Η Μάχη της Κρήτης, α΄ μέρος


 Η Μάχη της Κρήτης, που εκτυλίχθηκε τον Μάιο του 1941, αποτελεί αναπόσπαστη συνέχεια του ελληνοιταλικού και του ελληνογερμανικού πολέμου και μία από τις πιο καθοριστικές και ταυτόχρονα ιδιόμορφες συγκρούσεις του Β΄ Παγκοσμίου  Πολέμου. Ήταν η πρώτη μεγάλη στρατιωτική επιχείρηση στην ιστορία που  βασίστηκε σχεδόν αποκλειστικά σε αεραπόβαση, ενώ η σθεναρή αντίσταση του κρητικού λαού σε συνεργασία με τα συμμαχικά στρατεύματα,κατέστησε τη μάχη αυτή μοναδική στο είδος της. 

  γράφει ο Θάνος Δασκαλοθανάσης





Άνοιξη 1941.Μετά την κατάληψη και της Πελοποννήσου από τους Γερμανούς ολοκληρώνεται το σχέδιο «Μαρίτα» και ξεκινά η εκκένωση των βρετανικών στρατευμάτων,οι περισσότεροι από τους οποίους,χωρίς όμως τον βαρύ οπλισμό τους κατευθύνονται στην Κρήτη,που είναι η μόνη ουσιαστικά περιοχή της ελληνικής επικράτειας που εξακολουθεί να παραμένει ελεύθερη.Το νησί στο παρελθόν έχει γνωρίσει τις περισσότερες επαναστάσεις κατά των Τούρκων και τη μοναδική κατά της δικτατορίας του Μεταξά.Εκεί έχει καταφύγει υπό βρετανική προστασία ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄ και η κυβέρνηση υπό τον πρωθυπουργό Τσουδερό.
 

Οι Γερμανοί έχουν ως στόχο να εξασφαλίσουν τα νοτιοανατολικά τους νώτα, ενόψει της Επιχείρησης Μπαρμπαρόσα και της εκστρατείας στη Ρωσία και να εξορμήσουν στη Βόρεια Αφρική, με εφαλτήριο την Κρήτη, αποκτώντας μια σημαντική βάση στην Ανατολική Μεσόγειο. Στις 24 Απριλίου ο Χίτλερ αποφασίζει την «Επιχείρηση Ερμής» εναντίον της Κρήτης η οποία ξεκινά στις 20 Μαΐου 1941 και λήγει δώδεκα μέρες μετά, με την κατάληψη της μεγαλονήσου. 
 
Η κύρια ευθύνη για την άμυνα της Κρήτη είχε αναληφθεί από τους Βρετανούς και τις συμμαχικές δυνάμεις, με τη συμμετοχή και ελληνικών στρατιωτικών τμημάτων. Ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος είχε στερήσει από το νησί τις δικές του στρατιωτικές δυνάμεις, καθώς η αξιόμαχη V Μεραρχία Κρητών είχε μεταφερθεί και πολεμούσε στο αλβανικό μέτωπο. Ήδη από τις 4 Νοεμβρίου 1940, μόλις μία εβδομάδα μετά την έναρξη του πολέμου, οι περίπου 19.000 άνδρες της Μεραρχίας είχαν αναπτυχθεί στη δυτική ηπειρωτική Ελλάδα, προκειμένου να συμβάλουν στην άμυνα της χώρας απέναντι στην ιταλική εισβολή.

Την ίδια περίοδο, σε μια παράλληλη αλλά αντίθετης κατεύθυνσης κίνηση, μικρές βρετανικές δυνάμεις αποβιβάζονται στην Κρήτη. Πρώτο τους μέλημα είναι η κατασκευή και ενίσχυση του αεροδρομίου του Μάλεμε, περίπου 17 χιλιόμετρα δυτικά των Χανιά.

Η κυβέρνηση του Ιωάννης Μεταξάς, διαβλέποντας τον κίνδυνο, είχε οργανώσει τμήματα πολιτοφυλακής στο νησί, κάτι στο οποίο όμως αντιστρατεύτηκαν αργότερα οι κατοχικές κυβερνήσεις, φοβούμενες τους «απείθαρχους» Κρητικούς. Θα πρέπει να σημειωθεί και να υπογραμμιστεί ότι, όταν πλέον η γερμανική εισβολή γίνεται ολοφάνερη, εκδηλώνεται έντονα η διάθεση του ντόπιου πληθυσμού να στρατευτεί και να πολεμήσει. Απλοί πολίτες, χωρικοί και αγρότες ζητούν όπλα για να συμμετάσχουν στην άμυνα της Κρήτης απέναντι στους Γερμανούς εισβολείς.

Οι Βρετανοί και ο Ουίνστον Τσόρτσιλ, αν και είχαν αναγνωρίσει τη γεωστρατηγική σημασία της Κρήτης, καθυστέρησαν να οργανώσουν αποτελεσματικά την άμυνά της. Εκτιμούσαν ότι οι μικρές αρχικά δυνάμεις ήταν υπεραρκετές και ότι υπήρχε χρόνος για οχυρωματικά έργα και περαιτέρω ενίσχυση των συμμαχικών δυνάμεων. Θα αποδειχθεί όμως ότι οι Άγγλοι είτε δεν μπόρεσαν, υποτιμώντας τη γερμανική αποφασιστικότητα, είτε δεν θέλησαν τελικά να κρατήσουν την Κρήτη, καθώς προτεραιότητά τους ήταν η γενικότερη στρατηγική άμυνα της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής.


Η κατάρρευση του μετώπου στην ηπειρωτική Ελλάδα είχε προηγηθεί μόλις λίγες εβδομάδες νωρίτερα και χιλιάδες εξαντλημένοι και συχνά άοπλοι στρατιώτες μεταφέρονταν βιαστικά στο νησί. Η διάλυση των μετώπων της Αλβανίας και της Μακεδονίας είχε κλονίσει την πειθαρχία και το ηθικό, ενώ σε ορισμένα ανώτερα στρατιωτικά κλιμάκια επικρατούσε η αίσθηση ότι η συνέχιση της αντίστασης απέναντι στους Γερμανούς ήταν μάταιη. Μέσα σε αυτό το κλίμα εκδόθηκαν και διαταγές που συνέβαλαν στην αποδιοργάνωση του ελληνικού στρατού, όπως η χορήγηση αδειών επ’ αόριστον σε πολλούς στρατιώτες.

Την ίδια στιγμή, οι συνεχείς γερμανικοί αεροπορικοί βομβαρδισμοί και η πλήρης αεροπορική υπεροχή της Luftwaffe δυσκόλευαν κάθε προσπάθεια οργάνωσης οχυρώσεων και μετακίνησης δυνάμεων. Οι ελλιπείς υποδομές, οι λίγοι δρόμοι και η γενικότερη έλλειψη χρόνου και μέσων δεν επέτρεψαν την έγκαιρη οργάνωση μιας ισχυρής και ενιαίας άμυνας.

Στο τέλος Απριλίου του 1941, μετά την κατάρρευση του μετώπου στην ηπειρωτική Ελλάδα, χιλιάδες Βρετανοί, Αυστραλοί και Νεοζηλανδοί στρατιώτες μεταφέρονται βιαστικά στην Κρήτη. Οι συμμαχικές δυνάμεις που συγκεντρώνονται στο νησί οργανώνονται σε ένα ενιαίο στρατιωτικό σώμα με την ονομασία Creforce (Crete Force), δηλαδή «Δύναμη Κρήτης». Τη διοίκηση των βρετανικών και ελληνικών δυνάμεων αναλαμβάνει ο Νεοζηλανδός υποστράτηγος Μπέρναρντ Φράιμπεργκ, έπειτα από απόφαση της βρετανικής διοίκησης της Μέσης Ανατολής.

Η συνολική δύναμη των υπερασπιστών του νησιού, μετά και την ενίσχυσή της από τμήματα που αποχωρούν από την ηπειρωτική Ελλάδα, φτάνει περίπου τους 42.500 άνδρες. Από αυτούς, περίπου 11.500 είναι Έλληνες στρατιώτες και περίπου 31.000 Βρετανοί, Αυστραλοί και Νεοζηλανδοί. Οι ελληνικές δυνάμεις περιλαμβάνουν πολλούς νεοσύλλεκτους, εφέδρους, ευέλπιδες και χωροφύλακες, οι περισσότεροι όμως είναι πλημμελώς οπλισμένοι και με ελλιπή εκπαίδευση.

Οι Βρετανοί είχαν υποσχεθεί την ενίσχυση του νησιού με ατομικό και βαρύ οπλισμό, όμως οι υποσχέσεις αυτές δεν υλοποιούνται στον βαθμό που αναμενόταν. Η αεροπορική δύναμη της Κρήτης παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη. Στο νησί υπάρχουν μόλις λίγα βρετανικά αεροσκάφη, ανάμεσά τους βομβαρδιστικά τύπου Μπρίστολ Μπλένχαϊμ, καταδιωκτικά Χόκερ Χάρικεϊν και Γκλόστερ Γκλαντιέιτορ, ενώ οι διαθέσιμες δυνάμεις περιλαμβάνουν επίσης 16 βαρέα και 36 ελαφρά αντιαεροπορικά πυροβόλα και μόλις 22 άρματα μάχης.

Παρά τις προσπάθειες οργάνωσης της άμυνας, η κατάσταση παραμένει προβληματική. Η έλλειψη ουσιαστικής αεροπορικής κάλυψης, τα περιορισμένα οχυρωματικά έργα, η ανεπάρκεια πυροβολικού και αρμάτων μάχης, αλλά και η αδυναμία γρήγορης ενίσχυσης του νησιού, θα αποδειχθούν καθοριστικοί παράγοντες στην εξέλιξη της Μάχη της Κρήτης.


Τις παραμονές της επίθεσης, οι Σύμμαχοι είχαν τακτικό πλεονέκτημα σε ξηρά και θάλασσα, ενώ οι Γερμανοί στον αέρα. Έτσι, το γερμανικό επιτελείο αποφασίζει να διεξαγάγει την επιχείρηση από αέρος με τη χρησιμοποίηση δυνάμεων αλεξιπτωτιστών σε ευρεία κλίμακα, για πρώτη φορά στην παγκόσμια στρατιωτική ιστορία.Στόχος ήταν η γρήγορη κατάληψη των αεροδρομίων και των μεγάλων πόλεων. Η μάχη της Κρήτης είναι η πρώτη  πολεμική επιχείριση που σχεδιάζεται για να πραγματοποιηθεί αποκλειστικά από δυνάμεις αλεξιπτωτιστών για την οποία συγκροτείται ειδική ομάδα Ξηράς και Αέρος,που περιλαμβάνει 750 αεροπλάνα,300 βομβαρδιστικά,150 καθέτου εφορμήσεως και 300 μαχητικά,την 7η αεροκίνητη μεραρχία και την 5η ορεινή μεραρχία,συνολικά 25.000 άνδρες.Στόχος είναι η γρήγορη κατάληψη των τριών αεροδρομίων στην βόρεια ακτή του νησιού (Μάλεμε,Χανίων και Ρεθύμνου) καθώς και των σπουδαιότερων πόλεων.
 
Οι Άγγλοι γνώριζαν πλήρως το σχέδιο της γερμανικής επίθεσης σχεδόν σε όλες του τις λεπτομέρειες. αφού είχαν κατορθώσει για πρώτη φορά να σπάσουν του γερμανικό κώδικα επικοινωνιών ΕNIGMA.O Νεοζηλανδός διοικητής όμως είτε γιατί υποτιμά τις πληροφορίες αυτές είτε γιατί λαμβάνει οδηγίες για την αποφυγή δράσης με αποκλειστικό κριτήριο τις πληροφορίες αυτές,οργανώνει κυρίως την άμυνα απέναντι σε μια θαλάσσια αποβίβαση των Γερμανών.Έχει όμως τοποθετήσει σημαντική αμυντική δύναμη στα αεροδρόμια δίνοντας προτεραιότητα στην περιοχή Μάλεμε,στη Σούδα,σε όλο τον βόρειο άξονα από Χανιά μέχρι Ρέθυμνο αλλά και σε σημεία του Ηρακλείου.Θα μπορούσε να είχε προχωρήσει στην οχύρωση σημαντικών υψωμάτων δίπλα στο Μάλεμε,στον Ταυρωνίτη ή να καταστρέψει τον αεροδιάδρομο του Μάλεμε,δυσκολεύοντας κατά πολύ το έργο των κατακτητών.
 
Οι Γερμανοί από την πλευρά τους γνώριζαν από τις 30 Απριλίου ότι η Σούδα δεν επρόκειτο να ναρκοθετηθεί τις επόμενες εβδομάδες, ούτε τα αεροδρόμια της Κρήτης να καταστραφούν, με βάση έγγραφο του Υπουργείου Αμύνης της Βρετανίας και την υποκλοπή πληροφοριών από τη ραδιοεπικοινωνία των Γερμανών. Η μάχη της Κρήτης ουσιαστικά αρχίζει στις 14 Μάιου με τον σφοδρό βομβαρδισμό στρατιωτικών κυρίως στόχων στα αεροδρόμια Μάλεμε, Ρεθύμνου, Ηρακλείου,στο λιμάνι της Σούδας, χωρίς αυτό  να σημαίνει  ότι  οι καταστροφές και στις πόλεις αλλά και οι απώλειες ανθρώπινων ζωών δεν είναι σημαντικές. Δημιουργούνται σοβαρά προβλήματα  στον ανεφοδιασμό των συμμαχικών  δυνάμεων κυρίως από τη Σούδα.

Η γερμανική επίθεση εκδηλώνεται στις 8 το πρωί της 20ής Μαΐου 1941, με μαζικές ρίψεις αλεξιπτωτιστών στο αεροδρόμιο του Μάλεμε και στην ευρύτερη περιοχή των Χανιά, καθώς και στο Ρέθυμνο και το Ηράκλειο. Πολυάριθμα σμήνη μεταγωγικών αεροσκαφών πραγματοποιούν συνεχείς ρίψεις αλεξιπτωτιστών, συχνά όμως με ασυντόνιστο τρόπο, γεγονός που προκαλεί μεγάλες απώλειες στους Γερμανούς.

Ακολουθεί σκληρός αγώνας, στον οποίο συμμετέχει και ο κρητικός λαός — άνδρες, γέροντες και γυναίκες — με τον πενιχρό οπλισμό που διαθέτει. Ο ουρανός γεμίζει αλεξίπτωτα και ο κάμπος του Μάλεμε πλημμυρίζει από ανθρώπους που πυροβολούν τους αλεξιπτωτιστές ακόμη και την ώρα που κατεβαίνουν από τον αέρα. Πολλοί Γερμανοί φτάνουν στο έδαφος νεκροί, όμως νέα κύματα δυνάμεων καταφθάνουν συνεχώς.

Τα γερμανικά στούκας και τα βομβαρδιστικά Χάινκελ σφυροκοπούν τα αεροδρόμια και τις αμυντικές θέσεις των ελληνοσυμμαχικών δυνάμεων, οι οποίες προσπαθούν να κρατήσουν τα κρητικά αεροδρόμια και να αποτρέψουν την απόβαση νέων ενισχύσεων

 

Οι Γερμανοί δεν πετυχαίνουν τον αντικειμενικό τους σκοπό, που είναι η κατάληψη του αεροδρομίου Μάλεμε και του υψώματος 107 που δεσπόζει του αεροδρομίου. Κατορθώνουν μόνο να δημιουργήσουν μικρό προγεφύρωμα στο ανατολικό τμήμα του Ταυρωνίτη ποταμού, το οποίο επεκτείνουν μέχρι το βράδυ στους πρόποδες του υψώματος 107.Στην περιοχή του Γαλατά κοντά στην πόλη των Χανίων γίνονται επικές μάχες με πρωταγωνιστές τους Κρητικούς που εξουδετερώνουν τους εισβολείς. 

 Στις περιοχές του Ρεθύμνου και του Ηρακλείου η επίθεση εκδηλώθηκε μετά το μεσημέρι.Στο Ρέθυμνο η πτώση των Γερμανών έγινε έξω από την πόλη,αντιμετωπίστηκε αποτελεσματικά από ελληνοσυμμαχική δύναμη.Στο Ηράκλειο από το πρωί είχε αρχίσει βομβαρδισμός επίκαιρων θέσεων της πόλης.Μετά το μεσημέρι θα πέσουν 4 τάγματα αλεξιπτωτιστών με έμφαση το αεροδρόμιο.Επρόκειτο για δύναμη περίπου 70 αλεξιπτωτιστών, ενισχυμένη με βαρέα όπλα πεζικού. Η ελληνική άμυνα αποτελούνταν από περίπου 600 Έλληνες στρατιώτες, ένα μικρό απόσπασμα Νεοζηλανδών και αρκετούς ένοπλους χωρικούς.Αρκετοί από τους Γερμανούς, καθώς έπεφταν πάνω στις οχυρωμένες θέσεις των Ελλήνων, σκοτώθηκαν πριν ακόμη φτάσουν στο έδαφος. Όσοι επέζησαν συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν. Ωστόσο, και οι ελληνικές απώλειες ήταν σημαντικές, λόγω της κακής εκπαίδευσης αλλά και της απειρίας.
 

Η πεισματώδης αντίσταση στρατιωτών και πολιτών απέναντι στη γερμανική επίθεση έχει ως αποτέλεσμα η αρχική επιχείρηση,παρά τη σφοδρότητά της και τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της, να παρουσιάζει μόνο μέτρια αποτελέσματα.

Οι Γερμανοί επιχειρούν να εισβάλουν στην Κρήτη και διά θαλάσσης. Οργανώνουν έναν αποβατικό στόλο από περίπου 25 πλοία και καΐκια, πολλά από τα οποία φέρουν ελληνικές σημαίες με σκοπό την παραπλάνηση. Η νηοπομπή, που μεταφέρει περίπου 2.500 άνδρες και πολεμικό υλικό, ξεκινά το πρωί της 21ης Μαΐου από τη Μήλο με προορισμό την κατάληψη του λιμανιού της Σούδα.

Η επιχείρηση παρουσιάζει αρχικά καθυστερήσεις και λίγο πριν το μεσημέρι η νηοπομπή, περίπου 18 μίλια πριν από τη Σούδα, γίνεται αντιληπτή από βρετανικά πολεμικά πλοία. Στη ναυμαχία που ακολουθεί, η υπεροχή του Royal Navy προκαλεί τη βύθιση των περισσότερων γερμανικών σκαφών, ενώ μόνο λίγα καταφέρνουν να διασωθούν.

Η εξέλιξη αυτή ενισχύει την αισιοδοξία των Βρετανών για την έκβαση της Μάχη της Κρήτης. Ο ίδιος ο Νεοζηλανδός διοικητής Μπέρναρντ Φράιμπεργκ είχε δηλώσει ότι χωρίς τη συνδρομή του ναυτικού και της αεροπορίας δεν υπήρχαν ουσιαστικές ελπίδες απόκρουσης της γερμανικής εισβολής.

Συνεχίζεται...


 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις