Η επίθεση στα οχυρά,β΄ μέρος
«Τα οχυρά δεν παραδίδονται. Κατακτώνται!».
Το δεύτερο «ΟΧΙ» υπήρξε εξίσου ηρωικό, ίσως και μεγαλύτερο, καθώς ειπώθηκε από τους υπερασπιστές της ελληνικής γης, μακριά από το μέτωπο της Αλβανίας. Στον ελληνικό Βορρά, στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, η γερμανική εισβολή αντιμετώπισε τη σθεναρή αντίσταση των οχυρών της "Γραμμής Μεταξά" τον Απρίλιο του 1941.
Την ίδια περίοδο ο ελληνικός στρατός στην Αλβανία είχε απωθήσει τους Ιταλούς και είχε προελάσει στη Βόρεια Ήπειρο. Στη μεθόριο όμως με τη Βουλγαρία, οι λιγοστές και ανεπαρκώς εξοπλισμένες ελληνικές δυνάμεις βρέθηκαν αντιμέτωπες με τον μέχρι τότε αήττητο γερμανικό στρατό, στηριζόμενες αποκλειστικά στο εκτεταμένο οχυρωματικό έργο της Γραμμής Μεταξά. Κι όμως, πιστοί στην κληρονομιά των Θερμοπυλών, έδωσαν τον μεγάλο αγώνα με πίστη, γενναιότητα και αξιοπρέπεια.
Η Μάχη των Οχυρών, τον Απρίλιο του 1941, αποτελεί μία από τις πιο χαρακτηριστικές στιγμές της ελληνικής αντίστασης κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Τα οχυρά της Γραμμής Μεταξά, κατά μήκος των ελληνοβουλγαρικών συνόρων, αντιστάθηκαν με σθένος στη γερμανική εισβολή, παρά την αριθμητική και τεχνολογική υπεροχή του αντιπάλου.
Η επίθεση στα ΟΧΥΡΑ
Αμέσως μετά την εξουδετέρωση ή την απώθηση των ελληνικών προφυλακών άρχισε η μεγάλη επίθεση στα οχυρά.Εναντίον αυτών των οχυρωμένων θέσεων επιτέθηκαν τέσσερις γερμανικές μεραρχίες, με τεράστια συγκέντρωση πυροβολικού και αεροπορίας Το γερμανικό πυροβολικό και τα βομβαρδιστικά Στούκας έριξαν τεράστιες ποσότητες βλημάτων, τα οποία μόνο μερικώς προκάλεσαν ζημιές στις οχυρώσεις. Αναφέρθηκαν μάλιστα και δύο καταρρίψεις Στούκα από αντιαεροπορικά πυρά. Στο οχυρό Ποποτλίβιτσα, οι Γερμανοί επιχείρησαν να εισέλθουν στα χαρακώματα, αλλά εξουδετερώθηκαν, ενώ το οχυρό συνέχισε να αντιστέκεται και την επόμενη ημέρα, έως ότου παραδόθηκε το απόγευμα της 7ης Απριλίου.
Στο οχυρό Ιστίμπεη, μετά τον σφοδρό βομβαρδισμό, προκλήθηκαν ζημιές, χωρίς όμως να επηρεαστεί η αμυντική του ικανότητα. Τα αντιαεροπορικά πυρά κατέρριψαν τρία εχθρικά αεροσκάφη. Απέναντι από το οχυρό, το οποίο βρισκόταν πολύ κοντά στα σύνορα, οι Γερμανοί, παρά το δύσβατο έδαφος, τοποθέτησαν βαρύ πυροβολικό, του οποίου οι βολές υπήρξαν αρκετά επιτυχημένες, επιτρέποντας σε τμήματα πεζικού να προσεγγίσουν τις οχυρώσεις. Τα φλογοβόλα του εχθρού δεν είχαν ιδιαίτερη αποτελεσματικότητα, πιθανώς λόγω του υψομέτρου, ενώ ούτε τα εκρηκτικά κατόρθωσαν να σπάσουν τα τοιχώματα των οχυρών. Εκείνο όμως που δημιούργησε σοβαρά προβλήματα στους Έλληνες μαχητές ήταν τα καπνογόνα, τα οποία ρίχνονταν από τα ανοίγματα, ενώ ταυτόχρονα οι Γερμανοί προσπαθούσαν να φράξουν τις θυρίδες βολής με χώμα και πέτρες, προκειμένου να κάμψουν την ελληνική αντίσταση. Σταδιακά η τακτική αυτή αποδείχθηκε αποτελεσματική, καθώς οι υπερασπιστές αναγκάστηκαν να περιοριστούν στο εσωτερικό των διαδρόμων και η μόνη απάντηση προερχόταν από τα πυρά του ελληνικού πυροβολικού, το οποίο ήταν διάσπαρτο και καλά καμουφλαρισμένο. Μέσα στον καταιγισμό αυτόν, οι Γερμανοί υπέστησαν και απώλειες από φίλια πυρά, έπειτα από βομβαρδισμούς της Λουφτβάφε. Προς το βράδυ, το ελληνικό πυροβολικό σίγησε λόγω έλλειψης πυρομαχικών, ωστόσο οι αιφνιδιαστικές εξόδους των Ελλήνων από κρυφές εξόδους συνέχισαν να προκαλούν απώλειες στον εχθρό.
Οι προσπάθειες των Γερμανών να μπουν στο οχυρό συναντούσαν την αντίσταση των υπερασπιστών του.Οι Γερμανοί αποπειράθηκαν να πυρπολήσουν με πετρέλαιο τους μαχητές χωρίς όμως να τα καταφέρουν,αφού τα καύσιμα ήταν λίγα.Πιο αποτελεσματικό τελικά ήταν το καπνογόνο που ανάγκασε την ελληνική φρουρά να παραδοθεί προς το απόγευμα της επομένης ημέρας.
Παρόμοια εικόνα, όσον αφορά τις επιθέσεις και την αντίσταση, παρουσιάστηκε και στο οχυρό Κελκαγιά, Καθ’ όλη τη διάρκεια της νύχτας οι Γερμανοί κατόρθωσαν επίμονα να φράξουν τις θυρίδες βολής, παγιδεύοντας ουσιαστικά τους Έλληνες στο εσωτερικό του οχυρού. Με το ελληνικό πυροβολικό να έχει πλέον σιγήσει, ο διοικητής αποφάσισε τη συνέχιση της αντίστασης από τα έγκατα της γης. Οι Γερμανοί έριχναν καπνογόνα και, παρά τη χρήση αντιασφυξιογόνων μασκών, σύντομα το οξυγόνο μειώθηκε δραματικά. Τελικά, αυτή η μέθοδος ήταν εκείνη που λύγισε τους υπερασπιστές του οχυρού Κελκαγιά, το οποίο αποτέλεσε το πρώτο που παραδόθηκε.
Το οχυρό Αρπαλούκι την πρώτη ημέρα δέχθηκε μόνο αεροπορικούς βομβαρδισμούς χωρίς επίθεση πεζικού.Τη δεύτερη μέρα το βασικο πολυβολείο του έπεσε στα χέρια των Γερμανών,ο διοικητής του Οχυρού σε συνδυασμό με τα νέα από την παράδοση των γειτονικών οχυρών πήρε την απόφαση για την αποχώρηση της φρουράς.Οι 200 άνδρες της φρουράς έφτασαν μέχρι τον Στρυμόνα όπου είδαν τις κατεστραμμένες γέφυρες και εντόπιστηκαν από τον εχθρο.Ακολούθησε σύντομη μάχη που οδήγησε τελικά στη σύλληψη των Ελλήνων.
Στη δυτική όχθη του Στρυμόνα το οχυρό Παλιουρώνες ήταν ένα από εκείνα που ενώ δέχτηκαν σκληρή επίθεση από τις εχθρικές δυνάμεις δεν καταλήφθηκε και παραδόθηκε μετά την συνθηκολόγηση της 10ης Απριλίου.
Ανατολικά του Στρυμόνα υπήρχε το Ρούπελ.Το οχυρό αυτό θεωρείται το σημαντικότερο της Γραμμής Μεταξά λόγω της γεωστρατηγικής του θέσης. Βρισκόταν στα Στενά του Στρυμόνα, το βασικό πέρασμα από τη Βουλγαρία προς την Κεντρική Μακεδονία και τη Θεσσαλονίκη, ελέγχοντας τον κύριο άξονα εισβολής.Στην ίδια περίπου περιοχή μια χιλιετία πριν ο Βασίλειος ο Βουλγαροκτόνος είχε διαλύσει τον βουλγαρικό στρατό τους στη θέση Κλειδί. Η ισχυρή του οχύρωση, με εκτεταμένες υπόγειες στοές και άριστα οργανωμένα έργα πυρός, το καθιστούσε ως το πιο ισχυρό και απρόσβλητο από όλα τα οχυρά.Το υπερασπίζονταν 87 αξιωματικοί και 2.800 οπλίτες.
Φυσικό ήταν, λοιπόν, οι Γερμανοί να συγκεντρώσουν εναντίον του ισχυρό όγκο πυροβολικού, ενώ τα γερμανικά αεροπλάνα τα έβαλλαν αδιάκοπα από αέρος. Πολυάριθμα πυροβόλα εφόδου με ερπύστριες, υποστηριζόμενα από πεζικό, περικύκλωναν τα τρία γειτονικά οχυρά, Ρούπελ, Καρατάς και Παλιουρώνες. Περίπου εξήντα Γερμανοί, φορώντας ελληνικές στολές, επιχείρησαν να διαπλεύσουν τον Στρυμόνα με βάρκες από καουτσούκ, με σκοπό την κατάληψη της γέφυρας του Σιδηρόκαστρο. Όμως μπλέχτηκαν σε υποβρύχιο συρμάτινο πλέγμα, με αποτέλεσμα κάποιοι να πνιγούν και οι υπόλοιποι να εξοντωθούν από τα ελληνικά πυρά.
Παράλληλα με τις επιχειρήσεις κατά των οχυρών, σκληρές και αιματηρές μάχες διεξάγονταν και γύρω από αυτά. Ελληνικά τμήματα πεζικού ανέπτυξαν δράση στην περιοχή του Στρυμόνα και στις παρυφές του Σιδηροκάστρου, καταλαμβάνοντας και υπερασπίζοντας κρίσιμα υψώματα και τοποθεσίες που κάλυπταν τις προσβάσεις προς το Οχυρό Ρούπελ. Σκοπός τους ήταν η αναχαίτιση των Γερμανών και, κυρίως, η καθυστέρηση της ανάπτυξής τους, ώστε να μην επιτευχθεί ταχεία απομόνωση των οχυρών.
Παρά τη συντριπτική υπεροχή του εχθρού σε πυρά, μέσα και αεροπορική υποστήριξη, οι ελληνικές δυνάμεις αντιστάθηκαν με πείσμα. Στα υψώματα και στις προωθημένες θέσεις διεξήχθησαν μάχες σώμα με σώμα με συνεχείς αντεπιθέσεις και μεταβολές των γραμμών,με απώλειες στον εχθρό, αναγκάζοντάς τον να προχωρεί αργά και με επιφυλακτικότητα.
Οι γερμανικές επιθέσεις εκδηλώνονταν κατά κύματα, με συνδυασμό πυροβολικού, όλμων και υποστήριξης από τεθωρακισμένα, ενώ τμήματα του μηχανικού επιχειρούσαν να εξουδετερώσουν τις ελληνικές θέσεις και να ανοίξουν διόδους προσέγγισης. Η καλή γνώση και εκμετάλλευση του εδάφους, η αποφασιστικότητα των υπερασπιστών και η συνεργασία,όποτε αυτή ήταν δυνατή, μεταξύ των εξωτερικών τμημάτων και των φρουρών των οχυρών, απέδιδαν σημαντικά αποτελέσματα. Πάνω απ’ όλα, το μεγαλύτερο πλεονέκτημα των αμυνόμενων ήταν η ικανότητα του πυροβολικού να βάλλει αποτελεσματικά κατά προκαθορισμένων στόχων, να παρεμποδίζει τις κινήσεις του γερμανικού πεζικού και να καταστρέφει τα βαρέα όπλα υποστήριξής του.
Η πρώτη μέρα της επίθεσης τελείωνε μέσα στις φλόγες και στους κρότους χωρίς να καμφθεί η ελληνική αντίσταση.Ωστόσο όπως προαναφέρθηκε,ο εχθρός είχα καταλάβει την κορυφογραμμή του Μπέλες,δυτικά από το Ιστίμπεη.Γερμανοί πεζικάριοι άρχισαν να γλιστρούν στην κοιλάδα της Ροδόπολης απειλώντας να υπερφαλαγγίσουν την οχυρωμένη τοποθεσία.
Τη δεύτερη ημέρα, 7 Απριλίου, οι βομβαρδισμοί συνεχίστηκαν με αμείωτη ένταση, ενώ οι γερμανικές επιθετικές ενέργειες επικεντρώθηκαν στα υψώματα και στις γραμμές προσέγγισης. Οι ελληνικές θέσεις δέχθηκαν σφοδρή πίεση, αλλά οι επιθέσεις αποκρούονταν επανειλημμένα, παρά τις απώλειες. Τα εξωτερικά αποσπάσματα υποχωρούσαν, όταν απειλούνταν με πλήρη υπερκέραση, μεταφέροντας τον αγώνα σε νέες γραμμές άμυνας.
Την τρίτη ημέρα, στις 8 Απριλίου, η εικόνα παρέμεινε ουσιαστικά αμετάβλητη: συνεχείς και επανειλημμένες επιθέσεις από ξηρά και αέρα, χωρίς ουσιαστική κάμψη της ελληνικής αντίστασης. Τα οχυρά παρέμεναν απρόσβλητα χάρη στην αποτελεσματική δράση του πυροβολικού, ενώ οι μάχες στα γύρω υψώματα συνεχίζονταν με αμείωτη ένταση. Παράλληλα, διεξήχθη αγώνας για την εξασφάλιση των γεφυρών του Στρυμόνα, οι οποίες όμως καταστράφηκαν από τους αμυνόμενους, όταν αντιλήφθηκαν τη διείσδυση του εχθρού σε σημαντικό βάθος.
Την 9η Απριλίου, ενώ η γενική στρατηγική κατάσταση είχε πλέον κριθεί, με την υπερκέραση της γραμμής και την κατάληψη της Θεσσαλονίκης, στο Ρούπελ οι Γερμανοί ετοιμάζονταν για την πέμπτη κατά σειρά επίθεση. Κατά τις απογευματινές ώρες η ένταση των επιχειρήσεων άρχισε να μειώνεται και περί τις 15:00 η επιθετική δραστηριότητα έπαυσε. Στις 17:00 εμφανίστηκαν γερμανικοί απεσταλμένοι αναγγέλοντας ότι η Θεσσαλονίκη είχε παραδοθεί και ότι η Στρατιά Ανατολικής Μακεδονίας είχε παραδοθεί.Τα οχυρά του συγκροτήματος Ρούπελ δεν καταλήφθηκαν ποτέ,ούτε σίγησαν και η αμυντική γραμμή του περάσματος του Στρυμόνα έμεινε αρραγής. Ο διοικητής του οχυρού, ταγματάρχης Γεώργιος Δουράτσος, απάντησε με τη φράση που έμελλε να μείνει στην Ιστορία: «Τα οχυρά δεν παραδίδονται, αλλά καταλαμβάνονται», δηλώνοντας ότι διαταγές θα δεχόταν μόνο από τους ιεραρχικά προϊσταμένους του.
Η λύση ωστόσο δεν δόθηκε στο πεδίο της μάχης. Μετά την υπογραφή του πρωτοκόλλου στη Θεσσαλονίκη, ο Δουράτσος έλαβε διαταγή κατάπαυσης του πυρός και, το πρωί της 10ης Απριλίου 1941, το Ρούπελ παραδόθηκε κατόπιν εντολής. Προηγήθηκε η αποχώρηση της φρουράς και κατόπιν εισήλθαν οι Γερμανοί, οι οποίοι προχώρησαν στην περισυλλογή και την ταφή των νεκρών τους. Έτσι, το Ρούπελ δεν κάμφθηκε από τη μετωπική προσβολή· εγκαταλείφθηκε μόνο όταν η γενική εξέλιξη της εκστρατείας επέβαλε τη διακοπή του αγώνα.
Η κατάρρευση της Γιουγκοσλαβίας
Η γερμανική προέλαση στο γιουγκοσλαβικό έδαφος υπήρξε εξαιρετικά ταχεία και αποφασιστική. Η διάσπαση της άμυνας επιτεύχθηκε μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα. Ένας ανελέητος βομβαρδισμός του Βελιγραδίου, ο οποίος ουσιαστικά στρεφόταν κατά του άμαχου πληθυσμού, προκάλεσε εκτεταμένες καταστροφές και γενικευμένο χάος. Οι γερμανικές μηχανοκίνητες και τεθωρακισμένες δυνάμεις εκμεταλλεύθηκαν την έλλειψη συνοχής και τον ανεπαρκή συντονισμό των γιουγκοσλαβικών μονάδων, επιτυγχάνοντας βαθιές διεισδύσεις. Η εξέλιξη αυτή είχε άμεσες επιχειρησιακές συνέπειες για το ελληνικό μέτωπο, καθώς άνοιξε τον δρόμο προς την κοιλάδα του Αξιού και κατέστησε επισφαλή την άμυνα στα βόρεια ελληνικά σύνορα.
Τομέας Έβρου – Οχυρά Εχίνου και Νυμφαίας
Η επίθεση άρχισε με σφοδρό βομβαρδισμό πυροβολικού και αεροπορικές προσβολές, με σκοπό την εξουδετέρωση των ελληνικών θέσεων και την κάμψη της αντίστασης των φρουρών.
Οι ελληνικές δυνάμεις εφάρμοσαν τα προβλεπόμενα σχέδια καταστροφών. Οδικοί άξονες και περάσματα από τα οποία θα μπορούσαν να κινηθούν γερμανικά τεθωρακισμένα ανατινάχθηκαν, ενώ καταστράφηκαν γέφυρες και διαβάσεις, με στόχο την παρεμπόδιση της μηχανοκίνητης προέλασης του εχθρού και την καθήλωσή του μπροστά στις οργανωμένες αμυντικές θέσεις.
Στο Οχυρό Νυμφαίας, οι γερμανικές δυνάμεις επιχείρησαν επανειλημμένες μετωπικές επιθέσεις, υποστηριζόμενες από πυροβολικό και αεροσκάφη κάθετης εφόρμησης. Ωστόσο, η καταστροφή των προσβάσεων και η δυσχέρεια κίνησης των τεθωρακισμένων περιόρισαν τις δυνατότητες ελιγμών, αναγκάζοντας τον αντίπαλο να ενεργήσει κυρίως με πεζικό και τμήματα μηχανικού. Η φρουρά του οχυρού παρέμεινε στις θέσεις της και απέκρουσε τις επιθέσεις.
Τομέας Κάτω Νευροκοπίου
Την επίθεση στο ανατολικό κέρας της Γραμμής Μεταξά ανέλαβε η 72η Μεραρχία Πεζικού. Στον τομέα αυτό, τον οποίο υπερασπιζόταν η 7η Μεραρχία, αποστολή των ελληνικών δυνάμεων ήταν η παρεμπόδιση της καθόδου του εχθρού προς την πεδιάδα της Δράμας. Τα κύρια αμυντικά έργα στην περιοχή του Κάτω Νευροκοπίου ήταν τα οχυρά Μαλιάγκα, Περιθώρι, Παρταλούσκα, Ντάσαβλη, Λίσσε, Πυραμιδοειδές, Καστίλλο, Μπαρτίσεβα και Άγιος Νικόλαος.
Η γερμανική επίθεση ξεκίνησε τα ξημερώματα της 6ης Απριλίου με πεζικό, υποστηριζόμενο από περιορισμένη δύναμη πυροβολικού. Και σε αυτόν τον τομέα, οι Γερμανοί ανέμεναν να αντιμετωπίσουν κυρίως φυλάκια και ελαφρά πολυβολεία. Οι ελληνικοί λόχοι προκάλυψης αναγκάστηκαν να συμπτυχθούν, όμως το ελληνικό πυροβολικό ανέλαβε άμεσα δράση, ανακόπτοντας την προέλαση του εχθρού. Γερμανικά τμήματα κατόρθωσαν να καταλάβουν τις εξωτερικές θέσεις του οχυρού Μαλιάγκα, χωρίς όμως να επιτύχουν περαιτέρω διείσδυση.
Ιδιαίτερα σφοδρές υπήρξαν οι συγκρούσεις στο οχυρό Περιθώρι. Οι βολές ευθυτενούς τροχιάς προκάλεσαν σοβαρές ζημιές και την καταστροφή θυρίδων, επιτρέποντας σε γερμανικά τμήματα να καταλάβουν τις εξωτερικές οχυρώσεις και να μπουν στο εσωτερικό. Ακολούθησε άμεση αντεπίθεση της φρουράς· διεξήχθησαν μάχες σώμα με σώμα στους διαδρόμους και τις στοές, μέσα στο απόλυτο σκοτάδι, με αποτέλεσμα οι Έλληνες υπερασπιστές να ανακαταλάβουν το οχυρό.
Στο οχυρό Λίσσε, γερμανικά τμήματα που πλησίασαν ανυποψίαστα εντός της ακτίνας δράσης του δέχθηκαν καταιγιστικά πυρά. Οργανωμένη επίθεση που εξαπολύθηκε αργότερα απέτυχε, όπως και νέα έφοδος με πεζικό και τεθωρακισμένα προς το απόγευμα, με τον εχθρό να υφίσταται βαριές απώλειες. Οι Γερμανοί κατέφυγαν στο χωριό Οχυρό, στους πρόποδες του υψώματος, το οποίο χρησιμοποίησαν ως βάση επιχειρήσεων, βάλλοντας από τα σπίτια εναντίον του οχυρού. Οι Έλληνες υπερασπιστές, αρκετοί εκ των οποίων κατάγονταν από το ίδιο το χωριό, αναγκάστηκαν να ανταποδώσουν τα πυρά.
Δυτικότερα, στην περιοχή της Μαλιάγκας, η γερμανική προέλαση ανακόπηκε από πυκνά και ακριβή πυρά των ελληνικών θέσεων. Τα γερμανικά πυροβόλα ευθυτενούς τροχιάς δεν κατόρθωσαν να εξουδετερώσουν τις θυρίδες των οχυρών, ενώ οι ελληνικές πυροβολαρχίες από τα γύρω υψώματα προκάλεσαν σοβαρές απώλειες και αποδιοργάνωση. Εκτιμώντας ως πιο ευάλωτο το οχυρό Περιθωρίου, η γερμανική διοίκηση επικέντρωσε εκεί την κύρια προσπάθεια. Στις 7 Απριλίου, περίπου δύο χιλιάδες Γερμανοί, οργανωμένοι σε δύο τάγματα, επιτέθηκαν εναντίον οχυρού που υπερασπίζονταν μόλις διακόσιοι Έλληνες. Παρά το συντριπτικό αριθμητικό πλεονέκτημα, οι επιθέσεις αποκρούστηκαν και γερμανικά τμήματα που εισχώρησαν εξουδετερώθηκαν.
Παράλληλα, επιχειρήθηκε η διάβαση του περάσματος στο Καλοπότι της Κάτω Βροντού. Καθοριστικό ρόλο έπαιξε το ύψωμα Κρέστης, γύρω από το οποίο διεξήχθησαν σφοδρές και αιματηρές μάχες. Το ύψωμα καταλήφθηκε αρχικά από τους Γερμανούς, όμως στις 8 Απριλίου ανακαταλήφθηκε μετά από ελληνική αντεπίθεση. Ακολούθως, οι γερμανικές δυνάμεις στράφηκαν προς το ύψωμα του Αγίου Κωνσταντίνου, όμως η μάχη της 9ης Απριλίου κατέληξε σε ελληνική νίκη, με σημαντικές απώλειες για τον εχθρό και τη σύλληψη, σύμφωνα με μαρτυρίες, περίπου τετρακοσίων Γερμανών στρατιωτών.
Το απόγευμα της ίδιας ημέρας, ενώ είχε ήδη συνθηκολογήσει το Τμήμα Στρατιάς Ανατολικής Μακεδονίας και είχε καταληφθεί η Θεσσαλονίκη, γερμανικές δυνάμεις κάλεσαν τους Έλληνες υπερασπιστές να παραδοθούν. Η εξέλιξη αυτή υπήρξε ιδιαίτερα επώδυνη για τους μαχητές, οι οποίοι, παρά τις επιτυχίες τους, εξαναγκάστηκαν τελικά να συμμορφωθούν. Η παράδοση των οχυρών του τομέα Κάτω Νευροκοπίου πραγματοποιήθηκε στις 10 Απριλίου 1941.
Συνθηκολόγηση
Το μεσημέρι της 9ης Απριλίου 1941, ο διοικητής του ΤΣΑΜ, στρατηγός Κωνσταντίνος Μπακόπουλος, υπέγραψε το πρωτόκολλο παράδοσης. Η απόφαση αυτή προκάλεσε έντονη αντίδραση σε αξιωματικούς και οπλίτες, πολλοί από τους οποίους εξέφρασαν την πρόθεσή τους να μην υπακούσουν. Ορισμένες μονάδες κατόρθωσαν να διαφύγουν προς τη Χαλκιδική και τη Θάσο, ενώ σε άλλες περιπτώσεις αξιωματικοί και οπλίτες συνεννοούνταν μεταξύ τους με σκοπό τη συνέχιση του αγώνα. Τελικώς, η στρατιά αναγκάστηκε να συμμορφωθεί με τους όρους της συνθηκολόγησης και να παραδοθεί. Μεγάλος αριθμός Ελλήνων αιχμαλώτων συγκεντρώθηκε στις Σέρρες και αφέθηκε ελεύθερος στις αρχές Μαΐου 1941, κατόπιν διαταγής της γερμανικής διοίκησης. Η απόφαση αυτή, σπάνια για τα δεδομένα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αποδίδεται στην εντύπωση που προκάλεσε η ηρωική αντίσταση των Ελλήνων μαχητών.





Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου