Η Μάχη της Κρήτης, α΄ μέρος
Η Μάχη της Κρήτης, που εκτυλίχθηκε τον Μάιο του 1941, αποτελεί αναπόσπαστη συνέχεια του ελληνοιταλικού και του ελληνογερμανικού πολέμου και μία από τις πιο καθοριστικές και ταυτόχρονα ιδιόμορφες συγκρούσεις του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ήταν η πρώτη μεγάλη στρατιωτική επιχείρηση στην ιστορία που βασίστηκε σχεδόν αποκλειστικά σε αεραπόβαση, ενώ η σθεναρή αντίσταση του κρητικού λαού σε συνεργασία με τα συμμαχικά στρατεύματα,κατέστησε τη μάχη αυτή μοναδική στο είδος της.
γράφει ο Θάνος Δασκαλοθανάσης
Την ίδια περίοδο, σε μια παράλληλη αλλά αντίθετης κατεύθυνσης κίνηση, μικρές βρετανικές δυνάμεις αποβιβάζονται στην Κρήτη. Πρώτο τους μέλημα είναι η κατασκευή και ενίσχυση του αεροδρομίου του Μάλεμε, περίπου 17 χιλιόμετρα δυτικά των Χανιά.
Η κυβέρνηση του Ιωάννης Μεταξάς, διαβλέποντας τον κίνδυνο, είχε οργανώσει τμήματα πολιτοφυλακής στο νησί, κάτι στο οποίο όμως αντιστρατεύτηκαν αργότερα οι κατοχικές κυβερνήσεις, φοβούμενες τους «απείθαρχους» Κρητικούς. Θα πρέπει να σημειωθεί και να υπογραμμιστεί ότι, όταν πλέον η γερμανική εισβολή γίνεται ολοφάνερη, εκδηλώνεται έντονα η διάθεση του ντόπιου πληθυσμού να στρατευτεί και να πολεμήσει. Απλοί πολίτες, χωρικοί και αγρότες ζητούν όπλα για να συμμετάσχουν στην άμυνα της Κρήτης απέναντι στους Γερμανούς εισβολείς.
Οι Βρετανοί και ο Ουίνστον Τσόρτσιλ, αν και είχαν αναγνωρίσει τη γεωστρατηγική σημασία της Κρήτης, καθυστέρησαν να οργανώσουν αποτελεσματικά την άμυνά της. Εκτιμούσαν ότι οι μικρές αρχικά δυνάμεις ήταν υπεραρκετές και ότι υπήρχε χρόνος για οχυρωματικά έργα και περαιτέρω ενίσχυση των συμμαχικών δυνάμεων. Θα αποδειχθεί όμως ότι οι Άγγλοι είτε δεν μπόρεσαν, υποτιμώντας τη γερμανική αποφασιστικότητα, είτε δεν θέλησαν τελικά να κρατήσουν την Κρήτη, καθώς προτεραιότητά τους ήταν η γενικότερη στρατηγική άμυνα της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής.
Στο τέλος Απριλίου του 1941, μετά την κατάρρευση του μετώπου στην ηπειρωτική Ελλάδα, χιλιάδες Βρετανοί, Αυστραλοί και Νεοζηλανδοί στρατιώτες μεταφέρονται βιαστικά στην Κρήτη. Οι συμμαχικές δυνάμεις που συγκεντρώνονται στο νησί οργανώνονται σε ένα ενιαίο στρατιωτικό σώμα με την ονομασία Creforce (Crete Force), δηλαδή «Δύναμη Κρήτης». Τη διοίκηση των βρετανικών και ελληνικών δυνάμεων αναλαμβάνει ο Νεοζηλανδός υποστράτηγος Μπέρναρντ Φράιμπεργκ, έπειτα από απόφαση της βρετανικής διοίκησης της Μέσης Ανατολής.
Η συνολική δύναμη των υπερασπιστών του νησιού, μετά και την ενίσχυσή της από τμήματα που αποχωρούν από την ηπειρωτική Ελλάδα, φτάνει περίπου τους 42.500 άνδρες. Από αυτούς, περίπου 11.500 είναι Έλληνες στρατιώτες και περίπου 31.000 Βρετανοί, Αυστραλοί και Νεοζηλανδοί. Οι ελληνικές δυνάμεις περιλαμβάνουν πολλούς νεοσύλλεκτους, εφέδρους, ευέλπιδες και χωροφύλακες, οι περισσότεροι όμως είναι πλημμελώς οπλισμένοι και με ελλιπή εκπαίδευση.
Οι Βρετανοί είχαν υποσχεθεί την ενίσχυση του νησιού με ατομικό και βαρύ οπλισμό, όμως οι υποσχέσεις αυτές δεν υλοποιούνται στον βαθμό που αναμενόταν. Η αεροπορική δύναμη της Κρήτης παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη. Στο νησί υπάρχουν μόλις λίγα βρετανικά αεροσκάφη, ανάμεσά τους βομβαρδιστικά τύπου Μπρίστολ Μπλένχαϊμ, καταδιωκτικά Χόκερ Χάρικεϊν και Γκλόστερ Γκλαντιέιτορ, ενώ οι διαθέσιμες δυνάμεις περιλαμβάνουν επίσης 16 βαρέα και 36 ελαφρά αντιαεροπορικά πυροβόλα και μόλις 22 άρματα μάχης.
Παρά τις προσπάθειες οργάνωσης της άμυνας, η κατάσταση παραμένει προβληματική. Η έλλειψη ουσιαστικής αεροπορικής κάλυψης, τα περιορισμένα οχυρωματικά έργα, η ανεπάρκεια πυροβολικού και αρμάτων μάχης, αλλά και η αδυναμία γρήγορης ενίσχυσης του νησιού, θα αποδειχθούν καθοριστικοί παράγοντες στην εξέλιξη της Μάχη της Κρήτης.
Η γερμανική επίθεση εκδηλώνεται στις 8 το πρωί της 20ής Μαΐου 1941, με μαζικές ρίψεις αλεξιπτωτιστών στο αεροδρόμιο του Μάλεμε και στην ευρύτερη περιοχή των Χανιά, καθώς και στο Ρέθυμνο και το Ηράκλειο. Πολυάριθμα σμήνη μεταγωγικών αεροσκαφών πραγματοποιούν συνεχείς ρίψεις αλεξιπτωτιστών, συχνά όμως με ασυντόνιστο τρόπο, γεγονός που προκαλεί μεγάλες απώλειες στους Γερμανούς.
Ακολουθεί σκληρός αγώνας, στον οποίο συμμετέχει και ο κρητικός λαός — άνδρες, γέροντες και γυναίκες — με τον πενιχρό οπλισμό που διαθέτει. Ο ουρανός γεμίζει αλεξίπτωτα και ο κάμπος του Μάλεμε πλημμυρίζει από ανθρώπους που πυροβολούν τους αλεξιπτωτιστές ακόμη και την ώρα που κατεβαίνουν από τον αέρα. Πολλοί Γερμανοί φτάνουν στο έδαφος νεκροί, όμως νέα κύματα δυνάμεων καταφθάνουν συνεχώς.
Τα γερμανικά στούκας και τα βομβαρδιστικά Χάινκελ σφυροκοπούν τα αεροδρόμια και τις αμυντικές θέσεις των ελληνοσυμμαχικών δυνάμεων, οι οποίες προσπαθούν να κρατήσουν τα κρητικά αεροδρόμια και να αποτρέψουν την απόβαση νέων ενισχύσεων
Η πεισματώδης αντίσταση στρατιωτών και πολιτών απέναντι στη γερμανική επίθεση έχει ως αποτέλεσμα η αρχική επιχείρηση,παρά τη σφοδρότητά της και τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της, να παρουσιάζει μόνο μέτρια αποτελέσματα.
Οι Γερμανοί επιχειρούν να εισβάλουν στην Κρήτη και διά θαλάσσης. Οργανώνουν έναν αποβατικό στόλο από περίπου 25 πλοία και καΐκια, πολλά από τα οποία φέρουν ελληνικές σημαίες με σκοπό την παραπλάνηση. Η νηοπομπή, που μεταφέρει περίπου 2.500 άνδρες και πολεμικό υλικό, ξεκινά το πρωί της 21ης Μαΐου από τη Μήλο με προορισμό την κατάληψη του λιμανιού της Σούδα.
Η επιχείρηση παρουσιάζει αρχικά καθυστερήσεις και λίγο πριν το μεσημέρι η νηοπομπή, περίπου 18 μίλια πριν από τη Σούδα, γίνεται αντιληπτή από βρετανικά πολεμικά πλοία. Στη ναυμαχία που ακολουθεί, η υπεροχή του Royal Navy προκαλεί τη βύθιση των περισσότερων γερμανικών σκαφών, ενώ μόνο λίγα καταφέρνουν να διασωθούν.
Η εξέλιξη αυτή ενισχύει την αισιοδοξία των Βρετανών για την έκβαση της Μάχη της Κρήτης. Ο ίδιος ο Νεοζηλανδός διοικητής Μπέρναρντ Φράιμπεργκ είχε δηλώσει ότι χωρίς τη συνδρομή του ναυτικού και της αεροπορίας δεν υπήρχαν ουσιαστικές ελπίδες απόκρουσης της γερμανικής εισβολής.
Συνεχίζεται...
.png)





Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου