κρύβονταν ξανά πίσω από τις πέτρες.Τα γιουρούσια των Οθωμανών ήταν συνεχόμενα και ορμητικά. Η τοποθεσία όμως και η μορφολογία του εδάφους έδιναν σημαντικό πλεονέκτημα στους Έλληνες.

Κάθε ταμπούρι αποτελούσε μια αυτόνομη μονάδα, όπου η αναμέτρηση διεξαγόταν με διαφορετικό τρόπο. Οι Οθωμανοί, κινούμενοι ακάλυπτοι, γίνονταν εύκολος στόχος για τους διασκορπισμένους και καλά προφυλαγμένους Έλληνες αγωνιστές. Σε άλλα σημεία, όταν οι επιτιθέμενοι πλησίαζαν περισσότερο, σημειώνονταν συμπλοκές σε πολύ μικρή απόσταση. Σε κάθε περίπτωση, η ύπαρξη πολλών και διαφορετικών εστιών αντίστασης μπέρδευε και κατακερμάτιζε την οθωμανική επιθετικότητα, δυσκολεύοντας τον συντονισμό και την αποτελεσματικότητα των επιθέσεών τους.

Καίριο ρόλο έπαιξε ο χειρισμός όλης της μάχης από τον Κολοκοτρώνη. Πέρα από τον αεικίνητο τρόπο με τον οποίο συντόνιζε και διοικούσε τις ελληνικές δυνάμεις, πολύ χαρακτηριστική ήταν η ικανότητά του να εμπνέει και να ενισχύει την ψυχολογία των Ελλήνων. Ο Γέρος του Μοριά γνώριζε καλύτερα από τον καθένα τόσο τα θετικά όσο και τα αρνητικά στοιχεία του αμάθητου σε κανονική μάχη Έλληνα αγωνιστή.



Η εξέλιξη της μάχης

Ο καβαλάρης που έστειλε ο Κολοκοτρώνης να καλπάσει στη  με μια μεγάλη σημαία, ώστε να γίνει ορατός από τους εχθρούς, ήταν το προμήνυμα των ενισχύσεων που δεν θα αργούσαν να φτάσουν. Πρώτα ο Κολοκοτρώνης με τους άνδρες του κινήθηκε στα νώτα του εχθρού, ενώ αμέσως μετά εμφανίστηκε και το σώμα του Πλαπούτα.


Η ισορροπία της μάχης φαινόταν να αλλάζει. Ο Κεχαγιάμπεης, αντιλαμβανόμενος τη δύσκολη θέση του βασικού σώματος, διέταξε να κινηθεί εναντίον των ελληνικών ενισχύσεων και το περιφερειακό σώμα που μέχρι τότε παρέμενε σε εφεδρεία. Παράλληλα, οι Τούρκοι προσπάθησαν να χρησιμοποιήσουν τα κανόνια τους εναντίον των ελληνικών οχυρωμάτων. Η χρήση τους και η στόχευση, όμως, λόγω της μορφολογίας του εδάφους, ήταν δύσκολη και τα αποτελέσματα αμφίβολα.

Η μέρα τελείωνε... Η μάχη συνεχιζόταν...Ο Κολοκοτρώνης ανέβηκε σε μια ράχη, η οποία ακόμη και σήμερα είναι γνωστή ως «Βουνό του Κολοκοτρώνη», και απευθυνόμενος προς τον θρυλικό Μητροπέτροβα για να τον ακούσουν οι αγωνιστές και να ψυχωθούν φώναξε:

«Μπαρμπα-Μήτρο, έρχεται ο Κολοκοτρώνης με τον Πετρόμπεη και τους Μανιάτες του!»

Η νύχτα είχε ως αποτέλεσμα να καταλαγιάσει η ένταση της μάχης. Σποραδικά πυρά και συμπλοκές περιορισμένης έκτασης συνεχίζονταν σε διάφορα σημεία. Η κούραση, η πίεση, η αγωνία για το τι επρόκειτο να συμβεί την επόμενη ημέρα και η γενικότερη αβεβαιότητα διακατείχαν τους πάντες.Οι Έλληνες έλπιζαν ότι οι Τούρκοι μετά την αδυναμία τους να σπάσουν την άμυνα θα υποχωρούσαν επιστρέφοντας στην Τρίπολη,οι Οθωμανοί πίστευαν ότι η κούραση θα κατέβαλε τους Έλληνες  

Οι άνδρες προσπαθούσαν να ξεκουραστούν για λίγο, χωρίς όμως να εγκαταλείπουν την επιφυλακή τους, καθώς υπήρχε πάντοτε το ενδεχόμενο μιας αιφνιδιαστικής νυχτερινής επίθεσης.

Η άφιξη νέων ενισχύσεων μέσα στη νύχτα για την ελληνική πλευρά, με τους Γιατράκο, Π. Βαρβιτσιώτη και Αντ. Μαυρομιχάλη, θα αποδειχθεί πολύτιμη. Το πρωί η μάχη θα ξαναρχίσει. Οι Οθωμανοί επιχειρούν και πάλι να χρησιμοποιήσουν κανόνια. Σιγά σιγά όμως όλα τα γιουρούσια τους θα ατονήσουν, τα κανόνια θα σιγήσουν και το ιππικό που διέθεταν δεν μπορούσε να κάνει τίποτα στα κακοτράχαλα βουνά.Βλέποντας ο Κεχαγιάμπεης ότι το βασικό σώμα του κινδύνευε να κυκλωθεί, διατάζει υποχώρηση. Σε αυτό συνέβαλε και η νέα βοήθεια που ερχόταν με τον Νικηταρά από το Άργος.

Την υποχώρηση του εχθρού κατάλαβε αμέσως ο Κολοκοτρώνης από τα σήματα καπνού που αντάλλαξαν ο Κεχαγιάμπεης με τον αρχηγό του εγκλωβισμένου σώματος, Ρούμπη. Οι Έλληνες βγήκαν από τα ταμπούρια και άρχισαν να καταδιώκουν τους εχθρούς που υποχωρούσαν άτακτα. Στη διάρκεια της καταδίωξης πολλοί αναλώθηκαν στη λαφυραγώγηση όπλων και εφοδίων. Ήταν μια κίνηση ανάγκης, περισσότερο τη δεδομένη στιγμή, μετά από την ολοήμερη μάχη αλλά και λόγω του πενιχρού εξοπλισμού τους.

Η καταδίωξη των Οθωμανών συνεχίστηκε πιο οργανωμένα από το σώμα του Πλαπούτα. Περίπου 400 νεκροί και άλλοι τόσοι τραυματίες ήταν οι απώλειες των Οθωμανών στο Βαλτέτσι. Για τους Έλληνες οι απώλειες ανήλθαν περίπου στους 100 άνδρες, γεγονός που αποτυπώνει την έκταση και τη σφοδρότητα της μάχης.

Η πρώτη πραγματικά μεγάλη νίκη 

Η ελληνική νίκη ήταν σημαντική για πολλούς λόγους. Για πρώτη φορά ένας οθωμανικός στρατός υποχωρούσε από το πεδίο της μάχης, με στρατιώτες να εγκαταλείπουν άτακτα τις θέσεις τους, αφήνοντας πίσω όπλα,σημαίες  και εφόδια. Οι Έλληνες, χωρίς στρατιωτική εκπαίδευση και εμπειρία, συχνά απείθαρχοι και σε μεγάλο βαθμό ανοργάνωτοι ακόμη, που πολλές φορές λιποτακτούσαν από τα πρόχειρα στρατόπεδα που είχε δημιουργήσει ο Κολοκοτρώνης, είδαν με τα μάτια τους τον εχθρό να υποχωρεί. Η αδυναμία των Οθωμανών να σπάσουν την ελληνική άμυνα και να διαβούν προς τη νότια Πελοπόννησο τους έκανε να καταλάβουν ότι η Ελληνική Επανάσταση δεν θα ήταν μια εύκολη, τοπική υπόθεση, αλλά ένας αγώνας με πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας.

   Ο τρόπος με τον οποίο ήρθε η νίκη έδειχνε τον δρόμο που έπρεπε να ακολουθήσουν οι Έλληνες στη δύσκολη συνέχεια του Αγώνα. Άψογος συντονισμός, συνεργασία των τμημάτων, αλληλοκάλυψη, υπομονή και ανθεκτικότητα, πειθαρχημένη εφαρμογή των οδηγιών των αρχηγών και άριστη εκμετάλλευση του εδάφους ήταν τα στοιχεία που οδήγησαν στην επιτυχία.«Το Βαλτέτσι απέδειξε ότι οι επαναστάτες μπορούσαν, υπό προϋποθέσεις, να αντιμετωπίσουν έναν πολυάριθμο και καλύτερα οργανωμένο αντίπαλο.

Αφού οι αγωνιστές άντεξαν στο Βαλτέτσι, μπορούσαν πλέον να οργανώσουν καλύτερα τα στρατόπεδά τους γύρω από την Τριπολιτσά. Θα ακολουθήσουν δύο νέες ελληνικές επιτυχίες, στα Δολιανά και στα Βέρβαινα, όπου θα αποκρουστούν οι προσπάθειες των Οθωμανών να ανοίξουν δρόμο προς τον νότο. Τώρα πια, απερίσπαστος, ο Γέρος του Μοριά μπορούσε να οργανώσει ακόμη καλύτερα την πολιορκία της Τριπολιτσάς. Η επιτυχία του σχεδίου του θα οδηγούσε στην άλωση της πόλης και ουσιαστικά θα εξασφάλιζε την απελευθέρωση του μεγαλύτερου μέρους της Πελοποννήσου.



Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις