Το Μ Ε Σ Ο Λ Ο Γ Γ Ι λίγο πριν την πολιορκία
Η πόλη,οι άνθρωποι,ο οικισμός
Ταξιδεύοντας στο Μεσολόγγι ο επισκέπτης εύκολα αντιλαμβάνεται πόσο πολύ η γεωγραφία και η μορφολογία του εδάφους και της θάλασσας επηρέασαν την οικιστική εικόνα της περιοχής. Οι προσχώσεις των μεγάλων ποταμών,του Αχελώου, του Εύηνου δημιούργησαν τις λιμνοθάλασσες του Μεσολογγίου,του Αιτωλικού και της Κλείσοβας μαζί με πολλές μικρές νησίδες στο εσωτερικό τους.Πηγαίνοντας στον χρόνο πίσω,στο προεπαναστατικό Μεσολόγγι, το γεωγραφικό ανάγλυφο είχε καθοριστική επίδραση στον οικισμό, στη δημογραφία και στις ασχολίες των ανθρώπων της περιοχής. Συνακόλουθα θα παίξει τον ίδιο σημαντικό ρόλο και στις πολιορκίες και στα δραματικά γεγονότα της Εξόδου των υπερασπιστών της πόλης.
γράφει ο Θάνος Δασκαλοθανάσης
Από την πρώτη στιγμή,η ιδιαίτερη θέση του οικισμού προσέφερε ασφάλεια.Ο ξεχωριστός μορφολογικός σχηματισμός της περιοχής, η δυσκολία επιβίωσης στη λιμνοθάλασσα και η περικύκλωσή της από ορεινούς όγκους, όπου κατοικούσαν ανυπότακτοι πληθυσμοί, αποθάρρυναν τους επίδοξους εισβολείς.
Ο πρώτος οικισμός
Η δημιουργία του οικισμού ανάγεται στις αρχές του 15ου αιώνα και συνδέεται άμεσα με την αλιεία, τις αλυκές και το εμπόριο που αναπτύχθηκε στην περιοχή. Παράλληλα με τη νόμιμη οικονομική και εμπορική δραστηριότητα, εμφανίζεται και η πειρατεία, φαινόμενο της εποχής που επηρέασε έντονα τη ζωή και την ασφάλεια των παράκτιων οικισμών.Το όνομα Μεσολόγγι συναντάται για πρώτη φορά σε αναφορές Βενετών που συμμετείχαν σε ταξίδια και ναυτικές αποστολές. Πιθανότατα προέρχεται από την ένωση δύο ιταλικών λέξεων,mezzo ή messo και laghi, που σημαίνουν «ένα μέρος ανάμεσα σε λίμνες» ή «ένα μέρος που περιβάλλεται από λίμνες».
Η ανάπτυξη της πόλης
Από τον συνοικισμό των ψαράδων που διέμεναν εκεί σχηματίστηκε ένα μικρό ναυτικό κέντρο, το οποίο μέσα σε λίγες δεκαετίες εξελίχθηκε σε σημαντικό εμπορικό λιμάνι. Εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι το 1726 ιδρύθηκε στο Μεσολόγγι υποπροξενείο της Βενετίας, με πρώτο πρόξενο τον Νάξιο Σπυρίδωνα Μπαρότση, γεγονός που αναδεικνύει τη σπουδαιότητά του ως εμπορικού λιμανιού εκείνη την εποχή. Προοδευτικά εξελίχθηκε σε σημαντικό διαμετακομιστικό κέντρο της δυτικής Στερεάς Ελλάδας.
Τα τοπικά προϊόντα, όπως η σταφίδα και το κρασί, καθώς και προϊόντα της θάλασσας και των ιχθυοτροφείων, όπως ψάρια και αυγοτάραχο, αλλά και μετάξι, σιτηρά και λάδι, εξάγονταν προς τις ιταλικές αλλά και άλλες πόλεις. Παράλληλα αναπτυσσόταν και το εμπόριο προϊόντων της ευρύτερης περιοχής, όπως εσπεριδοειδή, ρύζι, καπνός και κτηνοτροφικά προϊόντα.Η ανάπτυξη του εμπορίου της Ηπείρου αλλά και της Αλβανίας συνέβαλε στην αύξηση του ναυτικού δυναμικού του Μεσολογγίου, καθώς και άλλων παραθαλάσσιων πόλεων και των Επτανήσων.
Στις παραμονές της επανάστασης η πόλη με σχετική επιφύλαξη πρέπει να είχε πληθυσμό γύρω στις 5.000,τη στιγμή που η μεγάλη πόλη της Δυτικής Ελλάδας τα Ιωάννινα έχουν 30.000 και η Πάτρα 10-15.000.Αυτό που έχει σημασία είναι ότι ο πληθυσμός ήταν αρκετά νεανικός προφανώς λόγω των ασχολιών των κατοίκων.
Στο λιμάνι καταπλέουν πλοία από τη Γένοβα,τη Βενετία,τη Νεάπολη,τη Βενετία,το Λιβόρνο,την Τεργέστη και άλλα λιμάνια.Ο ναυτικός στόλος της πόλης είναι σημαντικός και αριθμεί πάνω από 80 καράβια με τη συμμετοχή και Επτανήσιων.
Το 1770, μέσα στο πλαίσιο των Ορλωφικών και των επαναστατικών κινήσεων που προκάλεσαν, συγκροτήθηκε στο Μεσολόγγι προσωρινή επαναστατική κυβέρνηση, υπό την αρχηγία του Παναγιώτη Παλαμά. Οι συνέπειες αυτής της ενέργειας υπήρξαν δραματικές, αφού τον Απρίλιο του ίδιου έτους ο στόλος του Μεσολογγίου καταστράφηκε, η πόλη πυρπολήθηκε και οι Μεσολογγίτες αναγκάστηκαν να την εγκαταλείψουν και να καταφύγουν στα Επτάνησα. Όταν καταλάγιασε η κατάσταση, οι κάτοικοι επέστρεψαν, ξαναχτισαν την πόλη τους και ανασυγκρότησαν τον στόλο τους.Στα χρόνια αυτά δραστηριοποιούνται περίπου 228 ναυτιλιακές οικογενειακές επιχειρήσεις,ανάμεσά τους και εκείνες των Δεληγιώργη, Ιγγλέση, Καρβούνη, Καψάλη, Παλαμά, Πεταλούδη, Ραζή, Σιδέρη,Τρικούπη. Μέλη των οικογενειών αυτών θα παίξουν σημαντικό ρόλο στα πράγματα της πόλης.
Κάμψη
Στα πρώτα χρόνια του 19ου αιώνα θα παρουσιαστούν σημάδια κάμψης της εμπορικής και ναυτιλιακής δραστηριότητας. Από τη μία πλευρά, η άνοδος του Γαλαξιδίου και, από την άλλη, η υπονόμευση από τον Αλή πασά, ο οποίος προτιμούσε το λιμάνι της Πάτρας, σε συνδυασμό με την ανάπτυξη των Επτανήσων, αποτέλεσαν τους βασικούς λόγους αυτής της κάμψης.Γενικά η υπαγωγή της Δυτικής Στερεάς και του Μεσολογγίου στην δικαιοδοσία του Αλή πασά των Ιωαννίνων φαίνεται να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην οικονομική δραστηριότητα και στην κοινωνία της ευρύτερης περιοχής.Τα παραγωγικά επαγγέλματα των κατοίκων του Μεσολογγίου εξακολουθούσαν να είναι η αλιεία μαζί με τη ναυτιλία αλλά και η αγροτική και κτηνοτροφική παραγωγή σε μικρότερο όμως βαθμό.
Η πόλη,τα σπίτια,οι άνθρωποί της
Η πόλη ήταν χτισμένη πάνω σε τρία μικρά νησάκια μέσα στη λιμνοθάλασσα, γι’ αυτό και οι δρόμοι της ήταν συχνά καλυμμένοι από νερό. Τα αρχοντικά των πλούσιων οικογενειών, πολλά από τα οποία σώζονται έως σήμερα, είχαν δύο ή τρεις ορόφους. Ο πρώτος όροφος ήταν ισόγειος, που το χαμηλότερο μέρος του σπιτιού, ενώ υπόγειο δεν υπήρχε εξαιτίας της ιδιαιτερότητας του εδάφους. Τα σπίτια αυτά ήταν χτισμένα με ισχυρή τοιχοποιία και διέθεταν μπαλκόνια ή τοξωτές γαλαρίες, δηλαδή κλειστούς χώρους με τζάμια.
Υπήρχαν και πιο απλά και λιγότερο καλοφτιαγμένα σπίτια, πέτρινα, χωρίς σοβά, και είχαν έναν ή δύο ορόφους. Ένα τέτοιο κτίριο ήταν και το πανδοχείο της πόλης, που λεγόταν «Λοκάντα». Το όνομα αυτό ήταν ιταλικό, όπως και πολλές άλλες λέξεις που χρησιμοποιούσαν οι Μεσολογγίτες και τις είχαν μάθει έχοντας στενές εμπορικές και ναυτικές επαφές με τις ιταλικές πόλεις.
Τα πολλά φτωχικά σπίτια ήταν από λάσπη και πέτρα.Τις μέρες της πολιορκίας,όταν η ανάγκη το απαιτούσε,προκεμένου να επισκευαστούν τα τείχη οι Μεσολογγίτες χαλούσαν ολόκληρα σημεία από τα σπίτια τους και μετέφεραν τις πέτρες στα τείχη για να κλείσουν τα ανοίγματα που δημιουργούσαν τα κανόνια των Τούρκων.Οι περισσότεροι ψαράδες, τέλος, κατοικούσαν στις χαρακτηριστικές λιμναίες κατοικίες, τις λεγόμενες πελάδες, δηλαδή μικρά ξύλινα σπιτάκια με στέγες από ψαθί και καλάμι, στηριγμένα πάνω σε πασσάλους, στην άκρη – ή και στη μέση – της λιμνοθάλασσας.
Μέσα στα χαμηλά, πρόχειρα τείχη, που έγιναν βιαστικά πριν από την πρώτη πολιορκία και ενισχύθηκαν αργότερα πριν από τη δεύτερη, ζούσαν οι Μεσολογγίτες, άνθρωποι διαφόρων τάξεων και επαγγελμάτων. Μικροκαλλιεργητές,έμποροι, ναυτικοί και καραβοκύρηδες, ψαράδες,άνθρωποι που είχαν συρρεύσει από τις γύρω περιοχές, άμαχοι αλλά και Σουλιώτες πολεμιστές που είχαν έρθει να προσφέρουν τις έμμισθες υπηρεσίες τους.
Λόγω του πλούτου από το εμπόριο υπήρχε μια διακριτή κατηγορία προκρίτων και πλούσιων ανθρώπων, ιδιαίτερα μορφωμένων, πολλοί από τους οποίους είχαν σπουδάσει και ζήσει στην Ευρώπη. Οι οικογένειες των Παλαμάδων, Τρικούπηδων, Ραζή-Κότσικων, Καψάληδων και Βάλβηδων, πέρα από τον πλούτο και το κύρος που είχαν, ξεχώρισαν γιατί ήταν άνθρωποι υψηλής μόρφωσης, με σπουδές στην Ευρώπη.
Από το 1760 είχε ιδρυθεί από τον Παναγιώτη Παλαμά και λειτουργούσε η περίφημη Παλαμαία Ακαδημία, μορφώνοντας πλήθος επιφανών Ελλήνων από πολλές περιοχές. Στην πόλη λειτουργούσαν ακόμη δύο σχολές: μια Σχολή Αλληλοδιδακτικής, που ήταν τότε διαδεδομένη στην Ευρώπη και ιδιαίτερα στη Γαλλία, όπου την είχαν σπουδάσει Μεσολογγίτες δάσκαλοι και μια «Γραμματική» Σχολή, όπου διδάσκονταν τα αρχαία ελληνικά και τα ιταλικά.Στα σχολεία αυτά φοιτούσαν όχι μόνο παιδιά και οι νέοι του Μεσολογγίου, αλλά παρέχονταν και ξεχωριστά μαθήματα στα παιδιά των προσφύγων, τα οποία δεν βρίσκονταν στο ίδιο επίπεδο γνώσεων με τους μαθητές της πόλης, καθώς στα μέρη τους δεν υπήρχαν σχολεία.
Σημαντικό στοιχειό που αντανακλά το μορφωτικό επίπεδο του Μεσολογγίου είναι η πρώιμη δημοσιογραφική δραστηριότητα που αναπτύχθηκε στην πόλη κατά τα χρόνια της Επανάστασης. Στις 10 Αυγούστου 1821, μόλις δύο μήνες μετά την κήρυξη της Επανάστασης στο Μεσολόγγι, κυκλοφόρησε χειρόγραφη εφημερίδα με τον τίτλο «Αιτωλική». Λίγα χρόνια αργότερα, κατά την περίοδο 1823-1824, με τυπογραφικά μηχανήματα που έφθασαν από τη Γαλλία και την Αγγλία, εκδόθηκαν η τρίγλωσση εφημερίδα «Telegrapho Greco» και τα «Ελληνικά Χρονικά» του Ιωάννη Ιάκωβου Μάγερ. Τα «Ελληνικά Χρονικά» κυκλοφόρησαν μέχρι λίγο πριν από τον θάνατό του, κατά την Έξοδο του Μεσολογγίου.
Η πολεμική προπαρασκευή
Οι ένοπλοι του Μεσολογγίου αποτελούνταν κυρίως από αρματολούς και ένοπλους φυγάδες που είχαν καταφύγει στην πόλη από τις γύρω περιοχές. Πολλοί από αυτούς είχαν υπηρετήσει παλαιότερα ως αρματολοί στην υπηρεσία του Αλή πασά των Ιωαννίνων, αποκτώντας σημαντική πολεμική πείρα και γνώση της οργάνωσης των ένοπλων σωμάτων. Μετά τις συγκρούσεις και τις αναταραχές που προκάλεσε η πολιτική του Αλή πασά, αρκετοί κατέφυγαν στο Μεσολόγγι, όπου ενώθηκαν με τους τοπικούς ενόπλους. Η παρουσία τους ενίσχυσε σημαντικά την αμυντική δύναμη της πόλης και συνέβαλε στη δημιουργία ενός ισχυρού στρατιωτικού πυρήνα κατά τα πρώτα χρόνια της Επανάστασης.
Παρά την πτώση του βιοτικού επιπέδου, που οφειλόταν στη συρρίκνωση της ναυτιλιακής δραστηριότητας και στην πίεση που ασκούσε η εξουσία του Αλή πασά, ο αριθμός των Μεσολογγιτών που είχαν αποδεδειγμένα μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία ήταν περιορισμένος. Μεταξύ των μυημένων συγκαταλέγονταν κυρίως έμποροι και δάσκαλοι, κοινωνικές ομάδες που είχαν ευρύτερες επαφές και πρόσβαση σε δίκτυα επικοινωνίας και ιδεών. Άλλωστε, τα μέλη της Φιλικής Εταιρείας μπορούσαν να στρατολογούν ευκολότερα μέλη στον Μοριά και στη Ρούμελη, όπου ζούσαν ελάχιστοι Τούρκοι και υπήρχαν συμπαγείς ελληνικοί πληθυσμοί.
Η συμμετοχή των ντόπιων προκρίτων και οπλαρχηγών στα επαναστατικά γεγονότα που ακολούθησαν πρέπει να γίνει κατανοητή μέσα στο πλαίσιο των νέων συνθηκών που δημιούργησε η σύγκρουση του Αλή πασά με την Υψηλή Πύλη και των προσπαθειών εκμετάλλευσης της κατάστασης αυτής. Παρόμοια λογική διέκρινε και τους σχεδιασμούς του Αλέξανδρου Υψηλάντη, ο οποίος επιδίωκε να αξιοποιήσει τη σύγκρουση προς όφελος της επανάστασης. Από την άλλη πλευρά, και ο ίδιος ο Αλή πασάς επιχείρησε, για τους δικούς του σκοπούς, να εκμεταλλευθεί την ύπαρξη και τη δράση της Φιλικής Εταιρείας.
Παρά το γεγονός ότι ο πόλεμος – ή η αναταραχή της προετοιμασίας του – διήρκεσε τέσσερα χρόνια, η πόλη δεν αποδιοργανώθηκε. Η Διοικούσα Επιτροπή φρόντιζε γι’ αυτό όσο μπορούσε, ενώ και ο πληθυσμός διατηρούσε, στο μέτρο του δυνατού, τον ρυθμό της καθημερινής ζωής του...
συνεχίζεται...



Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου