Βαλκανικοί Πόλεμοι: Oι επιχειρήσεις στη Θάλασσα-Η ναυμαχία της "Έλλης"


Οι επιχειρήσεις στη θάλασσα

Το ελληνικό ναυτικό στους Βαλκανικούς Πολέμους

Η ναυμαχία της "Έλλης"


Η Ελλάδα ήταν η μόνη από τις συμμαχικές χώρες που διέθετε αξιόμαχο πολεμικό ναυτικό. Αυτό σήμαινε ότι θα έπρεπε να αντιμετωπίσει μόνη της τον τουρκικό στόλο. Από το 1909 και έπειτα καταβλήθηκαν μεγάλες προσπάθειες για την ανανέωση του στόλου και την απόκτηση σύγχρονων πολεμικών πλοίων. Ο τρόπος με τον οποίο αποκτήθηκαν τα περισσότερα από αυτά, λίγο πριν ξεσπάσει ο πόλεμος, και με κόστος που μοιράστηκαν το κράτος και ο λαός, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί πραγματικά μυθιστορηματικός.

γράφει ο Θάνος Δασκαλοθανάσης


 Η δύναμη του ελληνικού ναυτικού

 Τη ναυτική δύναμη της Ελλάδας αποτελούσαν:

  Δύο αντιτορπιλικά γερμανικής κατασκευής, των 680 τόνων και ταχύτητας 32,5 μιλίων: τα «Νέα Γενεά» και «Κεραυνός», τα οποία έφτασαν λίγες ημέρες μετά την έναρξη του πολέμου.

 Τέσσερα μεγαλύτερα αντιτορπιλικά αγγλικής κατασκευής, των 1.000 τόνων και ταχύτητας 32 μιλίων: τα «Αετός», «Ιέραξ», «Λέων» και «Πάνθηρ». Έφτασαν καθυστερημένα και μπήκαν στη μάχη χωρίς να έχουν δοκιμαστεί επαρκώς.

 Ένα υποβρύχιο, το γαλλικής κατασκευής «Δελφίν», 310 τόνων στην επιφάνεια και 460 τόνων σε κατάδυση, με ταχύτητα 13,5 μιλίων.

 Τα τρία παλαιά θωρηκτά «Ύδρα», «Σπέτσες» και «Ψαρά», ναυπηγημένα το 1889. Αν και ξεπερασμένα, με εκτόπισμα 4.900 τόνων και βραδυβόλο πυροβολικό (4 κανόνια των 275 χιλ.), είχαν το πλεονέκτημα ότι χρησιμοποιούσαν πλέον άκαπνη πυρίτιδα και διέθεταν βελτιωμένη ταχυβολία (μία βολή ανά δύο λεπτά περίπου).

 Το ολοκαίνουργιο θωρηκτό «Γ. Αβέρωφ», το καμάρι του ελληνικού στόλου. Με εκτόπισμα 10.000 τόνων, 6 πυροβόλα των 234 χιλ., ισχυρή θωράκιση και ταχύτητα 24 μιλίων, αποτέλεσε το πιο ισχυρό πλοίο του ελληνικού ναυτικού και έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στην έκβαση των ναυμαχιών του πολέμου. Την εποχή εκείνη τα θωρηκτά, χάρη στα βαριά τους πυροβόλα, αποτελούσαν τη ραχοκοκαλιά των στόλων, ενώ τα υπόλοιπα πλοία είχαν συμπληρωματικό και υποστηρικτικό ρόλο.

  Η τουρκική ναυτική δύναμη

 Από την πλευρά τους, οι Τούρκοι διέθεταν:

 Δύο θωρηκτά γερμανικής κατασκευής (1891), των 10.000 τόνων: τα «Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα» και «Τουργούτ Ρεΐς». Υπερτερούσαν του «Αβέρωφ» σε οπλισμό (6 πυροβόλα των 280 χιλ.) και θωράκιση, αλλά υστερούσαν σημαντικά σε ταχύτητα (15 μίλια).

 Το θωρηκτό «Μεσουδιέ», 9.000 τόνων, το οποίο είχε πρόσφατα (1902) ανακαινιστεί και εξοπλιστεί με 4 πυροβόλα των 235 χιλ., αναπτύσσοντας ταχύτητα 18 μιλίων.

 Μερικά μικρότερα και παλαιότερα θωρηκτά, των οποίων όμως η μαχητική ικανότητα ήταν εξαιρετικά περιορισμένη.

 Συνολικά, το ελληνικό ναυτικό διέθετε πλοία συνολικού εκτοπίσματος 24.000 τόνων με 16 πυροβόλα διαμετρήματος 23–27 εκ., ενώ το τουρκικό ναυτικό διέθετε πλοία 29.000 τόνων με 16 πυροβόλα διαμετρήματος 23–29 εκ. Η υπεροχή των Τούρκων εντοπιζόταν στα ελαφρότερα σκάφη, καθώς διέθεταν τα καταδρομικά «Χαμιδιέ» (1905, 3.830 τόνων) και «Μετζιτιέ» (1903, 3.442 τόνων), 4 τορπιλοκανονιοφόρους, 8 αντιτορπιλικά και 10 τορπιλοβόλα. Η Ελλάδα, αντίθετα, δεν είχε κανένα ελαφρό καταδρομικό και διέθετε μόνο 14 αντιτορπιλικά, 1 υποβρύχιο, 6 τορπιλοβόλα και 5 κανονιοφόρους.

Συνολικά υπήρχε μια σχετική ισορροπία μεταξύ των δύο αντίπαλων στόλων. Ο οθωμανικός στόλος υπερτερούσε ελαφρά ως προς το συνολικό εκτόπισμα και το αθροιστικό βάρος των πλαγιοβόλων ομοβροντιών, ενώ ο ελληνικός υπερτερούσε στη μέση ταχύτητα και στη μέση ηλικία των πλοίων του. Το «Αβέρωφ» αποτελούσε το μεγάλο επιθετικό του όπλο.

Πλεονέκτημα για τον οθωμανικό στόλο αποτελούσε η δυνατότητα εύκολου και ασφαλούς ελλιμενισμού στα Στενά των Δαρδανελίων, όπου υπήρχε η δυνατότητα επισκευής και ανεφοδιασμού. Ωστόσο, χάρη στη δράση του «Αβέρωφ» και στη διοίκηση του Κουντουριώτη, το πλεονέκτημα αυτό ακυρώθηκε, καθώς ο τουρκικός στόλος, μετά τις ήττες του, δεν τολμούσε πλέον να εξέλθει από τα Στενά.

  Οργάνωση του ελληνικού στόλου

Ο ελληνικός στόλος οργανώθηκε σε δύο βασικά ναυτικά συγκροτήματα:

 Ο Στόλος Αιγαίου, με τα 4 θωρηκτά, τα αντιτορπιλικά, τα τορπιλοβόλα και το υποβρύχιο «Δελφίν». Αρχηγός ήταν ο υποναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης, που όπως θα δούμε παρακάτω διακρίθηκε για τη στρατηγική του ευφυΐα στις ναυμαχίες της Έλλης (Δεκέμβριος 1912) και της Λήμνου (Ιανουάριος 1913).

Η Μοίρα Ιονίου, που περιλάμβανε κανονιοφόρους και μερικά ατμόπλοια, με αρχηγό τον πλοίαρχο Δαμιανό. Σκοπός της ήταν η επιτήρηση των ακτών της δυτικής Ελλάδας και η προστασία των θαλάσσιων συγκοινωνιών.

Από τον τουρκικό στόλο, το μοναδικό πλοίο που βρισκόταν σε βαλκανικό λιμάνι στην αρχή του πολέμου ήταν το θωρηκτό «Φετίχ Μπουλέντ», το οποίο ήταν ελλιμενισμένο στη Θεσσαλονίκη και τελικά καταλήφθηκε από τις ελληνικές δυνάμεις μετά την απελευθέρωση της πόλης.

Ο ναύαρχος

Η ανάθεση της ηγεσίας του στόλου στον πλοίαρχο Παύλο Κουντουριώτη, ο οποίος ορκίστηκε υποναύαρχος και ανέλαβε τη διοίκηση του Στόλου του Αιγαίου πάνω στο θωρηκτό «Αβέρωφ» λίγες ώρες πριν τον απόπλου του στις 5 Οκτωβρίου, υπήρξε προσωπική επιλογή του Ελευθερίου Βενιζέλου. Ο Κουντουριώτης καταγόταν από την ιστορική οικογένεια των Υδραίων ναυτικών του 1821, που είχε προσφέρει πολλά στον αγώνα της ανεξαρτησίας. Ήταν αξιωματικός με υψηλό φρόνημα, βαθιά πίστη στο καθήκον και μεγάλη εμπειρία στη θάλασσα που συνδυαζόταν με επιθετικό πνεύμα. 

Σαν έτοιμος από καιρό, λες και σε όλη του τη ζωή προετοιμαζόταν για αυτή τη στιγμή, με τη δράση, την τόλμη και τη στρατηγική του διορατικότητα έμελλε να σφραγίσει τη νίκη του ελληνικού ναυτικού και να καταξιωθεί ως ένας από τους μεγαλύτερους ναυάρχους της ελληνικής ιστορίας.Στη συνείδηση του λαού ο Κουντουριώτης έγινε ο πιο σημαντικός ήρωας των βαλκανικών πολέμων,μετά τον Αρχιστράτηγο και Διάδοχο Κωνσταντίνο.


Οι στόχοι και η βάση

Ο ελληνικός στόλος έπρεπε να κυριαρχήσει στο Αιγαίο, ώστε να ελέγξει τις θαλάσσιες συγκοινωνίες και να αποτρέψει τη μεταφορά τουρκικών στρατευμάτων από την ασιατική στην ευρωπαϊκή Τουρκία. Ο τουρκικός στόλος διέθετε μόνιμο και ασφαλές ορμητήριο στα στενά των Δαρδανελίων, τα οποία αποτελούσαν φυσικό φρούριο και σημαντικό στρατηγικό πλεονέκτημα. Για να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά αυτή η απειλή, ο ελληνικός στόλος έπρεπε να δημιουργήσει δική του βάση κοντά στα στενά, που θα του επέτρεπε να παρακολουθεί τις κινήσεις του εχθρού και να επιβάλει τον ναυτικό αποκλεισμό.

Αρχικά επιλέχθηκε, όπως και το 1897, ο όρμος των Ωρεών στην Εύβοια. Ωστόσο, η απόσταση των 175 μιλίων από τα στενά και η επιθετική φιλοσοφία του Κουντουριώτη καθιστούσαν την επιλογή αυτή ανεπαρκή. Ο ναύαρχος, θέλοντας να βρίσκεται όσο το δυνατόν πιο κοντά στο πεδίο των επιχειρήσεων και να εξασφαλίσει άμεση δράση, επέλεξε τη Λήμνο. Το φυσικό λιμάνι του νησιού, ο Μούδρος, ήταν ιδανικό ως ναυτική βάση, αφού απείχε μόλις 52 μίλια από την έξοδο των Δαρδανελίων. Από εκεί ο ελληνικός στόλος θα μπορούσε να παρακολουθεί, να παρεμποδίζει και τελικά να εγκλωβίζει τον τουρκικό στόλο, εξασφαλίζοντας την πλήρη κυριαρχία στο Αιγαίο.

Η κατάληψη της Λήμνου και των νησιών του Βορείου Αιγαίου

Στις 13:00 της 5ης Οκτωβρίου 1912, ο Στόλος του Αιγαίου, παρουσία του βασιλιά και του πρωθυπουργού και μεγάλου πλήθους κόσμου, απέπλευσε από το Φάληρο με προορισμό τη Λήμνο. Στις 7 Οκτωβρίου το νησί είχε καταληφθεί και η βάση άρχισε να οργανώνεται. Αμέσως τέσσερα αντιτορπιλικά απέπλευσαν προς τα στενά για να αποκλείσουν τον τουρκικό στόλο. Τις επόμενες ημέρες κατελήφθησαν τα νησιά του βόρειου Αιγαίου χωρίς σημαντική τουρκική αντίδραση, εκτός από τη Χίο, όπου σημειώθηκαν συγκρούσεις και αντίσταση.

 

Τορπιλισμός στη Θεσσαλονίκη

Τη νύχτα της 18ης Οκτωβρίου 1912 ο υποπλοίαρχος Νικόλαος Βότσης, με το τορπιλοβόλο 11, πέρασε με σβησμένα φώτα τα αβαθή του Αξιού και γλίστρησε απαρατήρητος στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης, αψηφώντας τα πυρά του Καραμπουρνού. Με μία τορπίλη εξερράγη το θωρηκτό Φετίχ Μπουλέντ. Ο πανικός ανάμεσα στους Τούρκους ήταν μεγάλος.                                     Ο Βότσης κατάφερε να ξεφύγει αθέατος...  δείτε περισσότερα  https://ellinoniroes.blogspot.com/2025/10/11.html

 

Το σχέδιο του ναυάρχου

Ο αποκλεισμός του τουρκικού στόλου συνεχίστηκε μέχρι το τέλος του Νοεμβρίου. Ένας από τους λόγους που οι Τούρκοι δεν επιχειρούσαν να διασπάσουν τον κλοιό ήταν ότι ο στόλος τους υποστήριζε με πυρά τις επιχειρήσεις του στρατού στην ξηρά για την άμυνα έναντι της βουλγαρικής επίθεσης. Η παραμονή τους στα στενά εξυπηρετούσε τα σχέδια των βαλκανικών συμμάχων, καθώς εμπόδιζε τον ανεφοδιασμό και την ελεύθερη ναυτική δράση των τουρκικών δυνάμεων. Παρ’ όλα αυτά, μετά την ανακωχή της 20ής Νοεμβρίου ήταν προφανές ότι κάποια στιγμή ο τουρκικός στόλος θα επιχειρούσε να ξεμυτίσει.

Στρατηγικός στόχος και για τις δύο πλευρές ήταν η καταστροφή της ναυαρχίδας του αντιπάλου. Αυτό μπορούσε να επιτευχθεί μόνο εάν κάποιος από τους δύο στόλους κατόρθωνε να αποκτήσει πορεία κάθετη προς την αντίπαλη ναυαρχίδα και να εφαρμόσει τον λεγόμενο «ελιγμό Τ». Ο υποναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης υιοθέτησε αυτό το επιθετικό δόγμα. Το Αβέρωφ, που υπερτερούσε σε ταχύτητα έναντι όλων των άλλων πλοίων του πεδίου, κινούμενο με μέγιστη ταχύτητα και εκτελώντας τα κατάλληλα ελιγμούς, θα επιχειρούσε να τοποθετηθεί κάθετα απέναντι στο Μπαρμπαρόσα, εγκλωβίζοντάς το ανάμεσα στα πυρά του Αβέρωφ και των υπολοίπων θωρηκτών.



Με απλά λόγια: ο ελιγμός «Τ» σημαίνει ότι ένα πλοίο ή μια φάλαγγα πλοίων περνάει μπροστά από τη γραμμή πορείας του εχθρού, σχηματίζοντας το γράμμα Τ. Έτσι το πλοίο που «κόβει» την πορεία μπορεί να στρέψει όλα τα πλευρικά του κανόνια προς τον αντίπαλο και να τον πυροβολεί με πλήρη ισχύ, ενώ ο αντίπαλος έχει στη διάθεσή του μόνο τα μπροστινά του πυροβόλα — μειωμένη ισχύ μάχης. Αυτό δίνει σαφές τακτικό πλεονέκτημα σε όποιον πετύχει να σχηματίσει το «Τ».

Η κατάληψη της Λήμνου και ο έλεγχος του βόρειου Αιγαίου παρείχαν στον ελληνικό στόλο σταθερή ναυτική βάση στη βόρεια θάλασσα,διευκόλυναν την επιτήρηση των τουρκικών κινήσεων και περιόρισαν τις δυνατότητες ανεφοδιασμού και ελιγμών του αντιπάλου. Ο αποκλεισμός και οι τολμηρές ενέργειες στη Θεσσαλονίκη αποδείχτηκαν κομβικές για την εξασφάλιση θαλάσσιου ελέγχου και για την υποστήριξη των επιχειρήσεων στη στεριά.


Η μεγάλη ναυμαχία της "Έλλης"

           Το πρωινό της 3ης Δεκεμβρίου ο τουρκικός στόλος, με επικεφαλής το «Μετζιτιέ» και τρία αντιτορπιλικά, εμφανίζεται στην έξοδο των στενών. Ακολουθούν τα τέσσερα θωρηκτά με ναυαρχίδα το «Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα». Αμέσως σημάνει συναγερμός. Ο ελληνικός στόλος, με μπροστάρη το «Αβέρωφ» και τα υπόλοιπα πλοία Ύδρα, Σπέτσες και Ψαρά, σπεύδει να συναντήσει τον εχθρό. Ο τουρκικός στόλος βάζει πορεία προς τα βόρεια· μη θέλοντας όμως να απομακρυνθεί από τα πυροβολεία που υπήρχαν στα παράλια, στρίβει σιγά σιγά προς το ακρωτήριο της Έλλης. Ο ελληνικός στόλος πλέει σε δύο κολώνες, κοντά στην Ίμβρο. Σε λίγο η πορεία των δύο στόλων γίνεται ολότελα παράλληλη σε απόσταση έως 17 χλμ.

Είναι 9:00. Ημέρα θαυμάσια, με γαλάζιο ουρανό και ελαφρύ νοτιοδυτικό αέρα. Οι δύο αντίπαλοι στόλοι αντικρίζονται σε διάταξη μάχης από απόσταση 14 χλμ. Τότε ο ναύαρχος Κουντουριώτης εκπέμπει το ιστορικό σήμα του.

 


Στις 9:22 το «Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα» ανοίγει πυρ από απόσταση 12 χλμ. για να απαντήσουν μετά από λίγο οι Έλληνες. Οι βολές των Τούρκων είναι πυκνές αλλά άστοχες, ενώ οι ελληνικές βολές είναι αραιές και αποτυχημένες επίσης, λόγω της μεγάλης απόστασης, της παλαιότητας των πυροβόλων και της θέσης του ήλιου, που είναι κόντρα στον ελληνικό στόλο.

Στις 9:35 η απόσταση μεταξύ των στόλων μειώνεται στα 9.500 μ. Ο ναύαρχος υψώνει το διεθνές σήμα «Ζ», αποχωρεί από το σχηματισμό και ξεκινά τον επιθετικό ελιγμό του. Πλέοντας ταχύτατα, φτάνει σε απόσταση 4.600 μ. από την τουρκική ναυαρχίδα, στρέφεται προς τα δεξιά, διαγράφει ένα τόξο και κατευθύνεται προς τα νότια για να την παγιδεύσει.

Η επιθετική αυτή κίνηση του «Αβέρωφ», το περίφημο «Τ», αιφνιδιάζει τους Τούρκους. Το «Μπαρμπαρόσα» και το «Τουργκούτ Ρέις» πραγματοποιούν στροφή 180° με κατεύθυνση προς την ακτή, ζητώντας την προστασία των πυροβολείων. Η ανταλλαγή των πυρών είναι συνεχής και σφοδρότατη. Το «Αβέρωφ» φτάνει σε απόσταση 2.850 μ. Βάλλει και βάλλεται τώρα, όχι μόνο από τα εχθρικά πλοία, αλλά και από τα επάκτια  πυροβολεία, καθώς έχει βρεθεί μέσα στο βεληνεκές τους.Στις 10:25 ο τουρκικός στόλος, ηττημένος, μπαίνει στα στενά. Η ναυμαχία της Έλλης, που ονομάστηκε έτσι από το ομώνυμο ακρωτήριο στην εσχατιά της χερσονήσου της Καλλίπολης,  τελειώνει.



Η νίκη είναι αναμφισβήτητη. Ο έλεγχος του Αιγαίου θεωρείται δεδομένος και οι θαλάσσιοι δρόμοι κλείνουν για τους Τούρκους. Όμως ο στόχος της καταστροφής της τουρκικής ναυαρχίδας, που θα αποτελούσε αποφασιστικό χτύπημα, δεν επιτυγχάνεται. Τα πυροβόλα του «Αβέρωφ», την κρίσιμη στιγμή, δεν μπορούν να δουλέψουν κανονικά: τα κλείστρα τους πυρώνονται, ανάβουν, διαστέλλονται και σιγούν.Είναι χαρακτηριστικό ότι εξαπέλυσε μόνο τα 167 από τα 450 βλήματα που θα  μπορούσε να βάλλει,αν δεν παρουσιαζόταν η εμπλοκή των πυροβόλων.Δέχθηκε  τέσσερα βλήματα  μεγάλου διαμετρήματος,δύο ναυτικοί σκοτώθηκαν,ενώ τα άλλα τρία ελληνικά πλοία υπέστησαν μικρές απώλειες.Οι ζημιές των Τούρκων ήταν σοβαρότερες αλλά όχι καθοριστικές.Σημαντικές απώλειες υπήρχαν στο προσωπικό,51 Τούρκοι ναυτικοί σκοτώθηκαν.

Στον Κουντουριώτη ασκήθηκε κριτική ότι, εξαιτίας της επιθετικής του τακτικής, πλησίασε πολύ κοντά στα τουρκικά θωρηκτά αλλά και στα κανόνια των φρουρίων. Η κριτική ήταν αυστηρή και άδικη. Είναι χαρακτηριστικό ότι,όταν έγιναν γνωστές οι λεπτομέρειες της ναυμαχίας,ο ίδιος ο Βασιλιάς Γεώργιος ο Α΄ του έστειλε τηλεγράφημα, στο οποίο,αφού πρώτα του έδινε συγχαρητήρια,το συμβούλευε να μην είναι τόσο ριψοκίνδυνος. 

Ο Κουντουριώτης  στήριξε την επιθετική του τακτική και  τον ελιγμό του στο συγκριτικό πλεονέκτημα του «Αβέρωφ», που ήταν η ταχύτητα, και δικαιώθηκε από τη φυγή του εχθρού. Ο ίδιος όμως έφερε μέσα του το παράπονο ότι δεν κατάφερε να καταστρέψει τον αντίπαλο. Ήταν βέβαιος ότι σύντομα θα γινόταν νέα αναμέτρηση...

Συνεχίζεται...




Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις