Η πρώτη Π Ο Λ Ι Ο Ρ Κ Ι Α του Μ Ε Σ Ο Λ Ο Γ Γ Ι Ο Υ


Η πρώτη πολιορκία 

Η πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου ξεκινά στα μέσα Οκτωβρίου και ολοκληρώνεται στα τέλη Δεκεμβρίου του 1822.   

Περιλαμβάνει σημαντικά γεγονότα, όπως τις προσπάθειες οχύρωσης, τις διαπραγματεύσεις που έγιναν, τις στρατηγικές που ακολουθήθηκαν, τις πολεμικές ενέργειες, αλλά και την αποτυχία των Οθωμανών να καταλάβουν την πολύ σημαντική πόλη της δυτικής Στερεάς Ελλάδας, το Μεσολόγγι.

γράφει ο Θάνος Δασκαλοθανάσης



Οκτώβρης 1822...Το Μεσολόγγι,η πιο σημαντική πόλη της περιοχής,παρέμενε σε ελληνικά χέρια.Εκεί είχαν καταφύγει όσοι είχαν πάρει μέρος στη μάχη στα Πέτα. Αναμεσα στις εκβολές του Αχελώου και του Ευήνου,μέσα σε μια ελώδη τοποθεσία η πόλη αυτή είχε μεγάλη στρατιωτική σημασία γιατί ήταν δίπλα στα αγγλοκρατούμενα  Επτάνησα,είχε επικοινωνία με την Ήπειρο  αλλά και ήταν πέρασμα προς τον Μοριά.

Για τους Τούρκους ήταν αναγκαιότητα να την υποτάξουν. Στόχος της Υψηλής Πύλης ήταν να καταπνίξει την  την επανάσταση στη Δυτική Ελλάδα και να αποκαταστήσει την επικοινωνία της Ηπείρου με τη Δυτική Στερεά αλλά και να απομονώσει τον Μοριά από τα δυτικά του στηρίγματα.Η κατοχή του Μεσολογγίου σήμαινε τον έλεγχο ενός λιμανιού και ενός διοικητικού κέντρου πολύ κοντά στην Πελοπόννησο.Εκεί στη μικρή πολίχνη του Μεσολογγίου θα στρέφονταν οι ενωμένες τουρκικές δυνάμεις περίπου 8.000 άνδρες υπό την ηγεσία του Ομέρ Βρυώνη και του Κιουταχή.

Ήταν φανερό ότι τα τεχνητά αμυντικά έργα που είχαν γίνει ήταν πενιχρά.Ο αριθμός των μάχιμων υπερασπιστών ήταν περίπου 600,ενώ η έκταση της αμυντικής γραμμής απαιτούσε γύρω στους 4000.Το χαμηλό τείχος με τα 14 παλιά κανόνια και η μικρή τάφρος ήταν ζήτημα αν θα ήταν σοβαρό εμπόδιο,ενώ από τη μεριά της θάλασσας η πόλη προστατευόταν από τα αβαθή και ελώδη νερά.Πολεμοφόδια και τροφές έφθαναν για έναν μήνα.

Την άμυνα της πόλης είχαν αναλάβει ο Μάρκος Μπότσαρης, ο Κίτσος Τζαβέλας και ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ενώ φαινόταν ότι υπήρχαν δυσκολίες συνεννόησης με άλλους οπλαρχηγούς.Σε σύσκεψη που έγινε στην πόλη αποφασίστηκε η άμυνα μέχρις εσχάτων. Δίπλα τους βρίσκονταν ο αρχιεπίσκοπος Πορφύριος, ο Κωνσταντίνος Πεταλάς, ο Αναστάσιος Παλαμάς, ο Α. Ραζηκότσικας, ο Πάνος Παπαλουκάς και το σύνολο των προκρίτων της πόλης. Παράλληλα, αποφασίστηκε η αποστολή γυναικόπαιδων και ηλικιωμένων στα Επτάνησα. Ο Μαυροκορδάτος κινητοποιήθηκε και έστειλε επιστολές προς τους καπεταναίους της Ύδρας, ζητώντας βοήθεια σε άνδρες, πολεμικό υλικό και τρόφιμα, επισημαίνοντας ότι μετά το Μεσολόγγι οι Τούρκοι θα προχωρούσαν στη Ναύπακτο και στην Πελοπόννησο.

Η τουρκική στρατιά προχώρησε προς τη δυτική Στερεά Ελλάδα και στις 18 Οκτωβρίου έφτασε στην περιοχή του Βραχωρίου, κοντά στο Κεφαλόβρυσο, πλησιάζοντας το Μεσολόγγι. Πολλοί ντόπιοι έκαψαν τα σπαρτά και εγκατέλειψαν τα σπίτια τους, ώστε οι Τούρκοι να μη βρουν προμήθειες στην πορεία τους. Ο Μάρκος Μπότσαρης, μαζί με άλλους αγωνιστές, προσπάθησε να προβάλλει αντίσταση. Παρόντες ήταν και περίπου 100 άνδρες που έστειλε ο Καραϊσκάκης, παρά την ψυχρότητα και την καχυποψία που υπήρχαν ανάμεσα σε αυτόν και τον Μαυροκορδάτο. Ωστόσο, η αντίσταση δεν κράτησε πολύ. Οι Τούρκοι μπήκαν στο Βραχώρι και στη συνέχεια κατέλαβαν και το Αιτωλικό. Ο Μπότσαρης, μαζί με τον Κίτσο Τζαβέλλα και άλλους αγωνιστές, καθώς και ο Μαυροκορδάτος, υποχώρησαν και κατέφυγαν στο Μεσολόγγι.

Στις 25 Οκτωβρίου η τουρκική στρατιά έφτασε έξω από το Μεσολόγγι. Ενώ η χερσαία οδός είχε αποκλειστεί, έφτασαν ενισχύσεις και από τη θάλασσα. Τρία πλοία του Γιουσούφ πασά των Πατρών ενίσχυσαν τον αποκλεισμό και από τη λιμνοθάλασσα, εμποδίζοντας την αποστολή ενισχύσεων και εφοδίων στους επαναστάτες.

Αρχίζει το σφυροκόπημα της πόλης που από την αρχή φαινόταν ότι δε θα είχε άμεσα αποτελέσματα εξαιτίας της φυσικά οχυρωμένης και δυσπρόσιτης θέσης της πόλης.

Ανάμεσα στους δύο πασάδες υπήρξε διαφωνία. Ο Κιουταχής επιθυμούσε την άμεση επίθεση, ενώ ο Ομέρ Βρυώνης προτιμούσε την πολιορκία και τις διαπραγματεύσεις, προκειμένου να μην υπάρξει καταστροφή της πόλης αλλά παράδοση, ώστε να χρησιμοποιηθεί αργότερα ως βάση των Οθωμανών στις επόμενες επιχειρήσεις. Στην άποψη αυτή φαίνεται ότι ωθούσαν τον Οθωμανό πασά και ορισμένοι Έλληνες οπλαρχηγοί που είχαν συνάψει συμφωνία μαζί του, όπως ο Βαρνακιώτης.

Ο ρόλος του Μάρκου Μπότσαρη

.Οι Έλληνες θα εκμεταλλευτούν αυτήν τη διαφωνία,θα ακολουθήσουν παρελκυστική πολιτική.Στις διαπραγματεύσεις που θα ξεκινήσουν πρώτα με μεσολαβητή τον Βαρνακιώτη από τη μεριά των Τούρκων και μετά τον Άγο Βάσαρη,ο Μπότσαρης θα προσπαθεί να κερδίσει χρόνο,προβάλλοντας απαιτήσεις.Μέσα στις προτάσεις των Τούρκων ήταν  η χορήγηση αμνηστίας στους πρόκριτους και η δυνατότητα να αποχωρήσουν σώοι από την πόλη.

Ο χρόνος περνούσε και οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονταν, φτάνοντας στο τελικό τους στάδιο. Είχε συμφωνηθεί οκταήμερη ανακωχή, προκειμένου υποτίθεται να ετοιμαστούν οι κεφαλές του τόπου και οι πρόκριτοι για να αναχωρήσουν για την Πελοπόννησο. Όλο αυτό το διάστημα των διαπραγματεύσεων οι πολιορκημένοι ενίσχυαν συνεχώς τις οχυρώσεις της πόλης, με την ανοχή των Τούρκων.Oι πολιορκημένοι φρόντισαν να ενισχύσουν την εντύπωση που είχε δημιουργηθεί στους Τούρκους ότι στη πόλη υπάρχουν μεγάλες δυνάμεις.  Τοποθέτησαν στις οχυρώσεις τριακόσιες ξιφολόγχες  με εντολή του Μαυροκορδάτου,κατασκεύασαν εικονικές θέσεις για πυροβοαλαρχίες,ενώ έσκαψαν και μια δεύτερη τάφρο. Ακόμη και η συνέχιση των οχυρωματικών εργασιών παρουσιαζόταν ως μέρος της συμφωνίας, ώστε να μη γίνει αντιληπτό το πραγματικό σχέδιο της αποχώρησης και να μην προκληθεί αναστάτωση στην πόλη.

Ενισχύσεις από την Πελοπόννησο

Φαίνεται ότι οι γεμάτες αγωνία επιστολές του Μαυροκορδάτου προς το Εκτελεστικό έπιασαν τόπο.Ο Ανδρέας Ζαίμης και ο Ανδρέας Λόντος έσπευσαν για να προσφέρουν την απαραίτητη βοήθεια προς το Μεσολόγγι που κινδύνευε.Στις 8 του Νοέμβρη φάνηκαν στη λιμνοθάλασσα οκτώ καράβια από την Ύδρα και τις Σπέτσες με επικεφαλής τον Λάζαρο Παναγιώτα.Άμεσα έτρεψαν σε φυγή τα τουρκικά καράβια και αποβίβασαν ενισχύσεις,τρόφιμα και πολεμοφόδια.Λίγες μέρες μετά κατέφθασε και πάλι διά θαλάσσης δύναμη 1.500 ανδρών από την Πελοπόννησο με επικεφαλής τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη,Ανδρέα Ζαίμη, Κανέλλο Δεληγιάννη.

Αμέσως οι πολιορκημένοι, ανακουφισμένοι και με αναπτερωμένο το ηθικό τους, διαμήνυσαν στον Ομέρ Βρυώνη: «Αν θέλεις το Μεσολόγγι, έλα να το πάρεις!».

Ήταν πλέον φανερό ότι η κατάσταση είχε αλλάξει. Μέσα στην πόλη υπήρχε τώρα σιγουριά ότι το Μεσολόγγι θα αντέξει. Είχαν φτάσει ενισχύσεις από τον Καραϊσκάκη, αλλά και αρκετοί φιλέλληνες που εθελοντικά κατατάχθηκαν στο στράτευμα των υπερασπιστών. Το πιο σημαντικό ήταν ότι έγινε γνωστό πως αρκετοί οπλαρχηγοί, οι οποίοι είχαν συνάψει συμφωνίες με τους Τούρκους, τις ακύρωσαν, ανέβηκαν στα βουνά και συμμετείχαν σε επιθέσεις και παρενοχλήσεις εναντίον των Τούρκων που πολιορκούσαν την πόλη.

Η αποκάλυψη της συμπαιγνίας προκάλεσε την οργισμένη αντίδραση των Τούρκων. Αποφασίστηκε σφοδρός κανονιοβολισμός,τον οποίο οι Έλληνες ανταπέδωσαν, ενώ δεν έλειψαν εκατέρωθεν και οι συνηθισμένες απειλές και βρισιές. Η πολιορκία με αυτόν τον ρυθμό συνεχίστηκε για αρκετές ημέρες.

Στο στρατόπεδο των Τούρκων, η κατάσταση εξελισσόταν άσχημα. Υπήρχε κόπωση των πολιορκητών, δυσκολίες στον ανεφοδιασμό τους σε τρόφιμα λόγω των ενεδρών που έστηναν Έλληνες οπλαρχηγοί, καθώς και συνεχόμενες βροχοπτώσεις, επιδημίες και γκρίνια για τις καθυστερήσεις στις πληρωμές. Έτσι, αποφασίστηκε η γενική επίθεση. Μάλιστα, επιλέχθηκε μια ιδιαίτερα συμβολική για τους Χριστιανούς του Μεσολογγίου ημέρα, αυτή των Χριστουγέννων, με τη λογική ότι δεν θα περίμεναν επίθεση μια τέτοια μέρα.

Το σχέδιο της επίθεσης διέρρευσε από έναν Έλληνα  ονόματι Γιάννης Γούναρης που υπηρετούσε  στο τουρκικό στρατόπεδο. Αυτός ειδοποίησε με επιστολή τους Μεσολογγίτες για την επικείμενη επίθεση.

Αμέσως ο Μαυροκορδάτος διέταξε να ενισχυθεί η ανατολική πλευρά των τειχών όπου, σύμφωνα με τις πληροφορίες του Γούναρη, θα εκδηλωνόταν η επίθεση. Η προγραμματισμένη επίθεση σε τουρκικά σώματα στην Ακαρνανία ακυρώθηκε και όλοι οι ετοιμοπόλεμοι περίμεναν τη νύχτα της Γέννησης του Χριστού για να εκδηλωθεί η μεγάλη επίθεση.

Τα ξημερώματα σώμα Τουρκαλβανών επιτέθηκε με σκοπό να αναρριχηθεί στα τείχη, θεωρώντας ότι θα αιφνιδιάσει τους πολιορκημένους. Μόλις όμως έφτασαν σε απόσταση βολής, δέχτηκαν τα στοχευμένα πυρά των Ελλήνων. Η επίθεση κράτησε περίπου τρεις ώρες, αποκρούστηκε σχετικά εύκολα και έληξε με μεγάλες απώλειες για τον εχθρό, περίπου 500 νεκρούς, έναντι μόλις 4 των Ελλήνων.

Η αποτυχία αυτή, μαζί με τις φήμες ότι επίκειται άφιξη του Οδυσσέα Ανδρούτσου με τους άνδρες του, επίσπευσε την αποχώρηση της τουρκικής στρατιάς. Παραμονή του νέου χρόνου οι Τούρκοι, μετά από τρίμηνη πολιορκία, εγκατέλειψαν το Μεσολόγγι. Κατά την εσπευσμένη αποχώρησή τους, εκτός από τους νεκρούς τους, άφησαν πολλά πολεμοφόδια και κανόνια.

Κατά την οπισθοχώρησή τους, στα τέλη Δεκεμβρίου του 1822, οι Τούρκοι δέχθηκαν αιφνιδιαστικές επιθέσεις από Έλληνες οπλαρχηγούς, ενώ και τα στοιχεία της φύσης και   συγκεκριμένα ο ποταμός   Αχελώος δεν στάθηκαν φιλικά προς αυτούς.Λόγω της υπερχείλισης του ποταμού, κατά τη διάβασή του πολλοί Τούρκοι πνίγηκαν.Οι υπόλοιποι,νικημένοι και καταταλαιπωρημένοι, έφτασαν στην Πρέβεζα.

Το Μεσολόγγι άντεξε και η πόλη παρέμεινε ελεύθερη μετά την πρώτη πολιορκία του (Οκτώβριος – Δεκέμβριος 1822). Οι υπερασπιστές του, πρόκριτοι και λαός, με την καθοδήγηση του Μαυροκορδάτου και τη συνδρομή του Μάρκου Μπότσαρη, κράτησαν σθεναρή αντίσταση.Καθοριστική βέβαια ήταν και η συνδρομή των Πελοποννήσιων και των νησιωτών που ενίσχυσαν την άμυνα της πόλης. Η επιτυχία αυτή ήταν μεγάλη για την ευρύτερη περιοχή, αλλά και συνολικά για τον Αγώνα των Ελλήνων. Για την ώρα η κάθοδος της τουρκικής στρατιάς από τα δυτικά ματαιώθηκε. Όλη η Δυτική Ελλάδα μπορούσε να ελπίζει στη συνέχιση του Αγώνα και στην προοπτική της απελευθέρωσης.

Για τους Τούρκους ήταν η δεύτερη μεγάλη αποτυχία μέσα στο 1822, μετά την καταστροφή της στρατιάς του Δράμαλη στα Δερβενάκια τον Ιούλιο του ίδιου έτους. Η πόλη του Μεσολογγίου θα παρέμενε όμως στο στόχαστρό τους και λίγα χρόνια αργότερα θα επανέρχονταν με νέα μεγάλη πολιορκία (1825–1826).

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις