Η άλωση της Θεσσαλονίκης από τους Τούρκους – 29 Μαρτίου 1430

 Η άλωση της Θεσσαλονίκης στις 29 Μαρτίου 1430 δεν αποτελεί απλώς ένα ακόμη πολεμικό γεγονός της εποχής, αλλά έναν σταθμό με ιδιαίτερη ιστορική και συμβολική σημασία για τον ελληνισμό και τη βυζαντινή παράδοση. Η πόλη, η συμβασιλεύουσα  της άλλοτε κραταιάς αυτοκρατορίας,  βρέθηκε αντιμέτωπη με τις συνέπειες της παρακμής της αυτοκρατορίας, της πολιτικής αστάθειας και της αδυναμίας αποτελεσματικής άμυνας απέναντι στην οθωμανική επέκταση. Μέσα σε ένα κλίμα φόβου, διχασμού και εγκατάλειψης, η Θεσσαλονίκη οδηγήθηκε αναπόφευκτα στην πτώση της.

γράφει ο Θάνος Δασκαλοθανάσης


 

Ο ιστορικός Δούκας αναφέρει οθωμανική κυριαρχία της Θεσσαλονίκης στα τέλη του 14ου αιώνα από τον Βαγιαζίτ, με αιτία τη δραπέτευση του Μανουήλ Β' από τη σουλτανική αυλή και την κατάληψη του θρόνου στην Πόλη. Η πρώτη αυτή οθωμανική κατοχή της πόλης διήρκεσε έως το 1402. Ο Μανουήλ εκμεταλλεύεται την κακή κατάσταση και την ήττα των Τούρκων από τον Ταμερλάνο στη Μάχη της Άγκυρας και την επακόλουθη εμφύλια διαμάχη μεταξύ των γιων του για τη διαδοχή, του Μεχμέτ Α΄ και του Μουράτ Β΄, και καταφέρνει να πάρει τη Θεσσαλονίκη.


 

Από την άλλοτε κραταιά Βυζαντινή Αυτοκρατορία δεν έχει απομείνει παρά ένα κομμάτι γης γύρω από την Πόλη. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο αδυναμίας να προστατευτεί η Θεσσαλονίκη από τους Οθωμανούς, παραχωρείται στους πρόθυμους Βενετούς, για να αναλάβουν αυτοί να αντιμετωπίσουν τον τουρκικό κίνδυνο. Όμως, στα επτά χρόνια που έχουν την πόλη στα χέρια τους, οι νέοι κυρίαρχοι δεν κάνουν σχεδόν τίποτε για να ενισχύσουν την άμυνά της, παρά το ότι οι Τούρκοι γίνονταν ολοένα και πιο απειλητικοί.

Η βενετσιάνικη κατοχή είναι προσανατολισμένη στην εμπορική και οικονομική εκμετάλλευση της πόλης και του λιμανιού της. Δεν είναι η κατάλληλη, γιατί δεν καταφέρνει να οργανώσει και να δημιουργήσει εκείνες τις συνθήκες για μια αποτελεσματική άμυνα. Μέσα στην πόλη επικρατεί σύγχυση, αναρχία και ηττοπάθεια.

Γράφει ο ιστορικός της Άλωσης, Ιωάννης Αναγνώστης:
<<Τα όσα έπαθε η πόλη από τους Λατίνους νομίζω ότι τα ξέρεις, γιατί έβλεπες κι ο ίδιος όσα συνέβαιναν κάθε μέρα. Υπέφερε λοιπόν η πόλη από την κατοχή των Λατίνων, όπως ξέρεις, και κάθε μέρα έπεφταν πάνω μας συμφορές από όλες τις μεριές και αναρωτιόμασταν πώς θα ανακουφιστούμε, αλλά δεν υπήρχε κανένας τρόπος να απαλλαγούμε από τις συμφορές. Γιατί ούτε οι Τούρκοι ήθελαν να συμμαχήσουν με τους Λατίνους, παρόλο που οι Λατίνοι έστειλαν πολλές φορές πρέσβεις και το ζητούσαν, ούτε εμείς μπορούσαμε να κάνουμε κάτι σύμφωνα με τη θέλησή μας, και γιατί ήμασταν λίγοι και γιατί διαφωνούσαμε, αφού ο καθένας είχε τη δική του άποψη. Αυτά όμως τα γνωρίζεις, αφού ήσουν μαζί μας, και είχες την εμπειρία αυτών των συμφορών, όπως όλοι μας>>.

<<Πάθαμε κάτι παραπλήσιο μ’ αυτό που συμβαίνει σ’ ένα καράβι που βρίσκεται σε τρικυμία κι ο καπετάνιος του έχει φύγει· γιατί εκεί επικρατεί η αναρχία, και το καράβι, επειδή δεν έχει κάποιον να το κατευθύνει με ασφάλεια μέσα από τους βίαιους ανέμους, είναι καταδικασμένο να βουλιάξει>>.

Τον Μάρτιο του 1430 είναι πια φανερή η πρόθεση του σουλτάνου Μουράτ Β΄ να επιτεθεί κατά της Θεσσαλονίκης. Τότε γίνονται κάποιες προετοιμασίες και παίρνονται μέτρα για να ενισχυθεί η άμυνα της πόλης. Η μόνη, πάντως, εξωτερική ενίσχυση είναι μια μικρή βενετσιάνικη φρουρά με τρεις γαλέρες με λίγο στρατό και επικεφαλής τον υποναύαρχο Αντόνιο Ντιέντο, που φτάνει στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης στις 16 Μαρτίου του 1430.

Μέσα σε αυτή τη σύγχυση, το αδιέξοδο, την ηττοπάθεια, την απόλυτη εγκατάλειψη και την ανυπαρξία βοήθειας από την Πόλη, που είχε τα δικά της προβλήματα επιβίωσης, δεν ήταν λίγοι εκείνοι που, θεωρώντας την υποταγή στους Τούρκους αναπόφευκτη, προτιμούν να παραδοθούν με όρους για να αποφύγουν τα δεινά της άλωσης και να εξασφαλίσουν, ίσως, και κάποια προνόμια.

 Η είδηση ότι ο Μουράτ είναι καθ’ οδόν προς τη Θεσσαλονίκη κινητοποιεί έστω και την τελευταία στιγμή τους Βενετούς. Γίνεται μια μορφή επιστράτευσης και ορίζονται οι θέσεις των υπερασπιστών πάνω στα τείχη της πόλης. Κι όταν όλοι οι μάχιμοι άνδρες, πολίτες της Θεσσαλονίκης και Βενετοί στρατιώτες παίρνουν τις θέσεις τους πάνω στα τείχη, τότε φαίνεται πόσο λίγοι είναι... Σύμφωνα με τις μαρτυρίες που υπάρχουν, σε κάθε δύο ή τρεις επάλξεις αντιστοιχούσε ένας υπερασπιστής, ενώ σε ορισμένα σημεία τα κενά που υπήρχαν ήταν ακόμη μεγαλύτερα.

<<….οι περισσότεροι δεν είχαν όπλα (τα είχαν πουλήσει εξαιτίας της φτώχειας) και δεν ήταν ικανοί για μάχες και πολέμους.>>

Ανάμεσά τους διαπιστώνουν ότι έχουν τοποθετηθεί Τζετάριοι, στρατιώτες ενός κακόφημου μισθοφορικού σώματος, για να τους επιτηρούν. Αυτό μεγαλώνει τη δυσαρέσκεια που ήδη υπήρχε στις τάξεις των πολιτών.

Τη νύχτα της 25ης ή της 26ης Μαρτίου (πιθανό), σύμφωνα με ορισμένες πηγές, η Θεσσαλονίκη συγκλονίζεται από έναν ισχυρό σεισμό, που όπως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις επιτείνει το φόβο και την ηττοπάθεια. 

Την άλλη μέρα ο τουρκικός στρατός εμφανίζεται έξω από τα τείχη. Πριν ακόμη αρχίσει τις εχθροπραξίες, ο σουλτάνος Μουράτ Β΄, ο οποίος θα είχε πληροφορηθεί την κακή από κάθε άποψη κατάσταση της πόλης, στέλνει αγγελιοφόρους απευθυνόμενος κυρίως στους Έλληνες, κάνοντας προτάσεις να του παραδοθεί η πόλη, υποσχόμενος ελευθερία και προνόμια. Οι προτάσεις του αυτές, και άλλες ανάλογες που επανέλαβε στη συνέχεια, απορρίπτονται. Τότε στήνει τη σκηνή του σ’ ένα υψηλό σημείο, κοντά στο Τριγώνιο, και δίνει εντολή να αρχίσει η πολιορκία.

Η πολιορκία ξεκινά με την είσοδο στο λιμάνι ενός βενετσιάνικου πλοίου που μεταφέρει σιτάρι και που οι Τούρκοι θεωρούν ότι μεταφέρει στρατό…

Για να μπορέσουν να εκπορθήσουν τα τείχη της Θεσσαλονίκης, οι Τούρκοι χρησιμοποιούν και πρωτόγονα πυροβόλα μέσα, που τότε βέβαια ήταν περιορισμένης αποτελεσματικότητας και φαίνεται πως έκαναν κυρίως θόρυβο. Κατορθώνουν να περάσουν το προτείχισμα και να πλησιάσουν τα τείχη. Όμως, παρά την αριθμητική τους υπεροχή και τα μέσα που διαθέτουν, δεν κατορθώνουν τις πρώτες τρεις μέρες να κάμψουν την αντίσταση των υπερασπιστών, που αμύνονται πεισματικά, βοηθούμενοι ακόμη και από τις γυναίκες. Οι επιθέσεις τους αποκρούονται και έχουν και σημαντικές απώλειες.

Την τέταρτη μέρα της πολιορκίας ξεκινά γενική και συντονισμένη επίθεση σε όλα τα σημεία του τείχους. Μετά τη γενική επίθεση, για να κουραστούν και να αποσυντονιστούν οι αμυνόμενοι, γίνονται στοχευμένες επιθέσεις στα πιο αδύνατα σημεία του τείχους.

<<…Ο Μουράτ μαζί με την ακολουθία του από πεζούς, που ήταν διακεκριμένοι στρατιώτες όπως και οι υπόλοιποι, δε σταμάτησε να πολεμά από την περιοχή που ονομάζεται Τριγώνιο ως το σημείο που βρίσκεται το μοναστήρι του Χορτιάτη. Γιατί ήξερε ότι ήταν ευκολότερο να κυριεύσει την πόλη από κείνο το σημείο, αφού είχε δει και ότι τα τείχη ήταν σαθρά και ότι η πόλη είχε εμπιστευτεί την ασφάλειά της σ’ ένα μόνο τείχισμα.>>

Στη διάθεσή τους είχαν τη «σκευή», ένα αποτελεσματικό όπλο:
<<…Κι εκείνοι δε χρησιμοποιούσαν μόνο τα βέλη, αλλά και την ονομαζόμενη σκευή. Αυτή ήταν ένα μικρό μηχάνημα βολής που χρησιμοποιούνταν για τη συντριβή των ξύλινων διαφραγμάτων που είχαν στηθεί ανάμεσα στις επάλξεις. Κανένας δεν μπορούσε να σταθεί εκεί όπου αυτό στόχευε>>.

Οι επιθέσεις της τέταρτης μέρας ήταν σφοδρές και καλά συντονισμένες, με αποτέλεσμα να αποδιοργανώσουν την άμυνα. Οι Τούρκοι ορμούν ασυγκράτητοι στα τείχη κατά κύματα. Και κάποια στιγμή, σε ένα σημείο κοντά στο Τριγώνιο,

<<…στο σημείο όπου ο πύργος σχημάτιζε γωνία και δεν υπήρχε κανείς να τους εμποδίσει ν’ ανεβούν, μια και το σημείο εκείνο ήταν έρημο από υπερασπιστές. Κάποιος Τούρκος από τους πεζούς, δείχνοντας μεγαλύτερο θάρρος από τους υπόλοιπους, δαγκάνοντας το ξίφος και προτιμώντας το θάνατο από τη ζωή, αρκούμενος στο να κερδίσει τη φήμη του ανδρείου, ανέβηκε με μεγάλο θάρρος το τείχος, χωρίς να τον καταλάβει κανείς από τους υπερασπιστές. Εκεί συνάντησε στις πολεμίστρες ένα Λατίνο που πέθαινε, του έκοψε το κεφάλι και το έριξε προς τη μεριά των εχθρών, δείχνοντας πως επικράτησε σε κείνο το σημείο και πως τα τείχη ήταν εγκαταλειμμένα από τους υπερασπιστές τους. Ήταν η εικοστή ενάτη Μαρτίου του έτους έξι χιλιάδες εννιακόσια τριάντα οκτώ (6938). Εκείνος λοιπόν ενθάρρυνε όλους τους πεζούς και τους φώναζε ν’ ανεβούν το τείχος, βεβαιώνοντας πως ήταν έρημο…>>.

Έτσι δημιουργείται το πρώτο ρήγμα στην άμυνα. Η τύχη της Θεσσαλονίκης είχε κριθεί.

Η είδηση της εισόδου των εχθρών στη Θεσσαλονίκη σταματά οποιαδήποτε άμυνα. Ακολουθούν σκηνές πανικού, με τους ανθρώπους να τρέχουν προς την παραλία με την ελπίδα να βρουν κάποιο καράβι για να σωθούν. Πολλοί κατευθύνονται στον Πύργο της Σαμάρειας...

<<…Όλοι προσδοκούσαν ότι, όταν κυριευθεί η πόλη, ο πύργος αυτός δε θα καταλαμβανόταν γρήγορα, γιατί βρισκόταν προς τη μεριά της θάλασσας και ήταν καλά περιτειχισμένος και εφοδιασμένος με όπλα και όλα τα αναγκαία. Αυτή τη μάταιη ελπίδα είχαμε, και πολλοί έτρεξαν προς αυτόν για να προφυλάξουν το σαρκίο τους· κι εδώ όμως απογοητεύτηκαν. Γιατί, μόλις έφτασαν εκεί οι άρχοντες των Λατίνων και κάποιοι από τους Τζετάριους μαζί με όσους φύλαγαν τον πύργο, εμπόδισαν την είσοδο σε άλλους. Αυτοί, περνώντας από το διατείχισμα που βρίσκεται προς τη μεριά της θάλασσας (που συνηθίζαμε να το λέμε Τζερέμπουλο), επιβιβάστηκαν στις τριήρεις, οι οποίες μόλις είχαν αγκυροβολήσει, και σε άλλα καράβια, που ήδη βρίσκονταν εκεί>>.

Η πόλη βρισκόταν πια στη διάθεση των νικητών, που επιδίδονται απερίσπαστοι στις λεηλασίες και τις καταστροφές περιουσιών και στις κακοποιήσεις και τον εξανδραποδισμό των κατοίκων. Ιδιαίτερα θλιβερό ήταν το θέαμα των αιχμαλώτων που οδηγούνται στο στρατόπεδο.

Από τη διήγηση του Ιωάννη Αναγνώστη:

<<Αιχμαλώτισαν χιλιάδες ανθρώπους, συμπεριλαμβανομένων γυναικών και  παιδιών  (οι πηγές αναφέρουν  περίπου  επτά χιλιάδες)…>>.

Οι καταστροφές και οι λεηλασίες κρατούν τρεις μέρες.Την τέταρτη μέρα της άλωσης, ο Μουράτ Β’ βάδισε νικητής στους δρόμους της Θεσσαλονίκης. Επισκέπτεται τον  Ιερό Ναό Παναγίας Αχειροποιήτου και διατάζει να γίνει τζαμί.Οι λεηλασίες και οι καταστροφές σταματούν με εντολή του ίδιου. Από τους αιχμαλώτους, άλλους εξαγοράζει ο ίδιος και τους εγκαθιστά ξανά στην πόλη, ενώ οι περισσότεροι οδηγούνται στα σκλαβοπάζαρα.

Για τη Θεσσαλονίκη αρχίζει η περίοδος της Τουρκοκρατίας, που κράτησε σχεδόν πέντε αιώνες, μέχρι την απελευθέρωσή της στις 26 Οκτωβρίου 1912.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις