Λάμπρος Κορομηλάς: Διπλωμάτης, πολιτικός, Μακεδονομάχος,α΄μέρος

 

O αφανής Ήρωας του Μακεδονικού Αγώνα 

 

Ένας ευπατρίδης της πολιτικής, ακούραστος, αποτελεσματικός και ακλόνητος, που συνήθως δρούσε μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας που αφιέρωσε τη ζωή του στην υπεράσπιση του ελληνισμού της Μακεδονίας. Στο πρόσωπό του η Μακεδονία βρήκε έναν άνθρωπο που οργάνωσε, στήριξε και καθοδήγησε με αποφασιστικότητα, διορατικότητα και διπλωματική δεξιοτεχνία τον Μακεδονικό Αγώνα. Από τη θέση του Έλληνα προξένου στη Θεσσαλονίκη συνέβαλε καθοριστικά στη δημιουργία και τον συντονισμό του δικτύου που στήριξε τους αγωνιστές, μετατρέποντας το ελληνικό προξενείο σε κέντρο οργάνωσης του Αγώνα για τη σωτηρία της Μακεδονίας.


 

γράφει ο  Θάνος Δασκαλοθανάσης  

Ο Κορομηλάς ήταν ένας μεγαλοαστός της εποχής του, με σπουδές και αξιόλογη πολιτική και διπλωματική σταδιοδρομία, που θα μπορούσε να επιδιώξει πολύ μεγαλύτερη προσωπική προβολή και δόξα. Ωστόσο, επέλεξε να αφιερώσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του μακριά από την Αθήνα, ταυτίζοντας το όνομά του με τον Μακεδονικό Αγώνα.

Μόνο κατά την τριετία 1910-1913 υπηρέτησε ως υπουργός στις κυβερνήσεις του Ελευθερίου Βενιζέλου. Μετά το 1913 ανέλαβε τη θέση του πρεσβευτή της Ελλάδας στην Ιταλία, σε μια ιδιαίτερα δύσκολη περίοδο για τις ελληνοϊταλικές σχέσεις, καθώς οι ανταγωνισμοί των δύο χωρών και οι ιταλικές διεκδικήσεις στην περιοχή δημιουργούσαν συνεχείς εντάσεις.

Παρέμεινε πάντοτε ένας άνθρωπος της δράσης και του καθήκοντος, που προτίμησε να υπηρετεί την πατρίδα του από θέσεις ευθύνης παρά να επιδιώκει τη δημοσιότητα. Για τον λόγο αυτό το όνομά του συνδέθηκε περισσότερο από κάθε άλλο με την οργάνωση, την καθοδήγηση και την ενίσχυση του Μακεδονικού Αγώνα.

 Ο Κορομηλάς προερχόταν από μεγάλη οικογένεια με σημαντικές πολιτικές, κοινωνικές και ιστορικές αναφορές. Γεννήθηκε το 1856 στην Αθήνα.

Ο παππούς του, Χατζηλάμπρος Κορομηλάς, ήταν από τους προκρίτους της Αθήνας και εκτελέστηκε από τους Τούρκους το 1826, κατά την πολιορκία της πόλης. Ο πατέρας του, Ανδρέας Κορομηλάς, είχε λάβει μέρος στην Ελληνική Επανάσταση και αργότερα δημιούργησε ένα από τα μεγαλύτερα και πιο σύγχρονα τυπογραφεία της εποχής στην Ελλάδα. Χάρη στην εργασία και την επιχειρηματικότητά του απέκτησε μεγάλη περιουσία, την οποία κληροδότησε στην οικογένειά του.

Ο Λάμπρος έχασε τον πατέρα του όταν ήταν μόλις δύο ετών. Η μητέρα του ξαναπαντρεύτηκε τον Νικόλαο Χατζόπουλο-Χατζηανέστη, ο οποίος ήταν νομάρχης. Από αυτόν τον γάμο απέκτησε δύο ετεροθαλή αδέλφια. Ένα από αυτά ήταν ο Γεώργιος Χατζηανέστης, ο μετέπειτα αρχιστράτηγος της Μικρασιατικής Εκστρατείας, που εκτελέστηκε μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή το 1922.

Η οικογένεια Κορομηλά είχε στενές σχέσεις με τα ανάκτορα και τους βασιλιάδες της Ελλάδας. Ο ίδιος ο Λάμπρος διατηρούσε καλές προσωπικές σχέσεις τόσο με τον βασιλιά Γεώργιο Α΄ όσο και με τον διάδοχό του, Κωνσταντίνο Α΄.

Ιδιαίτερα γνωστός ήταν και ο μεγαλύτερος αδελφός του, Δημήτριος Κορομηλάς, ένας από τους σημαντικότερους θεατρικούς συγγραφείς της εποχής. Έγραψε το πολύ γνωστό έργο «Ο Αγαπητικός της Βοσκοπούλας» και ίδρυσε την εφημερίδα «Εφημερίς», μία από τις σημαντικότερες εφημερίδες της Ελλάδας τον 19ο αιώνα.

Γόνος μιας τέτοιας οικογένειας, όπως ήταν φυσικό, ο νεαρός Κορομηλάς έλαβε ιδιαίτερα υψηλή μόρφωση. Σπούδασε στο Τύμπιγκεν και στο Παρίσι, όπου ανακηρύχθηκε διδάκτορας των φυσικομαθηματικών επιστημών στη Γερμανία και των οικονομικών και πολιτικών επιστημών στη Γαλλία.

Επιστρέφοντας στην πατρίδα άρχισε να αρθρογραφεί σε εφημερίδες. Για ένα διάστημα ανέλαβε τη διεύθυνση του εκδοτικού οίκου του πατέρα του και αργότερα του Εθνικού Τυπογραφείου. Παράλληλα, ανέλαβε τη διεύθυνση της «Εφημερίδας», η οποία στήριζε τον Χαρίλαο Τρικούπη και την εκσυγχρονιστική πολιτική του.

Ανήσυχος και μαχητικός χαρακτήρας, έλαβε μέρος στην Κρητική Επανάσταση του 1896 και στον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897. Αμέσως μετά κατέλαβε για σύντομο χρονικό διάστημα τη θέση του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Οικονομικών. Στη συνέχεια παραιτήθηκε και ταξίδεψε στην Τουρκία, όπου έμαθε τουρκικά, ενώ αργότερα διδάχθηκε και βουλγαρικά. Η άριστη γνώση των δύο γλωσσών τον βοήθησε σημαντικά στην αποτελεσματική άσκηση των καθηκόντων του ως Έλληνα πρόξενου.

 

Ο Μακεδονικός Αγώνας του Λάμπρου Κορομηλά

Το όνομα του Λάμπρου Κορομηλά έχει ταυτιστεί στη συλλογική μνήμη με τον Μακεδονικό Αγώνα. Προετοιμασμένος από καιρό και συνεπής στις αξίες και τις αρχές της ζωής του, βρέθηκε στην αιχμή της ελληνικής προσπάθειας όταν, τον Φεβρουάριο του 1904, τοποθετήθηκε πρόξενος στη Φιλιππούπολη. Εκεί βρισκόταν ένα από τα σημαντικότερα κέντρα δράσης της βουλγαρικής οργάνωσης ΕΜΕΟ, η οποία καθοδηγούσε τις ενέργειες των κομιτατζήδων στη Μακεδονία.

Ο Κορομηλάς παρακολουθούσε προσεκτικά τις κινήσεις και τις μεθόδους των Βουλγάρων, συλλέγοντας πολύτιμες πληροφορίες. Μάλιστα, πολλές φορές προσποιούνταν ότι συμφωνούσε με τις απόψεις τους, προκειμένου να κερδίσει την εμπιστοσύνη τους και να αποκτήσει καλύτερη εικόνα των σχεδίων τους.

Ήδη από τα προηγούμενα χρόνια, ύστερα από τις συνεχείς εκκλήσεις και τις πληροφορίες που έφθαναν από τη Μακεδονία για την οργανωμένη δράση των βουλγαρικών σωμάτων, η κυβέρνηση του Θεοτόκη είχε αρχίσει να λαμβάνει μέτρα. Είχαν διοριστεί νέοι μητροπολίτες και πρόξενοι σε καίριες θέσεις, ενώ οι πρώτοι Έλληνες αξιωματικοί είχαν διεισδύσει στη Μακεδονία, προετοιμάζοντας το έδαφος για την πιο οργανωμένη ελληνική αντίδραση που θα ακολουθούσε.Το 1903 Το 1903 ιδρύθηκε στην Αθήνα, από τον διευθυντή της εφημερίδας Εμπρός, ∆ημήτριο Καλαποθάκη, το Μακεδονικό Κομιτάτο, που ανέλαβε μυστική δράση στη Μακεδονία, ειδικά στην ευρύτερη περιοχή του Μοναστηρίου.

Πρόξενος πλέον στη Θεσσαλονίκη, την πρωτεύουσα της Μακεδονίας, ο Κορομηλάς είχε καταλήξει στον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να υπηρετήσει αποτελεσματικότερα τα ελληνικά συμφέροντα και να αντιμετωπίσει τη βουλγαρική επιθετικότητα. Θεωρούσε ότι έπρεπε να οργανωθούν άμεσα ένοπλα αντάρτικα σώματα, τα οποία θα δρούσαν μυστικά στη Μακεδονία, προστατεύοντας τους ελληνικούς και ελληνόφωνους πληθυσμούς από τη βουλγαρική προπαγάνδα και τη δράση των κομιτατζήδων. Στο έργο αυτό σημαντικό ρόλο είχαν οι Έλληνες αξιωματικοί, οι οποίοι περνούσαν τα σύνορα με πλαστά έγγραφα, προσποιούμενοι τους εμπόρους ή ακόμη και τους υπαλλήλους του προξενείου.
 
Το  ελληνικό προξενείο της Θεσσαλονίκης στο κέντρο οργάνωσης και συντονισμού του Μακεδονικού Αγώνα. Έλληνες αξιωματικοί έφθαναν εκεί κρυφά, παρουσιάζονταν ως υπάλληλοι του προξενείου και στη συνέχεια προωθούνταν στη Μακεδονία μαζί με όπλα και πολεμοφόδια. Δημιουργούσαν μικρές και ευέλικτες ένοπλες ομάδες, οι οποίες χτυπούσαν τους κομιτατζήδες και προστάτευαν τους ελληνικούς πληθυσμούς.

Οι οπλαρχηγοί και οι αξιωματικοί διατηρούσαν συνεχή επικοινωνία με το προξενείο, στέλνοντας πληροφορίες για την κατάσταση που επικρατούσε στην ύπαιθρο. Ο Κορομηλάς και οι συνεργάτες του αξιολογούσαν αυτές τις πληροφορίες, σχεδίαζαν τις επόμενες κινήσεις, συντόνιζαν τη δράση των σωμάτων και φρόντιζαν για τον εφοδιασμό τους με όπλα, χρήματα και άνδρες. Για λόγους ασφαλείας χρησιμοποιούσαν μια κρυφή δίοδο που συνέδεε το προξενείο με τη Μητρόπολη Θεσσαλονίκης, με τη σύμφωνη γνώμη του μητροπολίτη Αλέξανδρου.

Στην ίδια την τουρκοκρατούμενη ακόμα Θεσσαλονίκη με τη βοήθεια του ανθυπολοχαγού Αθανασίου Σουλιώτη δημιούργησε την «Οργάνωση Θεσσαλονίκης», η οποία συγκέντρωνε πληροφορίες, παρακολουθούσε τη δράση των Βουλγάρων και προσπαθούσε να περιορίσει την επιρροή τους στην οικονομική και κοινωνική ζωή της πόλης.

 Ο Κορομηλάς,άνθρωπος θετικός,της δράσης, πίστευε ότι η επιτυχία του Μακεδονικού Αγώνα απαιτούσε άμεση δράση, άρτια οργάνωση, αποτελεσματικό συντονισμό και αδιάκοπη προσπάθεια προς έναν κοινό εθνικό σκοπό.Οι διαμαρτυρίες και τα λόγια δε βοηθούσαν παρά μόνο η συστηματική και επίμονη δουλειά.

Διπλωμάτης επιδέξιος  διατηρούσε στενές σχέσεις με τις οθωμανικές αρχές και τους ξένους προξένους. Εμφανιζόταν συχνά σε επίσημες εκδηλώσεις με μεγαλοπρέπεια και αυτοπεποίθηση, θέλοντας να δείξει ότι η Ελλάδα ήταν μια ισχυρή χώρα που στήριζε αποφασιστικά τον Ελληνισμό της Μακεδονίας. 

Ο Κορομηλάς βρισκόταν σε συνεχή επικοινωνία με τον Δημήτριο Καλαποθάκη και τον μητροπολίτη Καστορίας Γερμανό Καραβαγγέλη, δύο από τις σημαντικότερες προσωπικότητες του Μακεδονικού Αγώνα. Παρά τον κοινό τους στόχο, δεν ήταν λίγες οι φορές που δημιουργούνταν διαφωνίες σχετικά με τον τρόπο διεξαγωγής του Αγώνα και την επιλογή των κατάλληλων ενεργειών.Αυτές ξεπερνιούνταν μπροστά στον κοινό αγώνα για τη Μακεδονία.

Η έντονη δράση του Κορομηλά δεν άργησε να προκαλέσει την αντίδραση των οθωμανικών αρχών. Για να αποφευχθούν διπλωματικές επιπλοκές, η ελληνική κυβέρνηση αποφάσισε να τον απομακρύνει από τη θέση του προξένου. Στην πραγματικότητα όμως τον διατήρησε στο ίδιο πεδίο δράσης, αναβαθμίζοντάς τον το 1906 στη θέση του Γενικού Επιθεωρητή των Ελληνικών Προξενείων στη Μακεδονία. Από τη νέα αυτή θέση συνέχισε να συντονίζει και να ενισχύει τον Μακεδονικό Αγώνα, αξιοποιώντας την εμπειρία, τις γνώσεις και το εκτεταμένο δίκτυο συνεργατών που είχε δημιουργήσει.

 Με νέο διάβημα, τον Σεπτέμβριο του 1907, ο σουλτάνος ζήτησε την άμεση αποχώρησή του από τη Μακεδονία. Έτσι, στις 22 Φεβρουαρίου 1908 αναγκάστηκε να αποχωρήσει από την περιοχή. 

«Είχε όμως ήδη επιτελέσει ένα τεράστιο έργο. Το ελληνικό προξενείο της Θεσσαλονίκης και το εκτεταμένο δίκτυο συνεργατών που είχε δημιουργήσει ήταν πλέον σε θέση να συνεχίσουν αποτελεσματικά το έργο του. Οι μηχανισμοί οργάνωσης, επικοινωνίας και υποστήριξης των ελληνικών σωμάτων λειτουργούσαν πλέον με συνέπεια, αποτελώντας μια σταθερή βάση για τη συνέχιση του Μακεδονικού Αγώνα.

 Πρεσβευτής στις ΗΠΑ 

Ο βασιλιάς Γεώργιος, που εκτιμούσε ιδιαίτερα τις ικανότητές του, τον προήγαγε σε πρέσβη και τον τοποθέτησε στην ελληνική πρεσβεία στην Ουάσιγκτον. Στην Αμερική ο Κορομηλάς προσπάθησε να υπερασπιστεί τα συμφέροντα των Ελλήνων μεταναστών, αλλά και να προωθήσει τις ελληνικές θέσεις σε αυτή τη μεγάλη και ισχυρή χώρα.

Ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα πολλοί Έλληνες είχαν αρχίσει να εγκαθίστανται σε διάφορες πόλεις των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο Κορομηλάς τους προέτρεψε να ενωθούν και να δημιουργήσουν την Πανελλήνια Ένωση, ώστε να αποκτήσουν μια ισχυρή οργάνωση που θα προωθούσε τα αιτήματα και τα συμφέροντά τους. Παράλληλα, τους ενθάρρυνε να ασχοληθούν με επαγγέλματα που θα τους εξασφάλιζαν οικονομική πρόοδο και κοινωνική ανέλιξη.

Θεωρείται μάλιστα ότι υπήρξε από τους πρώτους που υποστήριξαν τη συγκέντρωση των Ελλήνων σε οργανωμένες κοινότητες, συμβάλλοντας στην ανάπτυξη ελληνικών συνοικιών, όπως η Αστόρια της Νέας Υόρκης, η οποία εξελίχθηκε αργότερα σε ένα από τα σημαντικότερα κέντρα του Ελληνισμού στις Ηνωμένες Πολιτείες.

 

συνεχίζεται... 


 

 


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις