Ο Β΄ Βαλκανικός Πόλεμος, που ξέσπασε το καλοκαίρι του 1913 ανάμεσα στους πρώην συμμάχους — την Ελλάδα και τη Σερβία από τη μία πλευρά και τη Βουλγαρία από την άλλη — θα αποδεικνυόταν ένας άγριος και σκληρός πόλεμος, μέσα στον οποίο εκδηλώθηκε όλη η συσσωρευμένη ένταση, οι ανταγωνισμοί και τα πάθη πολλών χρόνων.
Αιτία του πολέμου ήταν κυρίως η απαίτηση της Βουλγαρίας να διεκδικήσει εδάφη τα οποία δεν είχε απελευθερώσει ο στρατός της, αλλά και η ηγεμονική συμπεριφορά που επιχειρούσε να επιβάλει στην περιοχή.
Η ταχεία προέλαση και οι νίκες του ελληνικού στρατού θα οδηγήσουν στην απελευθέρωση σημαντικών περιοχών με ισχυρούς ελληνικούς πληθυσμούς.
γράφει ο Θάνος Δασκαλοθανάσης
Το τέλος
του Α΄ Βαλκανικού πολέμου
Στις 13 Μαρτίου 1913 η Αδριανούπολη πέφτει στα χέρια των Βουλγάρων. Στις 9 Απριλίου οι Μαυροβούνιοι καταλαμβάνουν τη Σκόδρα, η οποία όμως τελικά θα συμπεριληφθεί στο νεοσύστατο αλβανικό κράτος. Η λήξη του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου, οριστική αυτή τη φορά, είναι πλέον γεγονός. Τη στιγμή που υπογράφεται η ανακωχή, σε ολόκληρη σχεδόν τη Βαλκανική Χερσόνησο δεν υπάρχει πια ίχνος οθωμανικής κατοχής.
Ο ελληνικός στρατός είχε φτάσει δυτικά έως τη Βόρεια Ήπειρο (Χειμάρρα, Κορυτσά), βόρεια έως τη Φλώρινα, τα Γιαννιτσά και ολόκληρη την περιοχή της Θεσσαλονίκης, ενώ ανατολικά είχε προωθηθεί στη Χαλκιδική μέχρι το Παγγαίο Όρος. Επιπλέον, όλα σχεδόν τα νησιά του Αιγαίου και η Κρήτη είχαν περάσει στον ελληνικό έλεγχο, με εξαίρεση βέβαια τα Δωδεκάνησα.
Το νέο εδαφικό καθεστώς στα Βαλκάνια επρόκειτο να οριστικοποιηθεί μέσα από σκληρές διαπραγματεύσεις. Αυτή τη φορά οι Μεγάλες Δυνάμεις, που είχαν αιφνιδιαστεί από την έναρξη του πολέμου, παρενέβησαν δυναμικά, προσπαθώντας η καθεμία ξεχωριστά να ελέγξει τις εξελίξεις και να εξυπηρετήσει τα δικά της συμφέροντα.
Η Διάσκεψη και η Συνθήκη του Λονδίνου – 17 Μαΐου 1913
Η Οθωμανική Αυτοκρατορία, κάτω από το βάρος της μεγάλης ήττας της, αναγκάζεται να παραχωρήσει στα βαλκανικά κράτη όλα τα εδάφη που βρίσκονταν δυτικά της γραμμής που συνέδεε τη Μήδεια στη Μαύρη Θάλασσα με τον Αίνο στο Αιγαίο. Παράλληλα, παραχωρούσε την Αδριανούπολη στη Βουλγαρία, ενώ αναγνώριζε και την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα. Ωστόσο, δεν αποδεχόταν την ελληνική κατοχή των νησιών του Αιγαίου.
Ο ακριβής διαμοιρασμός των εδαφών και ο καθορισμός των συνόρων ανάμεσα στην Ελλάδα, τη Βουλγαρία, τη Σερβία, το Μαυροβούνιο και το νεοσύστατο αλβανικό κράτος θα καθορίζονταν μέσα από διαπραγματεύσεις μεταξύ των βαλκανικών χωρών, πάντοτε υπό την εποπτεία των Μεγάλων Δυνάμεων. Ήταν φανερό ότι υπήρχαν ακόμη πολλά ζητήματα που έπρεπε να διευθετηθούν.
Η Συνθήκη του Λονδίνου, που υπογράφηκε στις 17/30 Μαΐου 1913, άφηνε ουσιαστικά άλυτα πολλά από τα προβλήματα που είχε δημιουργήσει ο πόλεμος. Την ημέρα όμως της υπογραφής της έπαιρνε τέλος η μακραίωνη παρουσία των Οθωμανών στα Βαλκάνια, με εξαίρεση μια μικρή περιοχή γύρω από την Κωνσταντινούπολη.
Οι διεκδικήσεις των «συμμάχων»
Στην Ελλάδα οι πανηγυρισμοί δεν είχαν τελειωμό. Άλλωστε επρόκειτο για έναν πόλεμο που δεν επηρέασε ουσιαστικά την καθημερινότητα στα μετόπισθεν και είχε την καθολική και ενθουσιώδη αποδοχή της κοινής γνώμης. Όλοι ζητούσαν να ενσωματωθούν στο ελληνικό κράτος όλες οι «Νέες Χώρες». Έτσι θα ικανοποιούνταν όχι μόνο το εθνικό αίσθημα, αλλά και τα οικονομικά συμφέροντα που είχαν ήδη αρχίσει να διαμορφώνονται. Κάτι τέτοιο όμως ήταν πρακτικά ανέφικτο.
Ο Βενιζέλος γνώριζε ότι οι διαπραγματεύσεις θα ήταν σκληρές και ότι θα συνοδεύονταν από πιέσεις, εκβιασμούς και δύσκολα διλήμματα. Γι’ αυτό διαμόρφωσε ένα πλαίσιο ελληνικών διεκδικήσεων που περιλάμβανε τα νησιά του Αιγαίου, την Ήπειρο —αν και το βόρειο τμήμα της επρόκειτο να ενταχθεί στο νέο αλβανικό κράτος—, τη Δυτική Μακεδονία, την ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης και τις περιοχές ανατολικά μέχρι τον ποταμό Στρυμόνα. Παρ’ όλα αυτά, εκτός των ελληνικών διεκδικήσεων έμεναν ακόμη περιοχές με πυκνούς ελληνικούς πληθυσμούς.
Οι Σέρβοι είχαν φτάσει νοτιοδυτικά έως τα Τίρανα, είχαν καταλάβει τα Σκόπια και είχαν προωθηθεί μέχρι το Μοναστήρι και ακόμη νοτιότερα. Οι Μαυροβούνιοι είχαν εισέλθει στη Σκόδρα. Οι Βούλγαροι είχαν εισβάλει στη Θράκη και είχαν φτάσει έως τα προάστια της Κωνσταντινούπολης, ενώ παράλληλα κινήθηκαν και προς την Ανατολική Μακεδονία. Επιπλέον, Σερβία και Βουλγαρία είχαν ήδη ενσωματώσει στη μεταξύ τους συνθήκη μια συμφωνία διανομής των εδαφών. Αντίθετα, Ελλάδα και Βουλγαρία δεν είχαν συνάψει αντίστοιχη συμφωνία.
Ο Βενιζέλος αποφάσισε να αναλάβει πρωτοβουλίες και προσπάθησε να προσεγγίσει τη Βουλγαρία, ώστε να μη διαλυθεί η Βαλκανική Συμμαχία και δοθεί πολεμική λύση στις διαφορές. Όλες όμως οι προσπάθειες και οι προτάσεις του, τόσο πριν από τη λήξη του πολέμου όσο και μετά, έπεσαν στο κενό.
Οι Βούλγαροι, που είχαν τη συμπαράσταση της Αυστροουγγαρίας, της Γερμανίας αλλά και της Ρωσίας στα σχέδιά τους, θεωρούσαν ότι είχαν σηκώσει το μεγαλύτερο βάρος του πολέμου και άρα δικαιούνταν τον πρώτο λόγο στη διανομή των εδαφών. Πράγματι, στη Θράκη είχαν συγκρατήσει το κύριο σώμα του οθωμανικού στρατού. Την ίδια στιγμή όμως υποτιμούσαν σκόπιμα τον ρόλο του ελληνικού στόλου, τον οποίο προηγουμένως θεωρούσαν καθοριστικό για τα σχέδιά τους.
Επιθυμούσαν οπωσδήποτε να εκδιώξουν τους Σέρβους από το Μοναστήρι. Οι Σέρβοι, από την πλευρά τους, δεν αποδέχονταν πλέον τη μεταξύ τους συμφωνία, καθώς είχαν αναγκαστεί, ύστερα από πιέσεις της Αυστροουγγαρίας, να εγκαταλείψουν τις διεκδικήσεις τους στην Αδριατική, ενώ παράλληλα είχαν βοηθήσει τους Βουλγάρους στην πολιορκία της Αδριανούπολης. Πάνω απ’ όλα όμως, η Βουλγαρία επιθυμούσε διακαώς να αποκτήσει τη Θεσσαλονίκη, καθώς και τις ακτές του Βόρειου Αιγαίου και της Προποντίδας, μέχρι τις παρυφές της Κωνσταντινούπολης.
Για την ελληνική πλευρά, η Θεσσαλονίκη και η ευρύτερη περιοχή της ήταν αδιαπραγμάτευτες. Ήταν αδιανόητο να παραχωρηθεί η πόλη που ο ελληνικός στρατός είχε καταλάβει με τη δύναμη των όπλων. Η ελληνική κυβέρνηση είχε ήδη καταστήσει τη Θεσσαλονίκη κέντρο της ελληνικής διοίκησης στη Μακεδονία. Ο Βενιζέλος είχε δώσει εντολές για την έγκαιρη ρύθμιση των ελληνοβουλγαρικών διενέξεων που προκαλούσαν ανησυχία, ενώ μέχρι και την τελευταία στιγμή κατέβαλλε προσπάθειες για ειρηνική διευθέτηση των διαφορών. Παράλληλα, δινόταν προτεραιότητα στην ενίσχυση των ελληνικών στρατιωτικών θέσεων στην ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας, για κάθε ενδεχόμενο.
Και όταν οι Βούλγαροι συνέχιζαν να αμφισβητούν την ελληνική κατοχή της Θεσσαλονίκης, ο Βενιζέλος δήλωνε ξεκάθαρα ότι η Ελλάδα θα εγκατέλειπε τη Θεσσαλονίκη μόνο αν την έχανε σε πόλεμο.
Οι αντίπαλοι
- Ελλάδα: 8 μεραρχίες, συνολικά 100.000 άνδρες, 1.000 ιππείς και 200 πυροβόλα.
- Σερβία: 10 μεραρχίες και 1 μεραρχία από το Μαυροβούνιο, συνολικά 260.000 άνδρες, 3.000 ιππείς και 500 πυροβόλα.
- Βουλγαρία: 15 μεραρχίες, συνολικά 350.000 άνδρες, 5.000 ιππείς και 720 πυροβόλα.
Η σύγκριση των αριθμών έδειχνε σχεδόν ισοδυναμία ανάμεσα στους αντιπάλους. Το γεγονός αυτό προμήνυε μια σφοδρή και αιματηρή σύγκρουση, με αβέβαιο αποτέλεσμα.
Οι Βούλγαροι, θεωρώντας με υπεροψία ότι διέθεταν ανώτερο στρατό, ήταν αποφασισμένοι να χτυπήσουν και τα δύο κράτη. Δεν έλαβαν όμως υπόψη ότι ο βουλγαρικός στρατός ήταν και ο πιο καταπονημένος, καθώς είχε πολεμήσει με το κύριο σώμα των οθωμανικών δυνάμεων και είχε φτάσει μέχρι τα προάστια της Κωνσταντινούπολης. Παρά τις επιτυχίες του, ήταν εμφανώς εξαντλημένος, ενώ η απομάκρυνση και η εγκατάλειψη μεγάλου μέρους της Μακεδονίας προκαλούσαν απογοήτευση και δυσαρέσκεια στις τάξεις του.
Οι Βούλγαροι υποτιμούσαν τόσο τον σερβικό όσο και τον ελληνικό στρατό. Στην πράξη όμως θα αποδεικνυόταν ότι έκαναν μεγάλο λάθος.Ο ελληνικός στρατός διέθετε πλέον όχι μόνο εμπειρία από τις πρόσφατες πολεμικές επιχειρήσεις, αλλά και ηγεσία ικανή να τον εμπνεύσει και να τον καθοδηγήσει. Το κύρος του Αρχιστρατήγου Κωνσταντίνου ήταν ιδιαίτερα υψηλό, όπως και η δημοτικότητά του ανάμεσα στα στελέχη και τους στρατιώτες.
Οι Βούλγαροι πόνταραν στον αιφνιδιασμό, χτυπώντας ταυτόχρονα και στα δύο μέτωπα για να προκαλέσουν ρήγματα στους αντιπάλους τους. Οι κύριες δυνάμεις τους στράφηκαν την 16η Ιουνίου 1913 εναντίον του σερβικού στρατού στον τομέα της Γευγελής, προσπαθώντας να επιφέρουν ισχυρό πλήγμα στον ισχυρότερο, όπως πίστευαν, αντίπαλό τους.
Παράλληλα, ενήργησαν επιθετικά και προς την ελληνική πλευρά.Απρόκλητα και χωρίς να έχει προηγηθεί κήρυξη πολέμου, βουλγαρικά στρατεύματα τη νύχτα της 15ης προς 16η Ιουνίου προσέβαλαν ελληνικές θέσεις στις Ελευθερές, στο Πράβι (Ελευθερούπολη) και στο Πολύκαστρο. Τόσο οι Σέρβοι όσο και οι Έλληνες υποχώρησαν αρχικά από ορισμένες θέσεις τους.
Άμεσα ο ελληνικός στρατός αντέδρασε στο πιο ευαίσθητο σημείο της ελληνοβουλγαρικής διαμάχης, τη Θεσσαλονίκη. Την επόμενη ημέρα, στις 17 Ιουνίου, αιχμαλωτίστηκαν οι βουλγαρικές δυνάμεις που βρίσκονταν μέσα στην πόλη. Το πρωί της 18ης Ιουνίου ο Αρχιστράτηγος Κωνσταντίνος έφτασε στη Θεσσαλονίκη. Ο πόλεμος είχε πλέον ξαναρχίσει.
Αυτή τη φορά όμως θα ήταν ένας άγριος και ανελέητος πόλεμος. Παρά το γεγονός ότι όλοι οι βαλκανικοί στρατοί κατηγορήθηκαν για ωμότητες, δεν υπάρχει αμφιβολία — όπως βεβαίωναν και πολλοί ξένοι δημοσιογράφοι της εποχής — ότι οι καταστροφές χωριών και οι εκτελέσεις αμάχων αποτέλεσαν συχνά σταθερή τακτική των βουλγαρικών δυνάμεων.
Συνεχίζεται...
- Λήψη συνδέσμου
- X
- Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
- Άλλες εφαρμογές




Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου