Ο ματωμένος Δεκέμβρης του 1944
Οι 33 Μέρες της Φωτιάς
Η λέξη «Δεκεμβριανά» είναι βαριά φορτισμένη από τα δραματικά γεγονότα εκείνων των ημερών του Δεκέμβρη του 1944. Παραπέμπει σε αδελφοκτόνες μάχες, που είναι πάντα πιο σκληρές, πιο άγριες και πιο επώδυνες από εκείνες ενός κανονικού πολέμου.
Τα σημάδια που υπάρχουν ακόμη στους τοίχους παλιών κτιρίων της Αθήνας, οι φωτογραφίες και οι διηγήσεις μαρτυρούν τον ματωμένο εκείνο Δεκέμβρη, που δυστυχώς ήταν μόνο η αρχή για ό,τι επρόκειτο να ακολουθήσει στην πατρίδα μας τα επόμενα, τουλάχιστον, έξι χρόνια.
«Οι συμφορές που προκάλεσε η εμφύλια διαμάχη (…) ήταν πολλές και τρομερές, όπως έχουν συμβεί και πάντα θα συμβαίνουν, καθώς η ανθρώπινη φύση δεν αλλάζει.»
Θ Ο Υ Κ Ι Δ Ι Δ Η Σ
Οι Δεκεμβριανές συγκρούσεις του 1944 δεν ξέσπασαν ξαφνικά, αλλά αποτέλεσαν το αποκορύφωμα μιας βαθιάς πολιτικής, κοινωνικής και ιδεολογικής σύγκρουσης που είχε ξεκινήσει από τα χρόνια της Κατοχής. Από τη μία πλευρά βρισκόταν η κυβέρνηση και η αστική τάξη, που επιδίωκαν την αποκατάσταση της προπολεμικής τάξης πραγμάτων και τον έλεγχο του κράτους, με τη στήριξη των Άγγλων, οι οποίοι ήθελαν να διασφαλίσουν την Ελλάδα στη δική τους σφαίρα επιρροής. Από την άλλη πλευρά, το ΕΑΜ και ο ΕΛΑΣ, με μεγάλη λαϊκή υποστήριξη, διεκδικούσαν ριζικές κοινωνικές αλλαγές, συμμετοχή στην εξουσία και, για ορισμένους, την προοπτική μιας λαϊκής δημοκρατίας. Είχαν προηγηθεί οι συμφωνίες του Λιβάνου και της Καζέρτας, που καθόριζαν τη συμμετοχή του ΕΑΜ στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας και έθεταν τον ΕΛΑΣ υπό βρετανική διοίκηση.Η ένταση κορυφώθηκε με τη διαταγή αφοπλισμού του ΕΛΑΣ και τη διαδήλωση της 3ης Δεκεμβρίου, οδηγώντας στις ένοπλες συγκρούσεις στην Αθήνα, οι οποίες κατέληξαν με την ήττα του ΕΑΜ και τη Συμφωνία της Βάρκιζας.
Τετάρτη 29 Νοεμβρίου 1944
Δυνάμεις του ΕΛΑΣ τίθενται σε επιφυλακή και είναι έτοιμες να κινηθούν προς την Αθήνα. Η Πολιτοφυλακή λαμβάνει εντολές να μην υπακούσει στις κυβερνητικές αποφάσεις για παράδοση των όπλων και διάλυσή της. Η κυβέρνηση εκδίδει σχετικό διάταγμα, το οποίο οι αριστεροί υπουργοί αρνούνται να υπογράψουν και τελικώς παραιτούνται. Ακολουθούν επιθέσεις της Πολιτοφυλακής κατά της νεοσύστατης Εθνοφυλακής. Δίνονται νέες οδηγίες για τη μετακίνηση μονάδων του ΕΛΑΣ προς την πρωτεύουσα.
Παρασκευή 1 Δεκεμβρίου
Ο Βρετανός στρατηγός Ρόναλντ Σκόμπι, διοικητής των ελληνικών και βρετανικών στρατευμάτων, διατάσσει την αποστράτευση όλων των ανδρών της ελληνικής Αντίστασης. Συγκαλείται σύσκεψη της κυβέρνησης υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου, χωρίς τη συμμετοχή των υπουργών του ΕΑΜ. Αποφασίζεται να εφαρμοστεί άμεσα ο αφοπλισμός της αριστερής Πολιτοφυλακής και να παραδώσει τα όπλα της στη νεοσύστατη Εθνοφυλακή.Το Α΄ Σώμα Στρατού του ΕΛΑΣ συντάσσει «Σχέδιο Ενεργείας» που προβλέπει άμεση στρατιωτική επέμβαση.
Σάββατο 2 Δεκεμβρίου
Η Κεντρική Επιτροπή του ΕΑΜ κηρύσσει συλλαλητήριο για την Κυριακή 3 Δεκεμβρίου και γενική απεργία για τη Δευτέρα 4 Δεκεμβρίου. Αρχικά δίνεται κυβερνητική άδεια για το συλλαλητήριο, αλλά όταν γίνονται γνωστές οι κινήσεις του ΕΛΑΣ, η άδεια ανακαλείται. Άμεσα η κυβέρνηση συντάσσει και υπογράφει διάταγμα για τη διάλυση όλων των αντάρτικων οργανώσεων από τις 10 Δεκεμβρίου. Στο επίσημο όργανο του κόμματος, τον Ριζοσπάστη, δημοσιεύονται άρθρα στελεχών του ΚΚΕ–ΕΑΜ που καλούν τον λαό σε αγώνα για να ακυρωθούν τα σχέδια της κυβέρνησης και των Άγγλων.
Κυριακή 3 Δεκεμβρίου – Το συλλαλητήριο
Μετά τους πανηγυρισμούς για την απελευθέρωση, το σκοτάδι, η αβεβαιότητα και η αστάθεια πλανιόνταν στην πόλη. Εκείνος ο Δεκέμβρης ήταν κρύος, και η έλλειψη τροφίμων και καυσίμων έκανε την κατάσταση ακόμη δυσκολότερη. Οι αντεγκλήσεις και οι κατηγορίες για δωσιλογισμό,η απόδοση ευθυνών, βρίσκονταν στο επίκεντρο όλων των συζητήσεων. Φόβος και ανασφάλεια διακατείχαν τους κατοίκους.
Από νωρίς το πρωί πλήθος κόσμου —ανάμεσά τους κομμουνιστές, σοσιαλιστές, δημοκράτες και μέλη του ΕΑΜ— κατευθύνονταν προς το κέντρο της πρωτεύουσας.Αρκετοί συμμετείχαν κάτω από την πίεση των μεγαφώνων, που προειδοποιούσαν ότι όποιος δεν παρευρισκόταν θα θεωρούνταν εχθρός του λαού. Το ΕΑΜ είχε καταφέρει να συσπειρώσει μεγάλο τμήμα του πληθυσμού, ο οποίος εμπιστευόταν περισσότερο την αντιστασιακή οργάνωση παρά την προσωρινή κυβέρνηση.
Η συγκέντρωση γινόταν για να διαμαρτυρηθεί ο κόσμος για την απόφαση της κυβέρνησης να αφοπλίσει τις αντάρτικες ομάδες που είχαν πολεμήσει τους Γερμανούς και να τις αντικαταστήσει με νέο στρατό. Στο μυαλό πολλών υπήρχε ο φόβος ότι ένας νέος στρατός θα έφερνε πίσω τον μη δημοφιλή βασιλιά Γεώργιο και θα αποκαθιστούσε το προπολεμικό πολιτικό καθεστώς.
Τα χιλιάδες μέλη του ΕΑΜ πίστευαν ότι οι αντιστασιακές δυνάμεις έπρεπε να παραμείνουν ως αντίβαρο στις παραπάνω εξελίξεις. Η ηγεσία του ΚΚΕ, όμως, είχε ευρύτερους σχεδιασμούς: θεωρώντας ότι δεν μπορούσε να επιτύχει την κυριαρχία μέσω εκλογών, ήθελε μέσω του ΕΑΜ να διατηρήσει επιρροή και ενδεχομένως να διεκδικήσει τον έλεγχο της χώρας. Η αποστράτευση του ΕΛΑΣ σήμαινε ότι το ΚΚΕ θα έχανε την βασική του δύναμη για ουσιαστική παρέμβαση στα πολιτικά πράγματα.
Οι δύο πόλοι ήταν ξεκάθαροι: από τη μία οι ριζοσπάστες που ζητούσαν την επιβολή της λαϊκής θέλησης και μια κυβέρνηση του λαού, και από την άλλη οι αστοί κυβερνητικοί που επιδίωκαν την επιστροφή στο προπολεμικό καθεστώς. Ανάμεσά τους κυριαρχούσε η καχυποψία: το ΕΑΜ δεν πίστευε στις εκκλήσεις για σταθερότητα και ειρήνευση, θεωρώντας ότι πίσω από αυτές κρυβόταν η μοναρχία και οι μελλοντικές πολιτικές διώξεις. Από την άλλη πλευρά, η Δεξιά πίστευε ότι το ΕΑΜ κάλυπτε τις βλέψεις του ΚΚΕ για εγκαθίδρυση κράτους σοβιετικού τύπου. Το τι πραγματικά θα συνέβαινε δεν μπορούσε να το προεξοφλήσει κανείς.
Στη μεταπολεμική
Ελλάδα, πάντως, η δυναμική που είχε αναπτυχθεί από τα κινήματα της Αντίστασης
ήταν ισχυρή, αποδυναμώνοντας την επιρροή των παλαιών παραδοσιακών ελίτ και των
προπολεμικών κομμάτων. Οι πεισματώδεις και συχνά βιαστικές ενέργειες της
ηγεσίας της Αριστεράς, όμως, οδήγησαν τελικά στο αντίθετο αποτέλεσμα: συνέβαλαν
στην επιστροφή στο προπολεμικό καθεστώς που οι ίδιοι οι διαδηλωτές ήθελαν να
αποτρέψουν. Αυτό που διεκδικούσαν οι άνθρωποι που κατέβηκαν στο συλλαλητήριο
—τη συμμετοχή δηλαδή στην πολιτική ζωή, όπως την είχαν βιώσει και διεκδικήσει
μέσα από την Κατοχή και την Αντίσταση— δεν πραγματοποιήθηκε, παρά τις
προσδοκίες τους.
Γύρω στις 10.00 ο κύριος όγκος των διαδηλωτών πορεύεται στη λεωφόρο Βασιλίσσης Αμαλίας και πλησιάζει προς την πλατεία Συντάγματος. Η αστυνομική δύναμη έχει εντολές να προστατεύσει τα κτίρια «υψηλού κινδύνου», δηλαδή το Υπουργείο Στρατιωτικών, τη Διεύθυνση Αστυνομίας και το ξενοδοχείο Μεγάλη Βρετανία, όπου διέμεναν Άγγλοι και άλλοι ξένοι διπλωμάτες. Σχετικά με το αν κάποιοι από τους διαδηλωτές έφεραν οπλισμό, το πιθανότερο είναι ότι μεταξύ τους υπήρχαν οπλισμένα μέλη του ΕΛΑΣ, ενώ ορισμένοι κρατούσαν ελαφρά όπλα.
Καθώς οι αστυνομικοί είχαν υπηρετήσει υπό τις διαταγές των κατοχικών αρχών, πολλοί από αυτούς κατηγορήθηκαν —δικαίως ή αδίκως— για δωσιλογισμό. Είχε περάσει πολύ λίγος χρόνος από την Απελευθέρωση και η κυβέρνηση υποσχόταν ότι θα προχωρούσε σε ριζική εκκαθάριση του σώματος, διαχωρίζοντας τους προδότες από τους πατριώτες. Το πλήθος που διαδήλωνε στην Αθήνα, όμως, τους θεωρούσε συλλήβδην όλους ως εχθρούς.
Γύρω στις 10.30 οι διαδηλωτές φτάνουν στη διασταύρωση των οδών Βασιλίσσης Σοφίας, Βασιλίσσης Αμαλίας και Πανεπιστημίου. Η αστυνομική δύναμη, κάτω από την πίεση, αναγκάζεται να υποχωρήσει. Αρχίζουν συμπλοκές ανάμεσα σε αστυνομικούς και διαδηλωτές. Υπάρχουν τραυματισμοί, ενώ κάποιοι διαδηλωτές παίρνουν τα όπλα των αστυνομικών. Σύμφωνα με μέλη του ΕΑΜ, αστυφύλακες προσχωρούν στους διαδηλωτές. Εκτοξεύεται χειροβομβίδα και σκοτώνεται επί τόπου ο υπαρχιφύλακας της Τροχαίας Ι. Λαμπρόπουλος. Οι διαδηλωτές κινούνται προς το κτίριο της Αστυνομίας,κάποιοι αστυνομικοί ρίχνουν σποραδικά πυρά εναντίον τους. Η διαταγή δίνεται από τον αρχηγό της Αστυνομίας Άγγελο Έβερτ, κατόπιν εντολής της κυβέρνησης να διαλυθεί με κάθε μέσο η συγκέντρωση. Υπάρχουν νεκροί και τραυματίες μεταξύ των διαδηλωτών.
Όταν μετά από μισή ώρα σταματούν οι πυροβολισμοί,πάνω από 22 άτομα κείτονται στο έδαφος,εκ των οποίων 12 νεκροί.Μερικοί τολμηροί τραβούν πίσω τα σώματα των συντρόφων τους.Η οργή ξεχειλίζει στην πλατεία,ο κόσμος είναι αγανακτισμένος και ασυγκράτητος.
Το Α΄ Σώμα Στρατού του ΕΛΑΣ εκδίδει εντολή για άμεση κινητοποίηση την επόμενη ημέρα, με στόχο τον αφοπλισμό των αστυνομικών τμημάτων, αλλά με οδηγία να αποφευχθεί κάθε εμπλοκή με τους Άγγλους.
Μικρής έκτασης επεισόδια σημειώνονται και έξω από την οικία του πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου, στην οδό Βασιλίσσης Σοφίας 14.
Έως το μεσημέρι, ένα δεύτερο κύμα διαδηλωτών περνά τις ζώνες αποκλεισμού και ενώνεται με τους υπόλοιπους. Στην πλατεία βρίσκονται πλέον πάνω από 60.000 άνθρωποι. Όσοι αστυνομικοί δεν προλαβαίνουν να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους πέφτουν στα χέρια των διαδηλωτών, οι οποίοι τους υβρίζουν και τους κακοποιούν. Το πλήθος στην πλατεία φωνάζει συνθήματα κατά της κυβέρνησης αλλά υπέρ των Συμμάχων, κυματίζοντας αμερικανικές, αγγλικές και ρωσικές σημαίες.Δύο λόχοι Βρετανών στρατιωτών επεμβαίνουν και καταφέρνουν να απομακρύνουν το πλήθος χωρίς χρήση όπλων. Μεταξύ διαδηλωτών και Βρετανών, αρχικά, δεν σημειώνεται καμία εχθρότητα.Συνολικά ανακοινώνονται 11 νεκροί διαδηλωτές και πολλοί τραυματίες, ενώ το ΕΑΜ υποστήριξε ότι οι νεκροί ανέρχονταν σε 21.
Αμέσως μετά ξεσπούν συγκρούσεις σε διάφορα σημεία στην Αθήνα. Ο ΕΛΑΣ επιτίθεται σε κυβερνητικές δυνάμεις και σε αντικομμουνιστικές οργανώσεις, ανάμεσά τους και η οργάνωση "Χ", που είχε την έδρα της στο Θησείο. Η μάχη αυτή θεωρείται η αρχή των Δεκεμβριανών συγκρούσεων. Η υπεροχή των ανδρών του ΕΛΑΣ αναγκάζει τα μέλης της "Χ" να συμπτυχθούν με την κάλυψη βρετανικών τεθωρακισμένων οχημάτων.
Προς το απόγευμα, ο Γεώργιος Παπανδρέου με διάγγελμά του καταγγέλλει την πολιτική της Άκρας Αριστεράς, ενώ ο στρατηγός Σκόμπι εκδίδει διαταγή για την αποχώρηση του ΕΛΑΣ και της Πολιτοφυλακής από την Αθήνα, δίνοντας διορία έως τις 7 Δεκεμβρίου.
Αργά το βράδυ, άνθρωποι του ΕΑΜ που εργάζονταν στις αντίστοιχες υπηρεσίες πετυχαίνουν τη διακοπή της ηλεκτροδότησης, καθώς και την αχρήστευση των πέντε από τα έξι τηλεφωνικά κέντρα της Αθήνας. Με τον τρόπο αυτό μεθοδευόταν η αρχή της γενικευμένης εξέγερσης στην πρωτεύουσα.
Ήταν ολοφάνερη πλέον η στρατιωτική κλιμάκωση που οδηγούσε σε μια πολεμική αναμέτρηση τις αμέσως επόμενες ημέρες.
ΟΙ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΤΩΝ ΑΝΤΙΠΑΛΩΝ
Οι δυνάμεις που στήριζαν την κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου αποτελούνταν από έναν συνδυασμό ελληνικών και βρετανικών στρατιωτικών σωμάτων. Η στρατιωτική ισορροπία έγερνε αποφασιστικά υπέρ της κυβέρνησης χάρη στη μαζική επέμβαση των Βρετανών, οι οποίοι είχαν στόχο να διασφαλίσουν τον έλεγχο της Ελλάδας στη δική τους σφαίρα επιρροής.
Οι βρετανικές δυνάμεις, υπό τη διοίκηση του στρατηγού Ρόναλντ Σκόμπι, αριθμούσαν περίπου 30.000 έως 35.000 άνδρες και περιλάμβαναν μονάδες πεζικού, αρμάτων μάχης, πυροβολικού και καταδρομών, καθώς και ισχυρή αεροπορική και ναυτική υποστήριξη. Η βρετανική επέμβαση υπήρξε καθοριστική για την έκβαση των συγκρούσεων, αφού οι ελληνικές κυβερνητικές δυνάμεις από μόνες τους δεν διέθεταν επαρκή ισχύ για να αντιμετωπίσουν τον ΕΛΑΣ.
Από τις ελληνικές δυνάμεις, η 3η Ελληνική Ορεινή Ταξιαρχία ήταν η πιο αξιόμαχη μονάδα. Είχε πολεμήσει στο πλευρό των Συμμάχων στην Ιταλία και έφτασε στην Ελλάδα λίγο πριν από τα γεγονότα του Δεκεμβρίου. Αριθμούσε περίπου 3.000 έως 3.500 στρατιώτες και διοικούνταν από τον συνταγματάρχη Θρασύβουλο Τσακαλώτο. Πολέμησε με πειθαρχία και σημαντική αποτελεσματικότητα υπέρ της κυβέρνησης, κυρίως στις περιοχές γύρω από το Σύνταγμα, τον Λυκαβηττό και το Ζάππειο.
Η Εθνοφυλακή, που είχε συγκροτηθεί μόλις λίγες εβδομάδες πριν, αποτελούσε μια δύναμη περίπου 1.000 έως 1.500 ανδρών. Απαρτιζόταν κυρίως από πρώην αξιωματικούς, και εφέδρους, με περιορισμένη εκπαίδευση και μέτριο εξοπλισμό. Ο ρόλος της ήταν κυρίως η υποστήριξη των επιχειρήσεων των Βρετανών και η κατοχή θέσεων μέσα στην πόλη.
Σημαντικό ρόλο είχαν οι δυνάμεις της Αστυνομίας και της Χωροφυλακής, υπό τον αρχηγό Άγγελο Έβερτ. Αυτές αριθμούσαν περίπου 9.000 άνδρες και κρατούσαν τα κεντρικά δημόσια κτίρια της Αθήνας, όπως το Υπουργείο Εσωτερικών, τη Διεύθυνση Αστυνομίας και το ξενοδοχείο Μεγάλη Βρετανία. Ήταν οι πρώτες δυνάμεις που συγκρούστηκαν με τους διαδηλωτές και τις ομάδες του ΕΑΜ στις 3 Δεκεμβρίου 1944.
Ο Ιερός Λόχος δεν συμμετείχε στα Δεκεμβριανά. Την περίοδο εκείνη βρισκόταν σε επιχειρήσεις στο Αιγαίο και τα Δωδεκάνησα, συμμετέχοντας σε αποστολές απελευθέρωσης των νησιών από τους Γερμανούς, υπό βρετανική διοίκηση.
Κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών του 1944, ο Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός (ΕΛΑΣ) αποτέλεσε τη βασική αντίπαλη δύναμη απέναντι στις κυβερνητικές και βρετανικές δυνάμεις. Στην Αττική και τον Πειραιά διέθετε περίπου 10.000 έως 15.000 μαχητές, από τους οποίους οι 8.000 επιχειρούσαν μέσα στην πόλη της Αθήνας και στα προάστια, ενώ οι υπόλοιποι βρίσκονταν στις γύρω περιοχές, όπως στην Καισαριανή, στον Υμηττό, στο Χαϊδάρι και στον Πειραιά. Ο ΕΛΑΣ της Αττικής υπαγόταν στο Α΄ Σώμα Στρατού, με γενικό στρατιωτικό αρχηγό τον Στέφανο Σαράφη και σημαντικούς τοπικούς διοικητές.
Ο οπλισμός του ΕΛΑΣ ήταν ελαφρύς και ανομοιόμορφος, αποτελούμενος κυρίως από τουφέκια, πολυβόλα, αυτόματα όπλα και λίγα αντιαρματικά. Δεν διέθετε βαριά πυροβόλα, άρματα ή αεροπορία, σε αντίθεση με τις βρετανικές δυνάμεις. Πέρα από τον ελλιπή οπλισμό και τη δυσκολία ανεφοδιασμού, έπρεπε να γίνει και γρήγορα η μεταφορά μονάδων από την επαρχία στο κέντρο. Το μεγάλο πρόβλημα, όμως, για τον ΕΛΑΣ ήταν διαφορετικό: για πρώτη φορά καλούνταν να πολεμήσει εναντίον καλά οργανωμένου τακτικού στρατού, σε συγκεκριμένο και περιορισμένο χώρο μέσα σε πόλη. Παρ’ όλα αυτά, οι άνδρες του διέθεταν υψηλό ηθικό, εμπειρία από την Κατοχή και ισχυρή λαϊκή υποστήριξη στις συνοικίες.
Το σχέδιο του ΕΛΑΣ αρχικά προέβλεπε την εξουδετέρωση των μικρών αστυνομικών τμημάτων,αποδυναμώνοντας και τη δράση αυτών που δεν θα είχαν ακόμη καταληφθεί.Κατόπιν θα γινόταν επιχειρήσεις κατά μεγάλων στόχων όπως το Σύνταγμα Χωροφυλακής Αθηνών,τη Σχολή Χωροφυλακής κ.ά.Αφού ερχόταν οι ενισχύσεις από την επαρχία θα μεθοδευόταν η επίθεση κατά της Ορεινής Ταξιαρχίας στο Γουδί.Στόχος ήταν να μη γίνει άμεσα εμπλοκή με τις βρετανικές δυνάμεις αλλά να απομονωθούν αυτές από τα ελληνικά τους στηρίγματα.
Δευτέρα 4 Δεκεμβρίου
Το δεύτερο Σύνταγμα της ΙΙ Μεραρχίας του ΕΛΑΣ καθώς κινείται στις περιοχές Ψυχικού και Φιλοθέης βρίσκεται αντιμέτωπο με βρετανικές δυνάμεις και αφοπλίζεται.Το γεγονός αυτό δείχνει ότι η ηγεσία του ΕΛΑΣ είχε δώσει ρητές εντολές να μην υπάρξει αρχικά τουλάχιστον σύγκρουση με τους Βρετανούς.
Το μεσημέρι γίνονται οι κηδείες των νεκρών διαδηλωτών της προηγούμενης μέρας.Ακολουθεί νέο ογκώδες συλλαλητήριο που περιφρουρείται από οπλισμένους άνδρες του ΕΛΑΣ.Στην κορυφή είναι τρεις νεαρές γυναίκες που κρατούν ένα πανό που γράφει: "Όταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας, διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα". Για μια ακόμη φορά στην πορεία συμμετέχουν πολλές γυναίκες,παιδιά, άνθρωποι όλων των ηλικιών.
Η πορεία περνά από την πλατεία Ομονοίας.Άνδρες της αστυνομίας,της οργάνωσης "Χ" είναι σε στέγες σπιτιών και σε μπαλκόνια ξενοδοχείων στοχεύουν τους διαδηλωτές.Η οργάνωση "Χ" έχει στις τάξεις της φανατικούς αντικομμουνιστές που ζητούσαν αντίποινα για τις ακρότητες που είχαν διαπραχθεί από την Αριστερά σε βάρος των συγγενών τους.Αρχίζει ανταλλαγή πυρών ανάμεσα σε αστυνομικόυς και τους ένοπλους άνδρες που περιφρουρούσαν τη διαδήλωση.Η διαδήλωση σκορπίζει,πάνω από 40 είναι οι νεκροί.
Από το απόγευμα, δυνάμεις του ΕΛΑΣ επιτίθενται και καταλαμβάνουν πολλά αστυνομικά τμήματα σε Αθήνα και Πειραιά, καθώς και τις φυλακές Βουλιαγμένης. Αστυνομικοί πυροβολούνται επί τόπου, ενώ άλλοι συλλαμβάνονται και υφίστανται βαριά κακομεταχείριση. Βρετανοί στρατιώτες επιχειρούν να σώσουν ανθρώπους που βασανίζονται ή κινδυνεύουν με εκτέλεση, γινόμενοι μάρτυρες σκηνών απίστευτης αγριότητας. Ελασίτες, μπροστά τους, κακοποιούν αστυνομικούς, τούς βγάζουν τα μάτια,τους πελεκούν με μπαλτάδες, ενώ οι Βρετανοί αδυνατούν να παρέμβουν. Συχνά, μια σφαίρα στο κεφάλι θεωρείται ότι «λυτρώνει» τα θύματα από περαιτέρω βασανιστήρια. Η ωμή και σαδιστική αγριότητα του εμφυλίου πολέμου εκδηλώνεται σε κτηνώδεις πράξεις βίας από μέρους των Ελασιτών.
Μετά το τέλος της ημέρας ο ΕΛΑΣ έχει επικρατήσει στο μεγαλύτερο μέρος της πρωτεύουσας,οι Βρετανοί τηρούν στάση αναμονής ενώ δεν έχει εμπλακεί ακόμα η Ορεινή Ταξιαρχία που στρατοπεδεύει στο Γουδή.
Τρίτη 5 Δεκεμβρίου
Συνεχίζονται οι στοχευμένες επιθέσεις σε κτίρια και εγκαταστάσεις της Αστυνομίας και της Χωροφυλακής, καθώς και στις φυλακές Συγγρού, όπου διεξάγονται σκληρές μάχες. Από τις πρώτες κιόλας στιγμές, ο ΕΛΑΣ στράφηκε κατά του Αρχηγείου της Χωροφυλακής, το οποίο πολιορκήθηκε από τις αντάρτικες δυνάμεις.Για πρώτη φορά οι βρετανικές δυνάμεις επενέβησαν ενεργά και, με τη χρήση πυρών υποστήριξης, ανάγκασαν τις μονάδες του ΕΛΑΣ να αποσυρθούν.Λίγο αργότερα θα φύγουν από το σημείο της εμπλοκής με τους αντάρτες να επανέρχονται. Έπειτα από δύο ημέρες σφοδρών συγκρούσεων, οι άνδρες του ΕΛΑΣ κατόρθωσαν να το καταλάβουν, έχοντας υποστεί σημαντικές απώλειες. Αρκετοί χωροφύλακες συνελήφθησαν και εκτελέστηκαν επιτόπου, ενώ άλλοι κατόρθωσαν να διαφύγουν μέσω καταπακτής που οδηγούσε στο γκαράζ του κτιρίου. Μεταξύ των κύριων στόχων του ΕΛΑΣ συγκαταλέγονταν η Γενική και η Ειδική Ασφάλεια.
Άμεσος στόχος των ανταρτών ήταν και η ακροδεξιά οργάνωση «Χ», η οποία διατηρούσε εγκαταστάσεις στο Θησείο. Η οργάνωση είχε ιδρυθεί τον τελευταίο χρόνο της Κατοχής ως αντίβαρο στην αυξανόμενη ισχύ του ΕΑΜ–ΕΛΑΣ και διοικούνταν από τον αντισυνταγματάρχη Γεώργιο Γρίβα. Οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ εξαπέλυσαν αιφνιδιαστική επίθεση με σκοπό την κατάληψη του κτιρίου και την εξουδετέρωση των ενόπλων της «Χ», οι οποίοι αριθμούσαν μερικές δεκάδες άνδρες. Οι μάχες υπήρξαν ιδιαίτερα σφοδρές, καθώς οι Χίτες αμύνθηκαν οργανωμένα, κρατώντας τις θέσεις τους στο κεντρικό κτίριο και στα γύρω σημεία. Ο ΕΛΑΣ χρησιμοποίησε πολυβόλα και αυτόματα όπλα για να διασπάσει την άμυνα και να αποκόψει τις οδούς υποχώρησης.
Μετά από πολλές ώρες ανταλλαγής πυρών, οι Βρετανοί παρενέβησαν με τεθωρακισμένα για να αποτρέψουν την πλήρη κατάληψη του χώρου και την εξόντωση των υπερασπιστών. Η επέμβαση αυτή επέτρεψε στην Οργάνωση «Χ» να αποσυρθεί προς τις βρετανικές γραμμές. Ωστόσο, κάποια μέλη της οργάνωσης που είχαν συλληφθεί νωρίτερα από τον ΕΛΑΣ εκτελέστηκαν επί τόπου.
Οι αντιδράσεις και οι κινήσεις των αντιπάλων
Την ίδια ημέρα, με τηλεγράφημά του προς τον στρατηγό Σκόμπι, ο Ουίνστον Τσώρτσιλ τον εξουσιοδοτεί να αναπτύξει πλήρως τις βρετανικές δυνάμεις για την επιβολή της τάξης. Το ΚΚΕ και το ΕΑΜ είχαν αγνοήσει τις οδηγίες για αποχώρηση των ενόπλων από την πόλη, πιθανώς πιστεύοντας ότι η κυβέρνηση Παπανδρέου θα κατέρρεε σύντομα και ότι θα ξεκινούσαν άμεσα διαπραγματεύσεις για νέα κυβέρνηση με ενεργό συμμετοχή της Αριστεράς, θεωρώντας επίσης δεδομένο ότι ο ΕΛΑΣ δεν θα αφοπλιζόταν.
Πράγματι, ο Γεώργιος Παπανδρέου, μέσα στο γενικό χάος, είχε εκφράσει την πρόθεσή του να παραιτηθεί. Ωστόσο, ο Τσώρτσιλ δεν επιθυμούσε σε καμία περίπτωση μια τέτοια εξέλιξη και δήλωσε στον Βρετανό πρεσβευτή Ρεξ Λίπερ ότι η κυβέρνηση Παπανδρέου έπρεπε να παραμείνει στη θέση της πάση θυσία. Αυτή η εξέλιξη προβλημάτισε έντονα την Αριστερά. Παρ' όλα αυτά, τα στελέχη της αποφάσισαν τη συνέχιση του αγώνα, με αβέβαιο αποτέλεσμα και –όπως θα αποδεικνυόταν– χωρίς σαφές επιχειρησιακό σχέδιο.
Το ΚΚΕ βρισκόταν μπροστά σε μια αμηχανία και αυτο διότι ο κόσμος συνέχιζε να βλεπει φιλικά τους Αγγλους.Υπήρχε διστακτικότητα να βασιστεί στην υποστήριξη του πληθυσμού για έναν γενικεμύμενο εμφύλιο.Δεν ήταν καθόλου σίγουρο ότι οι υποστηρικτές του ΕΑΜ θα συμμετείχαν και θα ανταποκρινονταν σε μια εξέγερση που θα περιλάμβανε σύγκρουση με τους Βρετανούς.Αυτή η κατάσταστη προβλημάτιζε και φρεναρε το ΚΚΕ στο να πάρει άμεσες αποφάσεις απο την πρώτη μέρα των επεισοδίων.
Οι Βρετανοί από τη μεριά τους βρίσκονταν σε μια παράξενη θέση, περισσότερο ως θεατές και παρατηρητές. Δεν αποτελούσαν άμεσο στόχο, αλλά παρενέβαιναν όσο το δυνατόν πιο ήπια για να αντιμετωπίσουν τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ και να στηρίξουν τις κυβερνητικές μονάδες. Πολλοί Βρετανοί στρατιώτες αναρωτιούνταν γιατί ήταν αναγκαίο να πολεμήσουν εναντίον των ανδρών του ΕΑΜ, με τους οποίους μέχρι πρόσφατα είχαν αντισταθεί από κοινού κατά των Γερμανών.Ο τύπος και η κοινή γνώμη σε Αγγλία και Αμερική υποστήριζε και έβλεπε θετικά την Αριστερά,εκτιμώντας όσα είχε προσφέρει στην Αντίσταση.
Η ίδια η ελληνική κοινωνία, βαθιά διχασμένη, εθισμένη στη βία και στον κυνισμό, με ανύπαρκτη διοίκηση, είχε πλέον καταρρεύσει. Είχε απομείνει μόνο η ωμή δύναμη των όπλων, η αυτοδικία και η απόλυτη αναρχία. Στις έξι εβδομάδες που είχαν μεσολαβήσει από την Απελευθέρωση, δεν είχε προλάβει να διορθωθεί ούτε να στηθεί κανένας λειτουργικός κρατικός μηχανισμός.
Η προσωρινή κυβέρνηση, αποκομμένη από την κοινωνία —αφού πολλά μέλη της δεν είχαν βιώσει την περιπέτεια της Κατοχής— μπορούσε να στηρίζεται μόνο στη βρετανική υποστήριξη. Από την άλλη πλευρά, η Αριστερά έθετε ως προτεραιότητα την καταγγελία του παραγκωνισμού της και, ως συνέπεια, κατέφευγε στη βία.
Η κυβέρνηση επιβάλλει στρατιωτικό νόμο. Την ίδια στιγμή, ο ΕΛΑΣ δηλώνει ότι δεν πρόκειται να συμμορφωθεί και καλεί τους Βρετανούς να παραμείνουν ουδέτεροι. Θα ακολουθήσει η κλιμάκωση των συγκρούσεων και η επέκτασή τους σε ολόκληρη την Αθήνα.
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ....






Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου