Καπετάν Κώττας, ο πρώτος Μακεδονομάχος,Α΄ΜΈΡΟΣ

 Ο πρώτος και ίσως ένας από τους μεγαλύτερους σε προσφορά Μακεδονομάχους ήταν σλαβόφωνος, αλλά με ακλόνητη ελληνική εθνική συνείδηση. Ο Κωνσταντίνος Χρήστου, ο θρυλικός Καπετάν Κώττας, πέρασε πολύ νωρίς στην ένοπλη δράση. Σκότωσε τον Τούρκο Νουρή μπέη και τον εισπράκτορα Ταχήρ και σύντομα έγινε μία από τις σημαντικότερες μορφές του αγώνα στη Δυτική Μακεδονία.Ένας αντισυμβατικός Μακεδονομάχος που δεν έχει λάβει από την ελληνική ιστορία την τιμή και την αναγνώριση που του αξίζει.

Πρωταγωνίστησε στα γεγονότα που προηγήθηκαν και οδήγησαν στον οργανωμένο Μακεδονικό Αγώνα, πολεμώντας τόσο την οθωμανική εξουσία όσο και τους Βούλγαρους κομιτατζήδες. Τελικά συνελήφθη από τους Οθωμανούς και καταδικάστηκε σε θάνατο. Την ώρα της εκτέλεσής του κλώτσησε ο ίδιος το υποπόδιο της κρεμάλας, αντιμετωπίζοντας τον θάνατο με περηφάνια.

Τον αποκάλεσαν «Αετό των Κορεστίων» και η μνήμη του παρέμεινε ζωντανή στη Μακεδονία. Προς τιμήν του, η γενέτειρά του, η Ρούλια των Κορεστίων, πήρε αργότερα το όνομά του: ΚΩΤΤΑΣ 


 

γράφει ο Θάνος Δασκαλοθανάσης 

Η Μακεδονία στα τέλη του 19ου αιώνα

Στα τέλη του 19ου αιώνα η Μακεδονία εξακολουθούσε να βρίσκεται κάτω από την κυριαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η οποία όμως είχε αρχίσει να χάνει σταδιακά τη δύναμή της στα Βαλκάνια. Η περιοχή είναι  ένα πολύπλοκο μωσαϊκό λαών, γλωσσών και θρησκευτικών κοινοτήτων. Έλληνες, σλαβόφωνοι χριστιανοί, Τούρκοι, Βλάχοι, Αλβανοί και Εβραίοι συμβιώνουν στις πόλεις και στα χωριά της Μακεδονίας.

Γλωσσικά μπορούμε, χωρίς να υπάρχουν απόλυτα και καθαρά σύνορα, να διακρίνουμε τρεις μεγάλες ζώνες. Στη νότια Μακεδονία επικρατούσε περισσότερο η ελληνική γλώσσα. Στην κεντρική ζώνη, ιδιαίτερα σε περιοχές της Δυτικής και Κεντρικής Μακεδονίας, υπήρχαν πολλοί σλαβόφωνοι πληθυσμοί, ενώ όσο προχωρούσε κανείς προς τον βορρά τα σλαβικά ιδιώματα γίνονταν ακόμη περισσότερο διαδεδομένα. Παράλληλα υπήρχαν βλαχόφωνες, αλβανόφωνες και τουρκόφωνες κοινότητες, ενώ στις μεγάλες πόλεις, ιδιαίτερα στη Θεσσαλονίκη, ήταν έντονη και η παρουσία των Εβραίων.

Η γλώσσα όμως δεν καθόριζε απαραίτητα και την εθνική συνείδηση. Πολλοί σλαβόφωνοι χριστιανοί παρέμεναν πιστοί στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και συνδέονταν με την ελληνική πλευρά, ενώ άλλοι είχαν προσχωρήσει στη Βουλγαρική Εξαρχία.Πολλές φορές ακόμη και μέσα στο ίδιο χωριό υπήρχαν διαφορετικές επιλογές και αντιπαραθέσεις.

Η Μακεδονία γρήγορα θα μετατραπεί   σε πεδίο έντονου ανταγωνισμού μεταξύ Ελλήνων, Βουλγάρων και Σέρβων.Αρχικά  σύγκρουση γινόταν κυρίως μέσα από την Εκκλησία και την εκπαίδευση, με σχολεία, δασκάλους και ιερείς να παίζουν σημαντικό ρόλο. Σταδιακά όμως ο ανταγωνισμός πέρασε στα όπλα. Ένοπλα σώματα εμφανίστηκαν στην ύπαιθρο και άρχισε ένας σκληρός αγώνας για τον έλεγχο των χωριών και των πληθυσμών.

Στην ταραγμένη και τόσο μπερδεμένη αυτή  εποχή στα Κορέστια της περιοχής της Καστοριάς, θα εμφανιστεί ένας από τους πρώτους οπλαρχηγούς που συνδέθηκαν με τον Μακεδονικό Αγώνα: ο Κωνσταντίνος Χρήστου που θα γίνει  γνωστός με το παραφθαρμένο  Καπετάν Κώττας.

Ο Κωνσταντίνος...Κώττας  

Γεννιέται το 1863 στο χωριό Ρούλια (σημερινός Κώτας), στην περιοχή των Άνω Κορεστίων, ριζωμένο μέσα στα βουνά, στον δρόμο που ένωνε την Καστοριά με τη Φλώρινα. Τα χωριά της  περιοχής, το Ζέλοβο (σημερινό Αντάρτικο), το Σμαρδέσι (σημερινή Κρυσταλλοπηγή), το Όστιμα (σημερινό Τρίγωνο), το Πισοδέρι, μαζί με τα ορεινά περάσματα προς τη Βίγλα, θα αποτελέσουν το μικρό «βασίλειο» του Καπετάν Κώττα.

Ήξερε τον τόπο όσο λίγοι. Γνώριζε τα βουνά, τα μονοπάτια και τα περάσματα, αλλά τους ανθρώπους  των χωριών. Από αυτές τις περιοχές στρατολογούσε τα παλικάρια του,εδώ θα οργανώσει τα πρώτα ένοπλα τμήματά του. Τα Κορέστια θα γίνουν ο φυσικός χώρος μέσα στον οποίο θα γεννηθεί ο θρύλος του Καπετάν Κώττα.

Τα πρώτα χρόνια 

Ο μικρός Κωνσταντίνος ήταν γιος νοικοκύρη γεωργού. Η οικογένειά του ήταν σλαβόφωνη και ο ίδιος γνώριζε ελάχιστες ελληνικές λέξεις, ήταν όμως βαθιά θρησκευόμενη και πιστή στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Μεγαλώνοντας θα γίνει ένας  σημαντικός άνθρωπος του καιρού του. Θα μάθει διάφορες τέχνες, θα εργαστεί ως τσαγκάρης και κηροπλάστης, αλλά κυρίως θα αναλάβει το μπακάλικο του πατέρα του, που αποτελούσε και σημείο συνάντησης των κατοίκων της περιοχής.

Στο χωριό του θα δημιουργήσει ένα μικρό πανδοχείο, ενώ θα φροντίσει και για το κτίσιμο ξενώνα στη Μονή Αγίας Τριάδας στο Πισοδέρι. Το μοναστήρι αυτό θα γίνει τόπος προσκυνήματος και ησυχαστήριο για τον ίδιο. Παντρεύτηκε τη Ζωή Σφέτσκου και απέκτησαν οκτώ παιδιά.

Μεγάλο του πάθος ήταν το κυνήγι. Περνούσε πολλές ώρες στα βουνά των Κορεστίων και μέσα από αυτό γνώρισε άριστα τον τόπο και απέκτησε μεγάλη εξοικείωση με τα όπλα. Σε νεαρή ηλικία άρχισε να λειτουργεί και ως ένα είδος τοπικού πολιτοφύλακα, προστατεύοντας τους χωρικούς από ληστές και ένοπλες συμμορίες.

Η δραστηριότητα και η επιρροή του τον έκαναν σύντομα γνωστό στην τοπική κοινωνία. Από το 1893 έως το 1896 ανέλαβε πρόεδρος της Ρούλιας. Οι εποχές ήταν δύσκολες και οι αυθαιρεσίες των τοπικών μπέηδων και ένοπλων ομάδων πολλές. Άδικοι φόροι, καταπιεστικές και υποτιμητικές συμπεριφορές, ακόμη και προσβολές της τιμής των κατοίκων αποτελούσαν μέρος της σκληρής καθημερινότητας.

Ο Κώττας προσπάθησε να προστατεύσει τους συγχωριανούς του,να βάλει ένα φραγμό σε αυτές τις αυθαιρεσίες. Σύντομα θα έρθει σε σύγκρουση με εκπροσώπους της τοπικής οθωμανικής εξουσίας, αποκτώντας ακόμη μεγαλύτερο κύρος ανάμεσα στους κατοίκους. Ο άνθρωπος που λίγα χρόνια αργότερα θα γινόταν ο Καπετάν Κώττας είχε ήδη αρχίσει να ξεχωρίζει...

Η Η δυτική Μακεδονία στις αρχές του 20ου αιώνα

Η πρώτη σύγκρουση

Στη Ρούλια υπήρχαν δύο πανδοχεία. Το ένα ανήκε στον Τουρκαλβανό Κασήμ Αγά της γειτονικής Καπεστίτσας, και το δεύτερο στην κοινότητα του χωριού. Ο Κασήμ, θέλοντας να διατηρήσει το μονοπώλιο, εμπόδιζε τη λειτουργία του κοινοτικού πανδοχείου. Ο Κώττας, ως πρόεδρος της Ρούλιας, αντέδρασε και προσπάθησε να το λειτουργήσει κανονικά.

Η σύγκρουση ανάμεσα στους δύο γρήγορα έγινε προσωπική. Στην έχθρα τους προστέθηκαν και άλλες διαφορές, ακόμη και για τη χρήση των νερών ενός μύλου. Ο Κασήμ επιχείρησε να σκοτώσει τον Κώττα, ο οποίος κατάφερε να γλιτώσει. Λίγο αργότερα ο Κώττας, μαζί με τον Παύλο Κύρου από το Ζέλοβο (σημερινό Αντάρτικο), έστησε ενέδρα στον Κασήμ στην περιοχή του Πισοδερίου και τον σκότωσε. Καταζητούμενος πλέον από τις οθωμανικές αρχές, πήρε οριστικά τον δρόμο του βουνού.Τελείωνε η ζωή του προέδρου,του επαγγελματία  του οικογενειάρχη και άρχιζε εκείνη του οπλαρχηγού.

Η δράση του 

Την ίδια εποχή,ενώ στη Μακεδονία αλλά και στη Κρήτη η κατάσταση γίνεται ολοένα πιο δύσκολη ξεσπά . Ο Ελληνοτουρκικός Πόλεμος του 1897 και κυρίως η ελληνική ήττα δημιούργησαν νέες συνθήκες. Ο Κώττας θα βάλει πλέον στόχο συγκεκριμένους εκπροσώπους της οθωμανικής και τουρκαλβανικής εξουσίας, μπέηδες, αγάδες και φοροεισπράκτορες που καταπίεζαν τους χριστιανικούς πληθυσμούς. Με τη μικρή ένοπλη ομάδα του θα κινείται αιφνιδιαστικά στα βουνά της Δυτικής Μακεδονίας, θα οργανώνει ενέδρες και θα δίνει συγκρούσεις ακόμη και με οθωμανικά αποσπάσματα.

Οι ίδιοι οι ντόπιοι τον ενημέρωναν για τις αυθαιρεσίες και τις κινήσεις των ανθρώπων που τους καταπίεζαν και ζητούσαν την προστασία του. Ο Κώττας βρίσκοντας την κατάλληλη στιγμή με την ομάδα του χτυπούσε αιφνιδιαστικά.

Ανάμεσα στους ανθρώπους που εξόντωσε μέχρι το 1900 αναφέρονται ο εισπράκτορας Ταχήρ, ο Νουρή μπέης, οι Τουρκαλβανοί μπέηδες Τσαούς Σιαμπάν και Τζέλιο, καθώς και άλλοι τοπικοί παράγοντες που είχαν γίνει φόβος για τους χριστιανικούς πληθυσμούς. 

Η φήμη του άρχισε να απλώνεται γρήγορα από χωριό σε χωριό. Για τους Οθωμανούς ήταν  ένας επικίνδυνος παράνομος,για τους καταπιεσμένους χριστιανούς ο προστάτης ο λαϊκός ήρωας


Η συνεργασία με τους Βούλγαρους

Στην περιοχή όμως θα αρχίσουν να δραστηριοποιούνται και οι Βούλγαροι. Ήδη από το 1893 είχε ιδρυθεί στη Θεσσαλονίκη η ΕΜΕΟ από σλαβόφωνους με βουλγαρική εθνική ταυτότητα,ενώ βουλγαρικές ένοπλες ομάδες δρούσαν όλο και περισσότερο στη Μακεδονία. Με το σύνθημα «Η Μακεδονία στους Μακεδόνες» και με υποσχέσεις για ελευθερία και δικαιώματα στους κατοίκους, προσπαθούσαν να προσελκύσουν τους χριστιανικούς πληθυσμούς ενάντια στους Οθωμανούς. Πίσω όμως από αυτές τις υποσχέσεις υπήρχε η προσπάθεια να ενισχυθεί η βουλγαρική επιρροή και να δημιουργηθούν ισχυροί βουλγαρικοί θύλακες στη Μακεδονία με επίκεντρο τη θρησκεία και τις εκκλησίες,την εκπαίδευση και τα σχολεία. 

Γύρω στο 1900 η ΕΜΕΟ ενίσχυσε σημαντικά την παρουσία της στην περιοχή της Καστοριάς, με σημαντικά στελέχη τον Πάβελ Χριστόφ και τον Κούζο Στέφοφ. Στην περιοχή θα εμφανιστούν και άλλοι γνωστοί κομιτατζήδες, ανάμεσά τους και ο διαβόητος Μήτρο Βλάχος, που λίγα χρόνια μετά θα παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στα γεγονότα που οδήγησαν στον θάνατο του Παύλου Μελά.

Οι Βούλγαροι θα πλησιάσουν  τον Κώττα, τον οποίο αρχικά είχαν ανάγκη λόγω της πείρας και της μεγάλης φήμης του. Ήταν ήδη γνωστός οπλαρχηγός, είχε δικούς του άνδρες, γνώριζε άριστα τα βουνά και τα χωριά των Κορεστίων και είχε μεγάλη επιρροή στους κατοίκους της περιοχής.

Ο Κώττας από την πλευρά του θα δεχτεί αρχικά να συνεργαστεί μαζί τους. Κοινός εχθρός ήταν η οθωμανική εξουσία και ο ίδιος πίστευε ότι προτεραιότητα έπρεπε να είναι η απελευθέρωση των χριστιανικών πληθυσμών. Για ένα διάστημα ο Κώττας και η ΕΜΕΟ θα βαδίσουν μαζί. Σύντομα όμως θα φανεί ότι οι στόχοι τους δεν ήταν οι ίδιοι και η προσωρινή αυτή συνεργασία θα οδηγηθεί πρώτα σε ρήξη και στη συνέχεια σε ανοιχτή σύγκρουση.

Η ρήξη με τους κομιτατζήδες

   Μέχρι και τα μέσα του 1902 θα συνεργαστεί μαζί τους σε διαφορες επιθεσεις με στόχο πάντα την οθωμανική διοίκηση.  Καθώς άρχισαν να διαφαίνονται οι πραγματικοί σκοποί των κομιτατζήδων και να χρησιμοποιούν πρακτικές που θύμιζαν πολλές φορές εκείνες των Τούρκων, όπως βιαιοπραγίες, απειλές, εκβιασμούς και επιτάξεις, οι σχέσεις άρχισαν να αλλάζουν.Οι Πατριαρχικοί χριστιανικοί πληθυσμοί αντιμετώπιζαν τώρα έναν νέο εχθρό, καθώς δέχονταν πιέσεις να εγκαταλείψουν το Πατριαρχείο και να ακολουθήσουν τη Βουλγαρική Εξαρχία.

Οι πρακτικές αυτές θα βρουν αντίθετο τον Κώττα. Ο ίδιος πίστευε ότι ο κύριος εχθρός ήταν οι Τούρκοι και ότι οι χριστιανικοί πληθυσμοί έπρεπε να συνεργαστούν μεταξύ τους και όχι να αλληλοεξοντώνονται. «Ας σκοτώσουμε πρώτα την αρκούδα και το τομάρι είναι εύκολο να το μοιράσουμε», συνήθιζε να λέει. Η «αρκούδα» ήταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Πίστευε ότι πρώτα έπρεπε να έρθει η απελευθέρωση και ύστερα να λυθούν οι διαφορές μεταξύ των χριστιανικών πληθυσμών της Μακεδονίας.

Υπήρχε όμως και μια αμοιβαία αντιπάθεια, που με τον καιρό γινόταν όλο και μεγαλύτερη. Οι Βούλγαροι, που αρχικά είχαν ανάγκη τον Κώττα λόγω της πείρας, της φήμης και της γνώσης της περιοχής,  άρχισαν να τον βλέπουν ως βαρίδιο στα σχέδιά τους. Ήταν ανεξάρτητος, δύσκολα δεχόταν εντολές και πολλές φορές ενεργούσε όπως ο ίδιος θεωρούσε σωστό.

Αλλά και ο Κώττας πολλές φορές τους υποτιμούσε για τις πραγματικές επιχειρησιακές τους ικανότητες.Πολλούς από αυτούς τους θεωρούσε κατώτερους από τον ίδιο σε πραγματικές συνθήκες μάχης.

Μετά από πολλές παλινωδίες, καλοπιάσματα αλλά και απειλές, ο Κώττας θα απομακρυνθεί σταδιακά από την οργάνωση. Από εδώ και πέρα θα γίνει στόχος για τους Βούλγαρους κομιτατζήδες, οι οποίοι θα προσπαθήσουν ακόμη και να τον εξοντώσουν. Η κατάσταση γίνεται επικίνδυνη και για την οικογένειά του. Τα δύο αγόρια του θα σταλούν στην Αθήνα, όπου θα τεθούν υπό ελληνική προστασία.

 

Οι πρώτες απόπειρες εναντίον του Κώττα

Η σύγκρουση με τους κομιτατζήδες δεν θα μείνει μόνο στα λόγια. Ήδη από το 1900, όταν ο Κώττας άρχισε να αρνείται να ακολουθεί τις εντολές της οργάνωσης και κυρίως να στρέφεται εναντίον Πατριαρχικών χριστιανών, οι Βούλγαροι άρχισαν να τον θεωρούν εμπόδιο στα σχέδιά τους.

Τον Οκτώβριο του 1900 κατά τη διάρκεια αποστολής, δύο άνδρες που βρίσκονταν μαζί του τον πυροβόλησαν πισώπλατα στην περιοχή μεταξύ Μπάνιτσας (σημερινής Κέλλης) και Γκορνιτσόβου (σημερινής Βεύης). Ο Κώττας τραυματίστηκε σοβαρά, αλλά κατάφερε να σωθεί και να επιστρέψει στα Κορέστια. Η ΕΜΕΟ αρνήθηκε ότι βρισκόταν πίσω από την επίθεση και απέδωσε το περιστατικό σε προσωπικές διαφορές.

Οι προσπάθειες εξόντωσής του  θα συνεχιστούν. Το 1901 ο κομιτατζής Πάντο Κλιάσεφ επιχείρησε να τον παρασύρει σε δήθεν συνάντηση για διαπραγματεύσεις, με σκοπό να τον σκοτώσει. Ο Κώττας αντιλήφθηκε την παγίδα και δεν εμφανίστηκε.

Από εδώ και πέρα η κατάσταση είχε αλλάξει οριστικά. Οι παλιοί σύμμαχοι είχαν γίνει εχθροί και ο Κώττας γνώριζε πλέον ότι δεν είχε απέναντί του μόνο τις οθωμανικές αρχές, αλλά και τους κομιτατζήδες που μέχρι πριν από λίγο πολεμούσαν στο πλευρό του.

Το 1901 ο Κώττας θα συναντηθεί με τον δραστήριο και τολμηρό Μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανό Καραβαγγέλη, μια συνάντηση που θα αποδειχθεί καθοριστική για την πορεία του. Ο Καραβαγγέλης αντιλαμβάνεται αμέσως τη μεγάλη αξία του Κώττα, γνώριζε άριστα τον τόπο, είχε δικούς του άνδρες και μεγάλη επιρροή στα χωριά των Κορεστίων. Με την πειθώ του θα προσπαθήσει να αποσπάσει από τον Κώττα τη διαβεβαίωση ότι από εδώ και πέρα θα εργαστεί για την ελληνική υπόθεση.

Η σφραγίδα του Καπετάνιου, γραμμένη στα ελληνικά και με το σύνθημα «Ελευθερία ή Θάνατος», παραπέμπει έντονα στην επαναστατική παράδοση της Φιλικής Εταιρείας και του 1821. Έχει ιδιαίτερη σημασία ότι χρησιμοποιήθηκε από τον σλαβόφωνο Κώττα ήδη από την περίοδο της συμμετοχής του στην ΕΜΕΟ.

 

Για τον Κώττα όμως, που είχε μεγαλώσει και μάθει να προσεγγίζει διαφορετικά τις καταστάσεις, η συνεργασία με τον Καραβαγγέλη δεν σήμαινε ότι θα σταματούσε αμέσως κάθε επαφή με τους Βούλγαρους. Εξακολουθούσε να πιστεύει ότι, όταν υπήρχε κοινός εχθρός, μπορούσε να υπάρξει και κοινή δράση. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 1902 ο Κώττας θα συνεργαστεί ακόμη και με τον Βούλγαρο έφεδρο συνταγματάρχη Γιαγκώφ, ο οποίος ανήκε στους Βερχοβιστές και είχε έρθει στη Μακεδονία με σκοπό να προκαλέσει εξέγερση εναντίον των Οθωμανών. Η συνεργασία τους όμως θα προκαλέσει την έντονη αντίδραση της ΕΜΕΟ, η οποία θα προσπαθήσει να την υπονομεύσει. Κώττας και Γιαγκώφ θα φτάσουν μάλιστα να σχεδιάσουν κοινή επίθεση στη Φλώρινα, η οποία τελικά δεν θα πραγματοποιηθεί.Σταδιακά όμως η συνεργασία του με τον Καραβαγγέλη θα γίνει στενότερη και ο Κώττας θα περάσει σιγά σιγά  στο ελληνικό δίκτυο αντίστασης στη Δυτική Μακεδονία.

Η εξέγερση του Ίλιντεν 

Στις αρχές του καλοκαιριού του 1903, οι Βούλγαροι προετοίμαζαν τη μεγάλη Εξέγερση του Ίλιντεν. Θα θελήσουν και πάλι τη συμμετοχή του Κώττα. Ο ίδιος ήταν επιφυλακτικός απέναντι στα σχέδιά τους, όμως τελικά θα πάρει μέρος στην εξέγερση, χωρίς να εγκαταλείψει την ανεξάρτητη στάση του. Για τον Κώττα ο εχθρός εξακολουθούσε να είναι πρώτα απ' όλα η οθωμανική εξουσία και γι' αυτό θα πολεμήσει εναντίον της στην  περιοχή των Πρεσπών και των Κορεστίων.

Οι εξελίξεις θα τον δικαιώσουν σε μεγάλο βαθμό για τις επιφυλάξεις του. Η Εξέγερση του Ίλιντεν θα αποτύχει και η οθωμανική αντίδραση θα είναι σκληρή. Χωριά θα καταστραφούν και οι χριστιανικοί πληθυσμοί θα πληρώσουν βαρύ τίμημα. Μετά την αποτυχία της εξέγερσης τα πράγματα θα γίνουν ακόμη χειρότερα για όλους, αλλά ιδιαίτερα για τους Πατριαρχικούς πληθυσμούς και για τον ίδιο τον Κώττα.

Οι άνθρωποι με τους οποίους ο Κώττας είχε αρχικά συνεργαστεί εναντίον των Οθωμανών θα γίνονταν πλέον οι μεγαλύτεροι εχθροί του. Η σύγκρουση θα γίνει ανοιχτή και αιματηρή και πολύ σύντομα θα κορυφωθεί με ένα από τα πιο σκοτεινά επεισόδια της πορείας του: την εξόντωση του αρχικομιτατζή Λάζαρ Ποπτράικοφ...

Συνεχίζεται ...  



Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις