Η ΣΦΑΓΗ ΤΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΩΝ ΣΤΟΝ ΙΠΠΟΔΡΟΜΟ ΤΟ 390 μ.Χ.
του Θάνου Δασκαλοθανάση
Η Σφαγή της Θεσσαλονίκης (390 μ.Χ.): Η εξέγερση, οι αιτίες και οι μαρτυρίες των πηγών
Οι λαϊκές εξεγέρσεις στο Βυζάντιο (4ος–15ος αι.) κάθε άλλο παρά σπάνιες ή τυχαίες ήταν· είχαν σαφείς αιτίες και συγκεκριμένο κοινωνικό περιεχόμενο. Εκδηλώνονταν κυρίως στις μεγάλες αστικές περιοχές, όπου η πυκνή συγκέντρωση πληθυσμού, οι έντονες οικονομικές ανισότητες, η παρουσία ισχυρών φατριών και η ζωηρή πολιτική δραστηριότητα δημιουργούσαν πρόσφορο έδαφος για αναταραχές.
Ιστορική για τη σκληρότητά της έχει μείνει η σφαγή περίπου 7.000 Θεσσαλονικέων στον Ιππόδρομο το 390 μ.Χ., έπειτα από τη διαταγή του αυτοκράτορα Θεοδοσίου Α'. Η πράξη αυτή θεωρείται μία από τις πιο σκοτεινές στιγμές της ύστερης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, καθώς αποσκοπούσε στην παραδειγματική τιμωρία της εξέγερσης που είχε προηγηθεί εναντίον της τοπικής φρουράς, αποτελούμενης κυρίως από Γότθους υπό τη διοίκηση του Βουτέριχου.
Ο Θεοδόσιος Α' (379–395 μ.Χ.), προσπαθώντας να αντιμετωπίσει τον διαρκή κίνδυνο των Γότθων στα βόρεια σύνορα, επιδόθηκε ήδη από τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του σε πολιτική προσέγγισης: τους παραχώρησε γη, προνόμια και συχνά τους ενσωμάτωσε στη στρατιωτική ιεραρχία. Παρά ταύτα, οι γηγενείς πληθυσμοί, συχνά θύματα των προηγούμενων γοτθικών επιδρομών, αντιμετώπιζαν με καχυποψία, φόβο και μίσος την εγκατάσταση γοτθικών ομάδων μέσα στα εδάφη της αυτοκρατορίας. Η ένταση αυτή ήταν ιδιαίτερα αισθητή στη Θεσσαλονίκη, μια πολυπληθή και ακμάζουσα πόλη, όπου η φρουρά αποτελούνταν σχεδόν αποκλειστικά από Γότθους στρατιώτες.
Σύμφωνα με μία από τις βασικές εκδοχές των εκκλησιαστικών συγγραφέων, η αφορμή των γεγονότων υπήρξε η σύλληψη ενός εξαιρετικά δημοφιλούς ηνιόχου του Ιπποδρόμου από τον Βουτέριχο. Ο ηνίοχος, κατηγορημένος για ομοφυλοφιλία βάσει ενός πρόσφατου διατάγματος του Θεοδοσίου, φυλακίστηκε λίγο πριν από τις επίσημες ιπποδρομίες. Οι Θεσσαλονικείς, φανατικοί υποστηρικτές των αρματοδρομιών και ιδιαιτέρως προσκολλημένοι στα είδωλα της εποχής —όπως σήμερα οι φίλαθλοι στους σύγχρονους ποδοσφαιριστές— απαίτησαν επίμονα την απελευθέρωσή του. Όταν ο διοικητής αδιαφόρησε και αρνήθηκε κατηγορηματικά, η συσσωρευμένη δυσαρέσκεια μετατράπηκε σε ανεξέλεγκτη οργή. Ακολούθησε εξέγερση, κατά την οποία ο Βουτέριχος και οι περισσότεροι Γότθοι της φρουράς σκοτώθηκαν, ενώ δεν έλειψαν οι λεηλασίες και οι επιθέσεις κατά αξιωματούχων.
Ωστόσο, οι μαρτυρίες του Ιωάννη Μαλάλα και του Θεοφάνη του Ομολογητή προσφέρουν μια διαφορετική, συχνά θεωρούμενη πιο αξιόπιστη και βαθύτερη ερμηνεία των γεγονότων. Ο Ιωάννης Μαλάλας, χρονογράφος του 6ου αιώνα, τονίζει πως τα πραγματικά αίτια της εξέγερσης δεν ήταν η σύλληψη του ηνιόχου, αλλά η αγανάκτηση του λαού για την παρουσία των αυτοκρατορικών στρατευμάτων στην πόλη. Σύμφωνα με τον θεσμό του μητάτου, οι πολίτες ήταν υποχρεωμένοι να συντηρούν και να στεγάζουν τους στρατιώτες εις βάρος των δικών τους πόρων. Η επίταξη αγαθών και κατοικιών, η οικονομική επιβάρυνση και η καθημερινή τριβή με τους στρατιώτες είχαν δημιουργήσει κλίμα έντονης δυσαρέσκειας, που η υπόθεση του ηνιόχου απλώς πυροδότησε.
Παρόμοια είναι και η μαρτυρία του Θεοφάνη του Ομολογητή, ο οποίος περιγράφει την παρουσία Γότθων φρουρών με έναν αγενή, σκληρό και ανίκανο διοικητή, ο οποίος προκαλούσε διαρκώς το δημόσιο αίσθημα με τη βίαιη συμπεριφορά του. Για τον Θεοφάνη, η φυλάκιση του ηνιόχου δεν ήταν παρά η αφορμή· η ουσία της εξέγερσης βρισκόταν στη μακρόχρονη καταπίεση, στη βιαιότητα των στρατιωτικών και στην αυθαίρετη επίταξη των αγαθών των πολιτών. Με άλλα λόγια, η εξέγερση ήταν η έκρηξη μιας συσσωρευμένης κοινωνικής οργής.
Όταν ο Θεοδόσιος έλαβε την είδηση των ταραχών, βρισκόμενος στα Μεδιόλανα, εξοργίστηκε. Αντιμετώπισε το γεγονός ως σοβαρή προσβολή κατά της αυτοκρατορικής εξουσίας. Παρά τις παρακλήσεις του επισκόπου Αμβροσίου Μεδιολάνων να επιδείξει επιείκεια, ο αυτοκράτορας διέταξε σκληρή τιμωρία της πόλης.
Η εκτέλεση της διαταγής υπήρξε αποτρόπαια. Οι αξιωματούχοι ανακοίνωσαν την πραγματοποίηση αγώνων στον Ιππόδρομο και ο λαός, ανυποψίαστος, συνέρρευσε μαζικά. Μόλις ο χώρος γέμισε, οι Γότθοι στρατιώτες έκλεισαν τις εξόδους, εισέβαλαν στην αρένα και άρχισαν μια αδιάκριτη σφαγή, που διήρκεσε ώρες. Οι χρονικογράφοι μιλούν για 7.000 νεκρούς, ενώ ορισμένοι μεταγενέστεροι ιστορικοί ανεβάζουν τον αριθμό ακόμη και στις 15.000.
Η τραγωδία συγκλόνισε την αυτοκρατορία. Λίγους μήνες αργότερα, όταν ο Θεοδόσιος επιχείρησε να μεταβεί στην Εκκλησία των Μεδιολάνων, ο Αμβρόσιος τον σταμάτησε στην είσοδο, λέγοντάς του: «Είναι τα χέρια σου βαμμένα με αίμα». Στην απάντηση του αυτοκράτορα πως «και ο Δαβίδ αμάρτησε», ο επίσκοπος ανταπέδωσε: «Τον μιμήθηκες στο έγκλημα· μιμήσου τον και στη μετάνοια». Συντετριμμένος, ο Θεοδόσιος υποχώρησε και λέγεται πως η μετάνοιά του υπήρξε ειλικρινής.



Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου