Π Ε Λ Ο Π Ο Ν Ν Η Σ Ι Α Κ Ο Σ Π Ο Λ Ε Μ Ο Σ: Αιτίες και Αφορμές
Οι δύο κόσμοι, Αθήνα και Σπάρτη
Είκοσι επτά ολόκληρα χρόνια συγκρούσεων, καταστροφών, πολιορκιών, λεηλασιών, ναυμαχιών, συνωμοσιών, δολοφονιών και ανάμειξης των Περσών συνθέτουν το σκηνικό ενός μεγάλου εμφυλίου πολέμου, που ίσως άδικα ονομάστηκε Πελοποννησιακός Πόλεμος. Οι συγκρούσεις δεν περιορίστηκαν μόνο στην Πελοπόννησο, αλλά επεκτάθηκαν σχεδόν σε ολόκληρο τον ελληνικό κόσμο. Ήταν ο μεγαλύτερος πόλεμος της αρχαιότητας, που οδήγησε στην εξάντληση και την παρακμή των ελληνικών πόλεων-κρατών, σηματοδότησε το τέλος της κλασικής εποχής και άνοιξε τον δρόμο για την ανάδειξη της Μακεδονίας ως της δύναμης που θα ενοποιούσε τον σπαρασσόμενο ελληνικό κόσμο.
Ο Θουκυδίδης, ο μέγας ιστορικός, είναι ξεκάθαρος στην πολυτιμότατη ιστορία του:
«Η αληθινή αιτία του πολέμου είναι ο φόβος της Σπάρτης για την αύξηση της δύναμης της Αθήνας».
γράφει ο Θάνος Δασκαλοθανάσης
Μετά τους Μηδικούς Πολέμους, η αδιαμφισβήτητη υπεροχή της Σπάρτης αντικαθίσταται από τη βαθμιαία εξισορρόπηση των δυνάμεων της Σπάρτης και της Αθήνας, χάρη στη ραγδαία πολιτική και στρατιωτική άνοδο της τελευταίας. Οι Αθηναίοι προβάλλουν ως η μεγάλη στρατιωτική δύναμη, αναλαμβάνοντας φιλόδοξες εκστρατείες κατά των εχθρών των Περσών. Οι Σπαρτιάτες αρχικά αντιδρούν αμήχανα, σύντομα όμως αναλαμβάνουν πολεμική δράση για την αντιμετώπιση των αθηναϊκών φιλοδοξιών που μεγαλώνουν υπέρμετρα.
Αθήνα και Σπάρτη: δύο πόλεις-κράτη αντίθετες σχεδόν σε κάθε τομέα.
Η πρώτη ήταν μια μεγάλη πόλη με πληθυσμό περίπου 300.000 κατοίκων. Διέθετε το μεγάλο λιμάνι του Πειραιά, ισχυρό στόλο, ακμαίο εμπόριο και εύρωστη οικονομία, που της εξασφάλιζαν τεράστιο πλούτο. Είχε δημιουργήσει μια εκτεταμένη συμμαχία με περισσότερες από 200 πόλεις του ελληνικού κόσμου.
Η Σπάρτη, αντίθετα, ήταν απομονωμένη στη νότια Πελοπόννησο. Διέθετε έναν στρατό περίπου 10.000 οπλιτών, από τους οποίους μόνο οι μισοί ήταν πλήρεις Σπαρτιάτες πολίτες. Ο στρατός είχε ως βασική αποστολή να διατηρεί την κυριαρχία των Σπαρτιατών πάνω στους πολυάριθμους είλωτες. Η πόλη δεν είχε ουσιαστική σχέση με τη θάλασσα και, κατά συνέπεια, με το εμπόριο και τη ναυτική ισχύ.
Η Αθήνα, σύμφωνα και με τα λόγια του ίδιου του Περικλή, επιθυμεί να διατηρήσει και να αυξήσει τη δύναμή της. Και όσο προσπαθεί να διατηρήσει τη θαλασσοκρατία της αλλά και την υπεροχή της απέναντι στους συμμάχους, τόσο πιο μισητή γίνεται στους Σπαρτιάτες.
Οι δύο πόλεις αντιπροσωπεύουν δύο διαφορετικές αντιλήψεις: η μία ανοιχτή, τολμηρή, επιθετική· η άλλη κλειστή, συντηρητική, εχθρική σε καθετί καινούριο. Οι Σπαρτιάτες αρκούνται στα λίγα που έχουν, ενώ οι Αθηναίοι αναζητούν τρόπους και τόπους για να αυξήσουν τη δύναμή τους.
Η άνοδος της Αθήνας και η αθηναϊκή ηγεμονία
Η άνοδος της Αθήνας γίνεται με τη μεταφορά του συμμαχικού ταμείου από τη Δήλο στην Αθήνα (454 π.Χ.) και με την επιβολή του αθηναϊκού νομίσματος στον νησιωτικό χώρο. Η αθηναϊκή επιρροή απλώνεται σε όλο το Αιγαίο έως την Ιωνία.
Η αντίδραση των Σπαρτιατών προκαλεί την πρώτη σύγκρουση μεταξύ τους κατά τα έτη 453-446 π.Χ., που λήγει χωρίς νικητή. Αποτέλεσμα είναι όμως να σχηματοποιηθούν τα δύο αντίπαλα ισχυρά κέντρα εξουσίας, που θα ξεκινήσουν έναν σφοδρό ανταγωνισμό. Γύρω από την Αθήνα και τη Σπάρτη, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, προσχωρούν οι ελληνικές πόλεις.
Η Σπάρτη δεν ενδιαφέρεται για τη δημιουργία ενός πολιτικού σχηματισμού, λόγω της κλειστής κοινωνίας της, της αγροτικής οικονομίας και των παραδόσεών της.
Η Αθήνα όμως θα εφαρμόσει μια άκρως επιθετική πολιτική, επεκτείνοντας τον ζωτικό πολιτικό και οικονομικό της χώρο στο Αιγαίο και στην Ιωνία, μέσα από τη γιγάντωση της αθηναϊκής συμμαχίας. Με όργανο τα δημοκρατικά κόμματα και καθεστώτα στις διάφορες πόλεις της Ελλάδας, οι Αθηναίοι θα επιχειρήσουν να τις εντάξουν στη σφαίρα επιρροής τους.
Προοδευτικά, η συμμαχία αυτή θα πάρει αυταρχικά χαρακτηριστικά και θα καταλήξει να είναι μια αθηναϊκή ηγεμονία-τυραννία. Και όταν η δυσαρέσκεια μετατρέπεται σε εξέγερση, τότε η αθηναϊκή απάντηση είναι η βίαιη καταστολή.
Έτσι αντιμετωπίζονται οι εξεγέρσεις πολλών περιοχών πριν από το 431 π.Χ.: της Νάξου, της Θάσου, της Μιλήτου, της Χαλκίδας, της Ιστιαίας, της Σάμου και της Ποτίδαιας.
Πίσω από τις μεγαλοστομίες των Αθηναίων για πανελλήνια ενότητα κρύβεται η διογκούμενη δυσαρέσκεια και η διεκδίκηση της πολιτικής ελευθερίας που έχει χαθεί.
Απέναντι σε όλα αυτά, είναι πολύ εύκολο για τους Σπαρτιάτες και τους συμμάχους τους να προβάλλουν ως η δύναμη εκείνη που στέκεται εμπόδιο στην υποδούλωση των ελληνικών πόλεων από την Αθήνα. Στις πόλεις που ελέγχουν οι Αθηναίοι αρχίζουν και ενισχύονται οι ολιγαρχικοί, με κυρίαρχο αίτημα να παραμείνουν ελεύθερες.
Το παράδοξο είναι ότι, στη διάρκεια του πολέμου, η εξυπηρέτηση των συμφερόντων των περισσότερων πόλεων θα συνδυαστεί με την ολιγαρχία και τη Σπάρτη και όχι με τη δημοκρατία, εξαιτίας της επεκτατικής και απολυταρχικής διάθεσης των Αθηναίων.
Η σύγκρουση των δύο αυτών κόσμων υπαγορεύεται από πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα, με βάση τα οποία και οι άλλες πόλεις επιλέγουν στρατόπεδο και όχι με φυλετικά. Το δίπολο Ίωνες αντίπαλοι με Δωριείς δεν μπορεί να εξηγήσει πειστικά τα αίτια της σύγκρουσης.
Ο αθηναϊκός επεκτατισμός και η επιβολή της αθηναϊκής ηγεμονίας θα επιχειρηθούν με βίαιο τρόπο. Οι Αθηναίοι, αντί να προσπαθήσουν να δημιουργήσουν όρους ισοτιμίας και πραγματικής συμμαχίας, θα προτιμήσουν την υπεροχή και την απόλυτη κυριαρχία τους με τη χρήση της δύναμής τους. Οι αποστασίες και οι εξεγέρσεις θα είναι φυσική συνέπεια για πόλεις-κράτη που έχουν παράδοση στα θεμελιώδη δικαιώματα της ανεξαρτησίας και της ελευθερίας.
Αρχικά οι Αθηναίοι επιτυγχάνουν να απομακρύνουν κάθε κίνδυνο κατάρρευσης της συμμαχίας τους. Γρήγορα όμως θα έρθουν και οι ήττες και οι καταστροφές, όπως η καθοριστική Σικελική Εκστρατεία, αλλά και η απώλεια του ζωτικού τους χώρου στο Αιγαίο και στην Ιωνία.
Ο αναγνώστης που θέλει να εμβαθύνει στις διαφορές των δύο κόσμων αρκεί να ανατρέξει στο έργο του Θουκυδίδη. Δύο φορές στην Ιστορία του ο μέγιστος των ιστορικών αντιπαραβάλλει τα χαρακτηριστικά των δύο μεγάλων αντιπάλων: για τη Σπάρτη στη δημηγορία των Κορινθίων και για την Αθήνα στον περίφημο Επιτάφιο Λόγο.
Αθήνα και Κόρινθος
Στο οικονομικό επίπεδο, η άνοδος της Αθήνας γίνεται αισθητή και ενοχλητική όχι για τη Σπάρτη, αλλά για τη μεγάλη σύμμαχό της, την Κόρινθο. Αυτή είναι η πλούσια πόλη κατά τον 6ο και τον πρώιμο 5ο αιώνα, η οποία βλέπει όμως την κυριαρχία της να κλονίζεται.
Η Κόρινθος έχει λιμάνι, έχει στόλο και αποικίες, σωρεύει πλούτο από το εμπόριο και απειλείται από την Αθήνα, που χάρη στον Πειραιά, τον δικό της στόλο και τους νησιωτικούς συμμάχους της προβάλλει ως η νέα μεγάλη ναυτική δύναμη.
Ήδη από τον «Πρώτο Πελοποννησιακό Πόλεμο» (457-446 π.Χ.) έχουν αρχίσει οι διαμάχες Αθηναίων και Κορινθίων στη Δυτική Ελλάδα για την κατοχή λιμανιών, όπως για παράδειγμα της Ναυπάκτου. Η κορύφωση όμως της σύγκρουσής τους θα γίνει το 433 π.Χ. με τα «Κερκυραϊκά». Από εδώ και πέρα μιλάμε για τις αφορμές του μεγάλου, πανελλήνιου ουσιαστικά, πολέμου, αφού θα εμπλακεί σχεδόν το σύνολο του ελληνικού κόσμου.
Οι αφορμές του μεγάλου πολέμου
Η Κέρκυρα, αποικία της Κορίνθου, στρέφεται κατά της μητρόπολής της για το θέμα της Επιδάμνου, στην απέναντι ακτή της Ηπείρου. Οι Κορίνθιοι συγκεκριμένα παρεμβαίνουν στην Επίδαμνο, που είναι στη σφαίρα οικονομικής επιρροής της Κέρκυρας. Οι δύο πόλεις, αν και μητρόπολη (Κόρινθος) και αποικία (Κέρκυρα), δεν διατηρούν καλές σχέσεις.
Το 435 π.Χ., ανοιχτά του ακρωτηρίου της Λευκίμμης, θα συγκρουστούν σε ναυμαχία, στην οποία θα επικρατήσουν οι Κερκυραίοι και έτσι η Επίδαμνος θα γίνει δική τους περιοχή.
Ακολουθούν δύο χρόνια πυρετωδών προετοιμασιών από τους Κορίνθιους, που ετοιμάζουν δυναμική αντίδραση. Οι Κερκυραίοι θα θορυβηθούν και θα απευθυνθούν στους Αθηναίους, οι οποίοι θα εκμεταλλευτούν τη δυνατότητα που έδιναν οι Τριακονταετείς Σπονδές για νέες συμμαχίες με ουδέτερες πόλεις. Η απόφασή τους να στηρίξουν τους Κερκυραίους εξυπηρετούσε τα σχέδιά τους για επέκταση στο Ιόνιο και τη δυτική Μεσόγειο.
Το 433 π.Χ. οι αντίπαλοι στόλοι Κερκυραίων και Κορινθίων θα συγκρουστούν στα Σύβοτα. Θα επικρατήσουν προς στιγμήν οι Κορίνθιοι, όμως η παρουσία αθηναϊκών πλοίων θα τους εμποδίσει να ολοκληρώσουν τη νίκη τους.
Ο ανταγωνισμός Αθηναίων και Κορινθίων θα μεταφερθεί βορειότερα, στη Χερσόνησο της Χαλκιδικής, στην Ποτίδαια, που ήταν μέλος της αθηναϊκής συμμαχίας αλλά και κορινθιακή αποικία. Σε μικρή απόσταση από την Ποτίδαια βρίσκεται η Αμφίπολη, που με τον ορυκτό και δασικό της πλούτο αποτελεί περιοχή ιδιαίτερα σημαντική για τα οικονομικά συμφέροντα της Αθήνας.
Τον χειμώνα του 433 π.Χ. οι Αθηναίοι ζητούν από τους Ποτιδαιάτες να ακυρώσουν τις επαφές τους με τους Κορίνθιους και να γκρεμίσουν τα τείχη της πόλης, φοβούμενοι πιθανή αποστασία. Οι Ποτιδαιάτες απευθύνονται στους Σπαρτιάτες, που υπόσχονται ότι, αν οι Αθηναίοι κάνουν εκστρατεία στη Χαλκιδική, θα εισβάλουν με τον στρατό τους στην Αττική.
Η εμπλοκή της Σπάρτης ενισχύει τα επαναστατικά εγχειρήματα και άλλων πόλεων της περιοχής. Στο παιχνίδι μπαίνει και ο βασιλιάς της Μακεδονίας Περδίκκας, που είναι εχθρός με τους Αθηναίους.
Το πολεμικό σκηνικό είχε πλέον στηθεί στην περιοχή με την αποστολή αθηναϊκών και κορινθιακών στρατευμάτων. Στη μάχη που γίνεται στον Ισθμό της περιοχής οι Αθηναίοι θα νικήσουν τους Ποτιδαιάτες και τους Κορίνθιους, που θα καταφύγουν στα τείχη της πόλης στα τέλη του φθινοπώρου του 432 π.Χ. Οι Αθηναίοι θα αποκλείσουν από τη στεριά την πόλη και η Ποτίδαια τελικά θα παραδοθεί τον χειμώνα του 429 π.Χ., μετά την έναρξη του Πελοποννησιακού Πολέμου.
Παράλληλα, ο Περικλής, με τη στρατηγική κίνηση που θα κάνει, το Κατά Μεγαρέων Ψήφισμα, αποκλείοντας τους Μεγαρείς, συμμάχους των Πελοποννησίων, από τις ελεγχόμενες από τους Αθηναίους περιοχές, θα πετύχει ουσιαστικά να στερήσει έναν σημαντικό ναυτικό σύμμαχο από τους Πελοποννησίους. Αυτό είναι ένα ακόμη γεγονός που θορυβεί τους Κορίνθιους, οι οποίοι καλούν τους Σπαρτιάτες να αναλάβουν δράση. Έτσι καλείται γενική συνέλευση της Πελοποννησιακής Συμμαχίας.
Πρώτα μιλούν οι Μεγαρείς, μετά οι Αιγινήτες, παραδοσιακοί εχθροί των Αθηναίων, και τελευταίοι, οι πιο σημαντικοί, οι Κορίνθιοι, οι οποίοι φτάνουν στο σημείο να απειλήσουν με αποχώρηση από τη συμμαχία, αν δεν υπάρξει πολεμική αντίδραση σε βάρος των Αθηναίων.
Μεταξύ των Σπαρτιατών υπάρχουν δύο αντίθετες φωνές. Η νηφάλια και φιλειρηνική του βασιλιά Αρχίδαμου, που συνιστά ψυχραιμία και όχι βιαστικές αποφάσεις. Ζητά να σκεφτούν καλά όλοι τις συνέπειες, υπογραμμίζει την υπεροχή του αθηναϊκού στόλου και ζητά, αν τελικά επιλεγεί ο πόλεμος, να υπάρξει πρώτα κατάλληλη προετοιμασία, ώστε να μηδενιστεί ο κίνδυνος της ήττας.
Απέναντί του βρίσκεται ο φιλοπόλεμος έφορος Σθενελαΐδας, που τονίζει τις παράνομες ενέργειες των Αθηναίων και την παραβίαση των Τριακονταετών Σπονδών. Προτείνει να τεθεί το θέμα σε ψηφοφορία και επικρατεί με μεγάλη πλειοψηφία η φιλοπόλεμη πλευρά. Έτσι, η Σπάρτη αποφασίζει τον πόλεμο το καλοκαίρι του 432 π.Χ.
Ο Πελοποννησιακός Πόλεμος, αν και χρονικά είναι πολύ κοντά στους Περσικούς Πολέμους, διαφέρει σημαντικά από αυτούς. Δεν ήταν ένας πόλεμος εναντίον ενός ξένου εισβολέα, αλλά ένας μακρόχρονος ελληνικός εμφύλιος. Μέχρι τότε οι περισσότερες συγκρούσεις κρίνονταν σε μία-δύο μάχες. Ο νικητής επέβαλλε τους όρους του, έστηνε το τρόπαιο της νίκης και οι δύο αντίπαλοι αποχωρούσαν από το πεδίο της μάχης.Αυτός θα είναι ένας εντελώς διαφορετικός πόλεμος. Δεν θα κριθεί από μια μάχη, αλλά σε δεκάδες εκστρατείες, πολιορκίες, ναυμαχίες και πολιτικές ανατροπές. Για πρώτη φορά η οικονομική ισχύς, ο ανεφοδιασμός, η διπλωματία, οι συμμαχίες, αλλά και οι απρόβλεπτες επιδημίες θα παίξουν εξίσου σημαντικό ρόλο με τα ίδια τα όπλα.
Ο σχεδιασμός των δυο αντιπάλων
Και οι δύο αντίπαλοι, ακριβώς επειδή ήταν τόσο διαφορετικοί, είχαν και εντελώς διαφορετικούς στρατηγικούς σχεδιασμούς. Οι Αθηναίοι θα στηριχθούν στη ναυτική τους υπεροχή, στην οικονομική τους ισχύ και στα Μακρά Τείχη, αποφεύγοντας, όσο ήταν δυνατόν, τη γενική σύγκρουση στην ξηρά. Αντίθετα, οι Σπαρτιάτες θα βασιστούν στην πανίσχυρη οπλιτική τους φάλαγγα, πραγματοποιώντας κάθε χρόνο εισβολές στην Αττική με στόχο την καταστροφή της αγροτικής παραγωγής και την εξάντληση των Αθηναίων.
Και τα δύο σχέδια θα αποδειχθούν ότι είχαν κενά και αδυναμίες και, από μόνα τους, δεν μπορούσαν να εξασφαλίσουν τη νίκη. Οι Αθηναίοι δεν ήταν σε θέση να συντρίψουν τον πελοποννησιακό στρατό στην ξηρά, ενώ οι Σπαρτιάτες αδυνατούσαν να πλήξουν αποφασιστικά την Αθήνα όσο αυτή διατηρούσε τον έλεγχο της θάλασσας και εξασφάλιζε τον ανεφοδιασμό της. Η τελική έκβαση του πολέμου θα κρινόταν από απρόβλεπτες εξελίξεις αλλά από την ικανότητα των δύο αντιπάλων να προσαρμόσουν τη στρατηγική τους στις νέες συνθήκες, να εκμεταλλευτούν τα λάθη του αντιπάλου.
Η εξέλιξη του πολέμου θα ανατρέψει πολλές από τις αρχικές τους εκτιμήσεις και θα οδηγήσει και τις δύο πλευρές σε αλλαγές της στρατηγικής τους.
Συνεχίζεται...



Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου