Η Μ Α Χ Η της Κ Ο Ν Ι Τ Σ Α Σ: Η πρώτη μεγάλη νίκη του Εθνικού Στρατού
Η πρώτη μεγάλη μάχη σχετικά συμβατικού τύπου ανάμεσα στις δύο αντίπαλες παρατάξεις του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου, τον Εθνικό Στρατό και τον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας (ΔΣΕ), διεξήχθη στην Ήπειρο και συγκεκριμένα στην περιοχή της Κόνιτσας, στα τέλη του 1947. Στόχος των ανταρτών ήταν η κατάληψη της πόλης, ώστε να εγκατασταθεί εκεί η Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση και να αποκτήσει ο ΔΣΕ ένα σταθερό πολιτικό και στρατιωτικό κέντρο μέσα στον ελληνικό χώρο. Η μάχη της Κόνιτσας αποτέλεσε κομβικό σημείο του Εμφυλίου Πολέμου, καθώς σηματοδότησε τη μετάβαση του ΔΣΕ από τον ανταρτοπόλεμο σε επιχειρήσεις μεγαλύτερης κλίμακας και περισσότερο συμβατικού χαρακτήρα.
Η μάχη της Κόνιτσας 25 Δεκεμβρίου 1947
Η πρώτη μεγάλη σύγκρουση ανάμεσα στις δύο παρατάξεις επρόκειτο να διεξαχθεί στην Κόνιτσα, στα ορεινά της Ηπείρου. Η μικρή αυτή επαρχιακή πόλη βρισκόταν σε ιδιαίτερα δυσπρόσιτη και απομονωμένη περιοχή, μακριά από σημεία όπου υπήρχαν ισχυρές κυβερνητικές δυνάμεις. Η θέση της, κοντά στα ελληνοαλβανικά σύνορα και στον ορεινό όγκο του Γράμμου, όπου δρούσαν ισχυρές δυνάμεις του Δημοκρατικού Στρατού, της έδινε μεγάλη στρατηγική σημασία.Πολύ κοντά ήταν τα σύνορα με την Αλβανία,από όπου μπορούσε να υπάρχει επικοινωνία, ανεφοδιασμός αλλά και ασφαλής υποχώρηση των ανταρτικών δυνάμεων.
Η στρατηγική του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ) ήταν να καταλάβει οπωσδήποτε μια περιοχή ελληνικού εδάφους, ώστε να εγκατασταθεί εκεί η "Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση" και να αποκτήσει ένα σταθερό πολιτικό και στρατιωτικό κέντρο.Επιθέσεις και συγκρούσεις θα συνεχίζονταν σε άλλα μέτωπα, με στόχο τη φθορά των κυβερνητικών δυνάμεων. Στο πλαίσιο αυτό, ο Νίκος Ζαχαριάδης είχε αποφασίσει την εγκατάλειψη της μέχρι τότε τακτικής του ανταρτοπολέμου και τη σταδιακή μετατροπή του Δημοκρατικού Στρατού σε συμβατικό στρατό, ικανό να διεξάγει και να κερδίζει μεγάλες μάχες.
Η πραγματικότητα ήταν ότι και οι δύο αντίπαλοι είχαν προβλήματα. Ο Εθνικός Στρατός ήταν ένας μεγάλος αλλά βαρύς και δυσκίνητος στρατός, ο οποίος βρισκόταν ακόμη σε φάση αναδιοργάνωσης. Η εκπαίδευση πολλών μονάδων ήταν ελλιπής, ενώ το ηθικό και η μαχητική τους ικανότητα διέφερε από μονάδα σε μονάδα. Αντίθετα, ο Δημοκρατικός Στρατός διέθετε μικρότερες, ευέλικτες και ιδιαίτερα κινητικές δυνάμεις, με σημαντική εμπειρία στον ανταρτοπόλεμο και άριστη γνώση του ορεινού εδάφους.Ο χρόνος όμως δεν ήταν με το μέρος των ανταρτών. Η ηγεσία τους επιδίωκε να πετύχει γρήγορες και εντυπωσιακές νίκες πριν ο Εθνικός Στρατός ολοκληρώσει την αναδιοργάνωσή του, ενισχυθεί με νέο προσωπικό και εξοπλισμό και αξιοποιήσει την αυξανόμενη αμερικανική στρατιωτική βοήθεια.
Η μικρή Κόνιτσα, με πληθυσμό περίπου 3.000 κατοίκους, επρόκειτο να μετατραπεί στο θέατρο της μεγαλύτερης μέχρι τότε σύγκρουσης ανάμεσα στις δύο αντιμαχόμενες παρατάξεις. Χτισμένη αμφιθεατρικά στις πλαγιές βουνού, διέθετε ισχυρή φυσική οχύρωση. Στα βόρεια και ανατολικά περιβαλλόταν από απόκρημνα βουνά, βράχια και δύσβατες χαράδρες που οδηγούσαν προς τα ελληνοαλβανικά σύνορα. Στα δυτικά κυλούσε ο Αώος ποταμός, ο οποίος αφού διέσχιζε την περιοχή περνούσε στην Αλβανία και κατέληγε στην Αδριατική Θάλασσα. Η ευκολότερη πρόσβαση προς την πόλη γινόταν από τον νότο και νοτιοδυτικά, μέσω της κοιλάδας του Αώου και του οδικού άξονα που συνέδεε την Κόνιτσα με τα Ιωάννινα. Από αυτό το σημείο θα εκδηλωθεί η επίθεση με στόχο τον αιφνιδιασμό και την κατάληψη της πόλης.
Την άμυνα της Κόνιτσας είχε αναλάβει η 75η Ταξιαρχία της VIII Μεραρχίας Πεζικού, υπό τον συνταγματάρχη Κωνσταντίνο Δόβα. Ο βασικός κορμός της φρουράς αποτελούνταν από τα 582ο και 584ο Τάγματα Πεζικού, ενισχυμένα από τμήματα Χωροφυλακής, ΜΑΥ, Πυροβολικού.Από την άλλη πλευρά, ο Δημοκρατικός Στρατός είχε καταστρώσει ένα φιλόδοξο σχέδιο για την κατάληψη της Κόνιτσας. Τη γενική διεύθυνση της επιχείρησης είχε ο αρχηγός του Δημοκρατικού Στρατού, Μάρκος Βαφειάδης. Σύμφωνα με το σχέδιο που είχε καταρτιστεί, η 16η Ταξιαρχία, υπό τον καπετάνιο Δημήτριο Ζυγούρα (Παλαιολόγο), παρά τη σχετικά περιορισμένη δύναμή της, θα καταλάμβανε τη γέφυρα του Μπουραζανίου, κρίσιμη για την ασφάλεια της Κόνιτσας, καθώς αποτελούσε βασική οδό επικοινωνίας με τις γύρω περιοχές. Η 2η Ταξιαρχία θα αναλάμβανε να αποκρούσει τυχόν επιθέσεις δυνάμεων του Εθνικού Στρατού που θα έσπευδαν από το Καλπάκι, ενώ η επίλεκτη 32η Ταξιαρχία του Γεώργιου Σοφιανού θα εξαπέλυε την κύρια επίθεση εναντίον της πόλης.
Από αυτές τις θέσεις θα εκδηλωνόταν η σφοδρή επίθεση σε μια ιδιαίτερα συμβολική ημέρα, τα ξημερώματα των Χριστουγέννων, στις 25 Δεκεμβρίου 1947. Πιθανότατα, στους σχεδιασμούς των εμπνευστών της επιχείρησης υπολογιζόταν και ο παράγοντας του αιφνιδιασμού, λόγω του εορταστικού χαρακτήρα της ημέρας. Η αρχική δύναμη των ανταρτών που εκδήλωσε την επίθεση αριθμούσε περίπου 2.000 άνδρες, οι οποίοι, εφοδιασμένοι με ορειβατικά πυροβόλα και όλμους, περικύκλωσαν την περιοχή και εξουδετέρωσαν τα απομακρυσμένα φυλάκια. Την άμυνα της πόλης είχαν αναλάβει περίπου 1.300 άνδρες του Εθνικού Στρατού. Οι αντάρτες κατάφεραν να φθάσουν απαρατήρητοι σε απόσταση περίπου 300 μέτρων από τα πρώτα σπίτια. Μόλις όμως έγιναν αντιληπτοί, δέχθηκαν πυρά από τις αμυντικές θέσεις και τα κτίρια της πόλης. Η μάχη μόλις είχε αρχίσει.
Μετά την αποτυχία του αιφνιδιασμού ακολούθησε η μεγάλη επίθεση, με τη χρήση μεγάλου αριθμού όλμων και πυροβόλων εναντίον των αμυντικών θέσεων και υψωμάτων γύρω από την Κόνιτσας. Τα πράγματα από την αρχή εξελίσσονταν καλά για τους αντάρτες, οι οποίοι είχαν στοχοποιήσει τα κομβικά υψώματα γύρω από την Κόνιτσα. Η σημαντική γέφυρα του Μπουραζανίου έπεσε σύντομα και εύκολα στα χέρια των επιτιθέμενων, με αποτέλεσμα να αποκλειστεί η πόλη από το βασικό σημείο πρόσβασης προς αυτήν.
Η κατάληψη υψωμάτων, η αφόρητη πίεση και η υποχώρηση δυνάμεων του Εθνικού Στρατού ήταν γεγονός κατά τις πρώτες ώρες της μάχης. Στις συγκρούσεις τραυματίστηκε ο επικεφαλής των κυβερνητικών δυνάμεων, συνταγματάρχης Δόβας, και αντικαταστάθηκε από τον ταγματάρχη Πάλαντα. Γύρω στο μεσημέρι, ο Εθνικός Στρατός κατάφερε να ισορροπήσει την κατάσταση και να αποκαταστήσει το μέτωπο στο σύνολό του.
Μόλις έπεσε η νύχτα, εκδηλώθηκαν σφοδρές νυχτερινές επιθέσεις, οι οποίες όμως αποκρούστηκαν.
Η επόμενη μέρα θα αποδεικνυόταν ακόμη πιο δύσκολη για την Κόνιτσα. Ενισχυμένες οι δυνάμεις των ανταρτών εξαπέλυσαν νέες επιθέσεις. Έγιναν εφόδοι, μάχες για την κατάληψη των υψωμάτων, συνεχείς επιθέσεις με όλμους και πυροβόλα, προσπάθειες ακόμα και για εισβολή.Ο κλοιός είχε σφίξει γύρω από την πόλη, η κατάσταση ήταν ιδιαίτερα κρίσιμη.
Την 27η Δεκεμβρίου, πέρα από τις μάχες για την κατάληψη των υψωμάτων, έγιναν νέες επιθέσεις και εναντίον της ίδιας της πόλης, με θύματα και τον άμαχο πληθυσμό. Τμήματα των ανταρτών κατάφεραν να διεισδύσουν σε συνοικίες και να καταλάβουν ορισμένα σπίτια. Οι κυβερνητικές δυνάμεις, εκμεταλλευόμενες την ευκαιρία, χρησιμοποίησαν αντιαρματικά όπλα τύπου PIAT για να κατεδαφίσουν τα κτίρια που είχαν καταλάβει οι άνδρες του Δημοκρατικού Στρατού. Αρκετοί από αυτούς δεν πρόλαβαν να αποχωρήσουν και βρήκαν τον θάνατο κάτω από τα ερείπια.Οι κάτοικοι βοηθούσαν με κάθε δυνατό τρόπο τις κυβερνητικές δυνάμεις, ενώ ολόκληρη η Ελλάδα παρακολουθούσε με αγωνία, μέσα από τα μέσα ενημέρωσης της εποχής, τις εξελίξεις της μάχης.
Η 28η Δεκεμβρίου θα αποδεικνυόταν καθοριστική. Η πολιορκία συνεχιζόταν και το πλεονέκτημα φαινόταν να το έχουν οι αντάρτες. Η ταξιαρχία του Εθνικού Στρατού συγκρότησε δύο τάγματα εφόδου με στόχο την άμεση ανακατάληψη σημείων της πόλης που ελέγχονταν από τους αντάρτες. Ακολούθησαν άγριες μάχες στους δρόμους και στα σπίτια. Κάθε κτίριο εκκαθαριζόταν με χειροβομβίδες και ριπές. Μάχες σώμα με σώμα, ακόμη και με μαχαίρια και πέτρες, όταν εξαντλούνταν τα πυρομαχικά, συνέθεταν το σκηνικό των συγκρούσεων.
Την ίδια στιγμή αντάρτες κατέλαβαν το Μαυροβούνι, στην είσοδο της πόλης, απειλώντας άμεσα την άμυνα της Κόνιτσας. Παράλληλα, σφοδρές μάχες διεξάγονταν και στην περιοχή του Καλπακίου, όπου οι κυβερνητικές δυνάμεις προσπαθούσαν να αποστείλουν ενισχύσεις στην πολιορκημένη πόλη.
Από την επόμενη ημέρα, στις 29 Δεκεμβρίου, θα άρχιζε η αντίστροφη μέτρηση για τους επιτιθέμενους. Η 75η Ταξιαρχία είχε αποκαταστήσει το μέτωπό της, ενώ σημαντική ήταν και η συμβολή της Πολεμικής Αεροπορίας, η οποία βομβάρδιζε θέσεις των ανταρτών. Η ημέρα κύλησε σχετικά ήρεμα, με μόνο σποραδικά πυρά να ακούγονται.
Σημαντικό στοιχείο ήταν ότι η φρουρά της πόλης είχε αντέξει.Στις 30 Δεκεμβρίου, θα άρχιζε η αποστολή ισχυρών κυβερνητικών ενισχύσεων.Θα φτάσουν έφεδροι αξιωματικοί από την Κέρκυρα, αλλά πιο σημαντική θα είναι η άφιξη των Καταδρομέων από τον Βόλο, με τέσσερις λόχους.
Τα πρώτα αποτελέσματα θα φανούν άμεσα. Στον τομέα της 76ης Ταξιαρχίας θα γίνει η ανακατάληψη του Μαυροβουνίου, ενώ λίγο αργότερα η 43η Ταξιαρχία θα καταλάβει τη Γκραμπάλα. Οι Καταδρομείς αναλαμβάνουν δράση και, κατά τη διάρκεια της νύχτας, κινούνται στα νώτα των ανταρτών, έτοιμοι να διαρρήξουν τις θέσεις τους.Η εμφάνιση τους στα νώτα των ανταρτών προκάλεσε σημαντική αναστάτωση και επιτάχυνε την ανατροπή της κατάστασης υπέρ του Εθνικού Στρατού.
Η 30ή Δεκεμβρίου άρχισε με σφοδρή επίθεση των ανταρτών για την κατάληψη του σημαντικού υψώματος του Προφήτη Ηλία. Η μάχη κράτησε πολλές ώρες και εξελίχθηκε σε ιδιαίτερα σκληρές συγκρούσεις.Νοτιότερα συνεχίζονταν οι προσπάθειες των κυβερνητικών ενισχύσεων, που είχαν φτάσει στην περιοχή, να σπάσουν τον κλοιό της πολιορκίας.
Ο Μάρκος Βαφειάδης αποφάσισε να εκδηλωθεί η τελική ολομέτωπη επίθεση κατά της Κόνιτσας τα ξημερώματα της 31ης Δεκεμβρίου 1947. Παρά τις αρχικές επιτυχίες του Δημοκρατικού Στρατού, η κατάσταση άρχισε να μεταβάλλεται υπέρ των κυβερνητικών δυνάμεων. Καθοριστική αποδείχθηκε η είσοδος στην Κόνιτσα του 527 Τάγματος Ορεινών, μιας διλοχίας υπό τον ταγματάρχη Γεώργιο Λυγεράκη, παλαιό καπετάνιο του ΕΔΕΣ, καθώς και τμημάτων χωροφυλακής, που αποτελούνταν σε σημαντικό βαθμό από πρώην αντάρτες του ΕΔΕΣ. Οι δυνάμεις αυτές κατόρθωσαν να διασχίσουν τον Βοϊδομάτη από τη γέφυρα Ρομπόκη, υπερνικώντας τις δυνάμεις του Δημοκρατικού Στρατού που είχαν αναπτυχθεί στην περιοχή.
Ο κλοιός είχε πλέον σπάσει. Λίγο αργότερα, ύστερα από νέα καταδρομική επιχείρηση, οι ΛΟΚ, αφού κατέλαβαν την κορυφή Βίγλα, εισήλθαν στην πόλη. Οι ισορροπίες δυνάμεων είχαν πλέον αλλάξει αποφασιστικά. Η πρωτοβουλία των κινήσεων είχε περάσει στον Εθνικό Στρατό και η έκβαση της μάχης άρχισε να διαγράφεται όλο και πιο ξεκάθαρα.
Προς το απόγευμα της 31ης Δεκεμβρίου, η 43η Ταξιαρχία ενεργούσε στην περιοχή νοτίως του Μπουραζανίου. Η γέφυρα είχε καταστραφεί από τους αντάρτες και η επισκευή της ήταν αδύνατη, καθώς δεχόταν σφοδρά πυρά από τα απέναντι υψώματα. Παρά τις δυσκολίες, οι κυβερνητικές δυνάμεις συνέχισαν τις προσπάθειές τους να διευρύνουν το ρήγμα στον κλοιό της πολιορκίας και να ενισχύσουν ακόμη περισσότερο την άμυνα της Κόνιτσας.
Η άφιξη των κυβερνητικών ενισχύσεων και το σπασιμο του πολιορκητικού κλοιού στις 31 Δεκεμβρίου και 1η Ιανουαρίου είχε ουσιαστικά σημάνει την αρχή του τέλους της πολιορκίας. Οι διοικήσεις της 75ης και της 43ης Ταξιαρχίας σχεδίασαν την κατάληψη του υψώματος Λυκόμορο, το οποίο βρισκόταν κοντά στα ελληνοαλβανικά σύνορα και αποτελούσε ισχυρό προπύργιο των ανταρτών. Ενώ οι προετοιμασίες αυτές βρίσκονταν σε εξέλιξη, έφτασε στην Κόνιτσα και η πρώτη μεγάλη εφοδιοπομπή με τρόφιμα, φάρμακα και πυρομαχικά, η οποία, για λόγους ασφαλείας, χρησιμοποίησε τον ημιονικό δρόμο και όχι τη διαδρομή μέσω Μπουραζανίου.
Η επίθεση στο Λυκόμορο ανατέθηκε στους Λόχους Ορεινών Καταδρομών. Επρόκειτο για μια τολμηρή νυχτερινή επιχείρηση. Οι καταδρομείς, κινούμενοι μέσα στη νύχτα σε φάλαγγα, ο ένας πίσω από τον άλλον, σαν σκιές, άρχισαν την πορεία τους. Διείσδυσαν αθέατοι μέσα από τις γραμμές των ανταρτών και πέρασαν σε μικρή απόσταση από τα φυλάκιά τους. Σε ορισμένα σημεία χωρίστηκαν, για να συναντηθούν ξανά στη γραμμή εξόρμησης. Πριν ακόμη ξημερώσει, είχαν καταλάβει το ύψωμα, εκδιώκοντας τους αντάρτες.
Ακολούθησε μια ολόκληρη ημέρα λυσσαλέων συγκρούσεων ανάμεσα στις δύο πλευρές. Παρά τις συνεχείς αντεπιθέσεις των ανταρτών, οι Καταδρομείς άντεξαν και διατήρησαν τις θέσεις τους. Η κατάληψη του Λυκόμορου αποτέλεσε ένα ακόμη σοβαρό πλήγμα για τον Δημοκρατικό Στρατό και επιτάχυνε την οριστική λύση της πολιορκίας της Κόνιτσας.
Στις 5 Ιανουαρίου οι κυβερνητικές δυνάμεις είχαν πλέον θέσει υπό πλήρη έλεγχο την περιοχή και ξεκίνησαν τις εργασίες για την αποκατάσταση της γέφυρας του Μπουραζανίου. Άνδρες του Μηχανικού κατόρθωσαν να την επισκευάσουν προσωρινά και από εκεί πέρασε πρώτη η βασίλισσα Φρειδερίκη, προκειμένου να επισκεφθεί την Κόνιτσα. Η επίσκεψη αυτή είχε προφανώς ως στόχο όχι μόνο την τόνωση του ηθικού των κατοίκων και των στρατιωτών της περιοχής, αλλά και την αποστολή ενός ισχυρού πολιτικού μηνύματος προς ολόκληρη τη χώρα.
Οι απώλειες των δύο αντιπάλων υπήρξαν σημαντικές. Ο Εθνικός Στρατός είχε περίπου 100 νεκρούς και περισσότερους από 400 τραυματίες. Από την άλλη πλευρά, οι καταγεγραμμένοι νεκροί του Δημοκρατικού Στρατού ανέρχονταν σε περίπου 240, αν και είναι πιθανό ο πραγματικός αριθμός να ήταν μεγαλύτερος.
Η πρώτη αυτή μεγάλη μάχη του Ελληνικού Εμφυλίου είχε πλέον λήξει. Οι δυνάμεις του Δημοκρατικού Στρατού, μετά την αποτυχία τους να καταλάβουν την πόλη, αναδιπλώθηκαν προς τον Γράμμο. Τα σχέδια της ηγεσίας τους για την κατάληψη ενός ζωτικού εδαφικού χώρου και για τη μετάβαση από τον ανταρτοπόλεμο σε επιχειρήσεις συμβατικού χαρακτήρα είχαν αποτύχει. Ακόμη σημαντικότερο ήταν ότι, εξαιτίας της αποτυχίας αυτής, η Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση δεν κατόρθωσε να αποκτήσει τη διεθνή αναγνώριση που προσδοκούσε από τις κομμουνιστικές χώρες.
Για το κυβερνητικό στρατόπεδο, η έγκαιρη κινητοποίηση και η συγκέντρωση ισχυρών δυνάμεων αποδείχθηκαν καθοριστικές. Η επιτυχής άμυνα και η αντεπίθεση ανέδειξαν τόσο τις δυνατότητες όσο και τις αδυναμίες του Εθνικού Στρατού.
Το 1948 είχε πλέον αρχίσει. Θα ήταν μια χρονιά κατά την οποία η αντιπαράθεση και οι συγκρούσεις, όπως εκείνη της Κόνιτσας, όχι μόνο θα συνεχίζονταν, αλλά θα γενικεύονταν με επίκεντρα τον Γράμμο και το Βίτσι.
.png)




Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου