Η Μάχη των Οχυρών

 

Το γερμανικό σχέδιο 

Η οχυρωμένη τοποθεσία αποτελούσε μια ισχυρή γραμμή άμυνας. Απλωνόταν από την ανατολική όχθη του Αξιού ποταμού έως τη δυτική όχθη των εκβολών του Νέστου. Η διάταξη των οχυρών, σε συνδυασμό με το πυροβολικό και τις εξωτερικές αμυντικές θέσεις, είχε μετατρέψει το υψίπεδο του Κάτω Νευροκοπίου σε μια πραγματική παγίδα θανάτου για οποιοδήποτε στράτευμα επιχειρούσε να εισβάλει από τη Βουλγαρία.

Οι Γερμανοί φαίνεται ότι δεν διέθεταν πλήρη γνώση της έκτασης και της ισχύος των οχυρώσεων, ούτε είχαν υπολογίσει σωστά τον ορεινό όγκο της περιοχής. Παράλληλα, αντιμετώπιζαν την επιχείρηση με μια σχετική αλαζονεία, που τροφοδοτούνταν από την υπεροπλία τους, το αήττητο του στρατού τους, αλλά και τη δυνατότητα διπλής εισβολής, τόσο από τη Βουλγαρία όσο και από τη Γιουγκοσλαβία.



 

γράφει ο Θάνος Δασκαλοθανάσης 

Η γερμανική διοίκηση εκτιμούσε ότι θα συναντούσε περιορισμένες αμυντικές θέσεις, κυρίως πολυβολεία, τα οποία θα μπορούσαν να εξουδετερωθούν εύκολα από μονάδες πεζικού με την υποστήριξη πυροβολικού και αεροπορίας. Με τη συνδρομή τεθωρακισμένων πίστευαν  ότι θα πετύχαιναν  την ανατροπή των ισχυρών σημείων της αμυντικής γραμμής, γεγονός που θα τους έδινε τη δυνατότητα για τους αναγκαίους ελιγμούς σε βάθος.

Αντικειμενικός σκοπός της επιχείρησης ήταν η κατάληψη της Θεσσαλονίκης και, στη συνέχεια, η προσβολή από ανατολικά των αμυντικών θέσεων των συμμαχικών δυνάμεων κατά μήκος του ποταμού Αξιού. Παράλληλα, οι Γερμανοί υπολόγιζαν στην ταχεία κατάρρευση της γιουγκοσλαβικής άμυνας, εξέλιξη που θα τους επέτρεπε να παρακάμψουν τη Γραμμή Μεταξά, χωρίς να απαιτηθεί η μετωπική διάσπασή της.

Η Έναρξη 

Στις αρχές του Απριλίου 1941 η γερμανική επίθεση από τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, σε συνδυασμό με την ταυτόχρονη επίθεση κατά της Γιουγκοσλαβίας, ήταν ζήτημα λίγων ημερών. Οι ελληνικές δυνάμεις βρίσκονταν σε κατάσταση επιφυλακής. Είχαν πραγματοποιηθεί οι προβλεπόμενες καταστροφές και υπονομεύσεις του οδικού και σιδηροδρομικού δικτύου, καθώς και γεφυρών, με σκοπό την παρεμπόδιση της προέλασης του εχθρού.

Πριν ακόμη επιδοθεί στον Έλληνα πρωθυπουργό η γερμανική διακοίνωση, εχθρικά στρατεύματα είχαν ήδη αρχίσει να διέρχονται την ελληνοβουλγαρική μεθόριο. Στις 05:15 τα ξημερώματα της 6ης Απριλίου δόθηκε το σύνθημα της εφόδου. Τα ελληνικά φυλάκια στα υψώματα Καλέ Μπαΐρ και Ντεμίρ του όρους Μπέλες δέχθηκαν την πρώτη επίθεση των γερμανικών δυνάμεων. Μέσα σε λίγα λεπτά, ολόκληρη η αμυντική γραμμή από το Τριεθνές Δοϊράνης  έως βόρεια της Ροδόπης τυλίχθηκε στις φλόγες του πολέμου.

Αξίζει να σημειωθεί ότι δεν επρόκειτο για τελεσίγραφο κήρυξης πολέμου, αλλά για διακοίνωση, στην οποία οι Γερμανοί, με εμφανή υποκρισία, κατηγορούσαν, μεταξύ άλλων, την Ελλάδα ότι είχε μετατραπεί σε βάση επιχειρήσεων των Βρετανών.

Το ραδιόφωνο μετέδωσε το πρώτο πολεμικό ανακοινωθέν από το νέο μέτωπο. Ταυτόχρονα, το Γενικό Στρατηγείο εξέδωσε το υπ’ αριθμ. 16 Πολεμικόν Ανακοινωθέν, στο οποίο αναφερόταν:

«Πρωΐα 6ης Απριλίου 1941. Από της 05.15 ώρας της σήμερον, ο εν Βουλγαρία ευρισκόμενος γερμανικός στρατός προσέβαλεν απροκλήτως τα ημέτερα στρατεύματα της Ελληνοβουλγαρικής μεθορίου. Αι ημέτεραι δυνάμεις αμύνονται του πατρίου εδάφους».

Με βάση το ελληνικό σχέδιο άμυνας, μόλις ξεκίνησε η επίθεση οι ελληνικοί λόχοι προκάλυψης συμπτύχθηκαν σε αμυντικές θέσεις κοντά στα οχυρά.Μέσα σε αυτά  οι άνδρες περίμεναν την επίθεση με ενθουσιασμό και υψηλό ηθικό παρά το ότι απέναντί τους θα βρισκόταν ο αήττητος γερμανικός στρατός... 

 

Οι αντίπαλες δυνάμεις 

 Οι δυνάμεις που διέθετε η Ελλάδα στη Γραμμή Μεταξά αποτελούνταν από την 18η Μεραρχία Πεζικού, η οποία με επτά Τάγματα Πεζικού ανέπτυσσε την άμυνά της από το Τριεθνές στο όρος Μπέλλες έως τη δυτική όχθη του ποταμού Στρυμόνα, καλύπτοντας μέτωπο περίπου 40 χιλιομέτρων· από την 14η Μεραρχία Πεζικού, επίσης με επτά Τάγματα Πεζικού, η οποία εκτεινόταν από την ανατολική όχθη του Στρυμόνα έως το Οροπέδιο του Κάτω Νευροκοπίου, σε μέτωπο περίπου 70–80 χιλιομέτρων· από την 7η Μεραρχία Πεζικού, με δέκα Τάγματα Πεζικού, που κάλυπτε την περιοχή από το Κάτω Νευροκόπι έως το όρος Κουσλάρ, βόρεια του Παρανεστίου Δράμας, σε μέτωπο περίπου 80–85 χιλιομέτρων· και τέλος από τις Δυνάμεις Θράκης, οι οποίες αποτελούνταν από περίπου έξι έως επτά λόχους πεζικού και είχαν αποστολή την άμυνα του ανατολικότερου τμήματος της οχυρωμένης τοποθεσίας.

Συνολικά 21 οχυρά που τα επάνδρωναν 10.000 οπλίτες πουη είχαν στη διάθεσή τους 24 κανόνια των 75 χιλιοστών,26 αντιαρματικά,16 αντιαεροπορικά,45 όλμους,576 πυροβόλα.Ο οπλισμός τους δεν ήταν ισχυρός,ενώ είχε γίνει και μεταφορά όπλων αλλά και προσωπικού στο αλβανικό μέτωπο για να καλυφθούν εκεί οι μεγάλες ανάγκες.

 Για τις επιχειρήσεις προς την Ελλάδα οι Γερμανοί διέθεσαν ισχυρές και προσεκτικά διαρθρωμένες δυνάμεις. Κύριο βάρος έφερε το 16ο Ορεινό Σώμα Στρατού, ανεπτυγμένο απέναντι από την ελληνοβουλγαρική μεθόριο στον άξονα Πετρίτσι–Νευροκοπίου, με αποστολή την άμεση προσβολή της Γραμμής Μεταξά. Παράλληλα, το 30ό Σώμα Στρατού είχε αναπτυχθεί απέναντι από τον ανατολικό τομέα της ελληνικής άμυνας στη Μακεδονία και τη Θράκη, με σκοπό τη δέσμευση ελληνικών δυνάμεων και την υποστήριξη της γενικής επιχείρησης. Βορειότερα, σε ετοιμότητα επέμβασης, βρισκόταν το 40ό Τεθωρακισμένο Σώμα Στρατού, προορισμένο να εκμεταλλευθεί  ρήγματα και να κινηθεί γρήγορα προς το στρατηγικό βάθος. Στις χερσαίες αυτές δυνάμεις προστέθηκε και το 8ο Σώμα Αεροπορίας, με δύναμη περίπου 650 αεροσκαφών διαφόρων τύπων, γεγονός που καταδεικνύει ότι η γερμανική διοίκηση δεν διακινδύνευε την παραμικρή πιθανότητα αποτυχίας.

 



Τα σημεία εκδήλωσης της επίθεσης

Η κύρια επίθεση εκδηλώθηκε στον τομέα Κρούσια, δυτικά της Γραμμής Μεταξά. Τα Κρούσια αποτελούσαν ακάλυπτη ορεινή ζώνη άμυνας, χωρίς μόνιμα οχυρά· ένα σημείο που, δυστυχώς, επρόκειτο να αποδειχθεί το πιο ευάλωτο τμήμα της αμυντικής διάταξης. Ο δυτικός αυτός τομέας αποτέλεσε τον κύριο άξονα υπερκέρασης της Γραμμής Μεταξά, μέσω του οποίου οι γερμανικές δυνάμεις,κατεβαίνοντας  από το  βουλγαρικό έδαφος, κατόρθωσαν να κινηθούν προς το εσωτερικό και τη Θεσσαλονίκη, απομονώνοντας τα οχυρά χωρίς να τα διασπάσουν.

Ιδιαίτερα σφοδρή υπήρξε η επίθεση του εχθρού κατά της τοποθεσίας Μπέλες, την οποία υπερασπιζόταν η 18η Μεραρχία σε μέτωπο περίπου σαράντα χιλιομέτρων. Σημεία στηρίγματος της άμυνας αποτέλεσαν τα οχυρά Ποποτλίβιτσα, Ιστίμπεη, Κελκαγιά, Αρπαλούκι και Παλιουριώνες.

Επόμενο πεδίο των γερμανικών επιχειρήσεων αποτέλεσε η διάβαση του Στρυμόνα, με κύρια σημεία τα οχυρά Ρούπελ και Καρατάς. Στον τομέα αυτό επρόκειτο να ενεργήσουν ειδικά γερμανικά τμήματα, με εμπειρία από ανάλογες επιχειρήσεις στη Γαλλία, υπό τη διοίκηση του XVIII Ορεινού Σώματος Στρατού.

Στα αριστερά των επιτιθεμένων θα δρούσε η 72η Γερμανική Μεραρχία, με αντικειμενικό σκοπό το Οροπέδιο Νευροκοπίου και τα οχυρά που το κάλυπταν.Παράλληλα, επίθεση εκδηλώθηκε και ανατολικά του ποταμού Νέστου, στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, περιοχή εκτός της Γραμμής Μεταξά, όπου η άμυνα ήταν σαφώς ασθενέστερη λόγω της απουσίας μόνιμων οχυρώσεων.

  Πυρ!

Στον δυτικό τομέα οι ελληνικές δυνάμεις είχαν απώλειες από τις πρώτες συγκρούσεις, καθώς η εμφάνιση γερμανικών μηχανοκίνητων και πεζικών τμημάτων, με υποστήριξη πυροβολικού και αεροπορίας, προκάλεσε φθορά σε προσωπικό και υλικό. Παρά τις απώλειες αυτές, τα ελληνικά τμήματα αντιστάθηκαν σε υψώματα και πρόχειρες θέσεις, προσπαθώντας να καθυστερήσουν τον εχθρό, και υποχώρησαν μόνο όταν η γερμανική προέλαση απείλησε με πλήρη υπερκέραση και αποκοπή.

Το πιο συγκλονιστικό στιγμιότυπο αυτής της μάχης διαδραματίστηκε στο πολυβολείο Π8, όπου ο υπερασπιστής του Δημήτριος Ίτσιος, με αλλεπάλληλες ριπές του πολυβόλου του προκάλεσε βαριές απώλειες στον εχθρό, σκοτώνοντας δεκάδες Γερμανούς στρατιώτες. Όταν τα πυρομαχικά του εξαντλήθηκαν, πιάστηκε αιχμάλωτος και, σύμφωνα με μαρτυρίες, Γερμανός αξιωματικός του απηύθυνε τα λόγια «Είσαι παλικάρι· είναι όλοι οι σύντροφοί σου παλικάρια;» και αμέσως μετά διέταξε την εκτέλεσή του, πράξη που σφράγισε με τον πιο τραγικό τρόπο την ηρωική άμυνα των ελληνικών θέσεων.

 


Η επίθεση κατά μήκος του Μπέλες ήταν τρομερή.Την περιοχή υπερασπιζόταν η 18η Μεραρχία με 6 τάγματα σε μέτωπο 40χμ. έχοντας ως σημεία στήριξης τα οχυρά Ποποτλίβιτσα, Ιστίμπεη,Κελκαγιά,Αρπαλούκι,Παλιουρώνες.Εναντίον αυτής της ζώνης έπεσε το 18ο  ορεινό σώμα στρατού με τέσσερις γερμανικές μεραρχίες.Το βουνό κυριολεκτικά φλεγόταν την ώρα που οι γερμανικές δυνάμεις εφορμούσαν κατά κύματα εναντίον των ελληνικών θέσεων.Οι τηλεφωνικές γραμμές διακόπηκαν και σε συνδυασμό με τον πυκνό καπνό το ελληνικό στρατηγεία έπαψε να διατηρεί τον έλεγχο της μάχης,αγνοώντας τις εξελίξεις σε κάθε μονάδα. Υπό το βάρος της συντριπτικής υπεροχής του αντιπάλου, η ελληνική μεραρχία αναγκάστηκε σταδιακά να συμπτυχθεί, ενώ ιδιαίτερα σθεναρή αντίσταση προέβαλαν τα ελληνικά πολυβολεία που προσπάθησαν να σταματήσουν  την εχθρική προέλαση.Όσον αφορά την αποτελεσματικότητα των βομβαρδισμών εναντίον των οχυρωμένων θέσεων, αυτή υπήρξε σχετικά περιορισμένη. Αιτία αποτέλεσε το γεγονός ότι οι γερμανικές δυνάμεις δεν είχαν πραγματοποιήσει επαρκείς αναγνωριστικές ενέργειες και έτσι δυσκολεύτηκαν να εντοπίσουν τις άριστα παραλλαγμένες ελληνικές θέσεις.


Κάθε μετακίνηση ελληνικών τμημάτων που γινόταν αντιληπτή δεχόταν σχεδόν άμεσα επίθεση.Το αποτέλεσμα ήταν η δημιουργία μεγάλης σύγχυσης και η αδυναμία οργανωμένης αντίδρασης από τα ελληνικά τμήματα. Μέχρι το τέλος της ημέρας, το μεγαλύτερο μέρος του Μπέλες είχε περιέλθει στα χέρια των Γερμανών, ενώ η διείσδυσή τους στο αριστερό πλευρό των αμυνόμενων, από την περιοχή της Ροδόπολης μέσω των Κρουσίων, απειλούσε πλέον ολόκληρο το μέτωπο.


Οι Γερμανοί στα νώτα των Ελλήνων

Από το πρωί της 7ης Απριλίου, τα νέα από το Βελιγράδι προμήνυαν δυσμενείς εξελίξεις για τον τομέα της Δοϊράνης, όπου συνέκλιναν οι ελληνικές και οι γιουγκοσλαβικές δυνάμεις. Η 2η Τεθωρακισμένη Μεραρχία είχε προελάσει ταχύτατα στο γιουγκοσλαβικό έδαφος και βρισκόταν πλέον έτοιμη να διαβεί τον διάδρομο του Αξιού. Η Θεσσαλονίκη διέτρεχε άμεσο κίνδυνο.

Απέναντι σε αυτή τη θωρακισμένη μεραρχία, της οποίας η προέλαση συνοδευόταν από τη συνδρομή της αεροπορίας εφόδου, η 19η Ελληνική Μηχανοκίνητη Μεραρχία αντικειμενικά δεν μπορούσε να αντιταχθεί αποτελεσματικά. Λόγω της γενικευμένης αποδιοργάνωσης και των ανεπαρκών επικοινωνιών, η μεραρχία δεν κατόρθωσε ουσιαστικά να εμπλακεί στον αγώνα. Μέχρι το απόγευμα της 8ης Απριλίου, οι ελληνικές δυνάμεις στην περιοχή είχαν πλέον αποδιοργανωθεί πλήρως, επιτρέποντας στους Γερμανούς να κινηθούν ανενόχλητοι προς τη Θεσσαλονίκη.

 


 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις